Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Good Bye Chuck Berry...

Ο Chuck Berry, ένας από τους θρύλους του rock n roll έφυγε από την ζωή σε ηλικία 90 ετών. Βρέθηκε νεκρός το Σάββατο στην κατοικία του έξω από το St Louis.

Γεννήθηκε σαν Charles Edward Anderson Berry στο St. Louis του Μισσούρι, στις 18 Οκτωβρίου 1926, μέσα σε θρησκευόμενη οικογένεια (ο πατέρας του ήταν διάκονος σε εκκλησία Βαπτιστών) και άρχισε να τραγουδάει σε εκκλησιαστική χορωδία, σε ηλικία 6 ετών. Φυσικά, ο ίδιος δεν διάλεξε τον δρόμο του Θεού και βρέθηκε ακόμα και στην φυλακή.


Ο Chuck Berry έγραψε και τραγούδησε πολλά σπουδαία τραγούδια, αλλά σίγουρα αυτό που είναι το πιο γνωστό είναι το "Johnny B. Goode" που κυκλοφόρησε το 1958. Ο Berry το έγραψε το 1955 και είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό. Μιλάει για ένα φτωχόπαιδο που παίζει την κιθάρα του "σαν να χτυπάει κουδούνι". Στην αρχή οι στίχοι έλεγαν για κάποιο "colored boy", αλλά το άλλαξε σε "country boy". Ένα εκρηκτικό Rock N Roll τραγούδι που ίσως αποτελεί και το «σήμα κατατεθέν» της εποχής των fifties (δεκαετία ’50) και της «επανάστασης του Rock N Roll». 



Άλλα γνωστά τραγούδια είναι : "Maybellene" (1955), "Roll Over Beethoven" (1956), "Rock and Roll Music" (1957), "School Days" (1957), "Sweet Little Sixteen" (1958), "Memphis, Tennessee" (1958). Ο Berry είχε μεγάλη επιρροή στη Βρετανία και στους Beatles, αλλά και στη δουλειά πολλών Αμερικανών καλλιτεχνών της δεκαετίας του ’60, όπως ήταν οι Beach Boys που πήρανε τη μελωδία και τα κομμάτια της κιθάρας από το ‘Sweet Little Sixteen’ και έκαναν το “Surfin’ USA”, την μεγάλη επιτυχία τους.


Η κερασόχρωμη Gibson του και το σκυφτό περπάτημα που το αποκαλούσε ‘duck walk’ (περπάτημα της πάπιας) ήταν το «σήμα κατατεθέν» των ζωντανών εμφανίσεών του.


Ο Chuck ήρθε στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1987 για μία και μοναδική συναυλία στο θέατρο του Λυκαβηττού. Παρακάτω – κατ’ αποκλειστικότητα! - η αφίσα που είχε κυκλοφορήσει τότε μαζί με κάποια δημοσιεύματα εφημερίδων με ρεπορτάζ  από την συναυλία. Χαρακτηριστικός τίτλος: «Οι μπύρες διέκοψαν το ροκ» [από αρχείο!].



από εδώ

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

The Charlie Rich story

Ο Charles Allan "Charlie" Rich έμεινε πιο γνωστός για τις μεγάλες country επιτυχίες του, "Behind Closed Doors" και "The Most Beautiful Girl", το 1973. Υπήρξε, όμως από τους αρκετά ικανούς τραγουδιστές της rockabilly, ενώ τραγούδησε με επιτυχία και jazz, blues, soul και gospel

Ο Rich γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου του 1932 και μεγάλωσε σε ένα αγρόκτημα στο Colt του Αρκάνσας, μέσα σε μια μουσική και θρησκευτική οικογένεια. Η μητέρα του τον δίδαξε να παίζει πιάνο.

Ο Charlie ανέπτυξε μια πρόωρη αγάπη για την μπλουζ και την gospel μουσική, τραγουδώντας όμως και τζαζ, καθώς ο λευκός πιανίστας της τζαζ Stan Kenton (1911 – 1979) ήταν ένας από τους αγαπημένους του. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στην αεροπορία, ο Rich έπαιζε εντός και εκτός βάσης με μια μπάντα με το όνομα ‘Velvetones’, με τη σύζυγό του, Margaret Ann, στα lead vocals. Επιστρέφοντας στο Αρκάνσας, εργάστηκε στο αγρόκτημα βαμβακιού του πατέρα του για κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά οι γεωργικές δουλειές δεν ήταν του γούστου του. Του άρεσε να παίζει τζαζ στο τοπικό κλαμπ, αλλά δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να βγάλει τα προς το ζην μέσα από τη μουσική, έχοντας μια γυναίκα και τρία παιδιά να υποστηρίξει.

Η Margaret αισθάνθηκε όμως ότι ο σύζυγός της θα ήταν πιο ευτυχισμένος με την μουσική, κι έτσι έστειλε μια κασέτα με τραγούδια του στον Bill Justis στην Sun Records και έτσι ξεκίνησαν όλα. Ο Justis έφερε την μουσική του Τσάρλι σε επαφή με τον Sam Phillips, ο οποίος αναγνώρισε το ταλέντο του, αλλά του έδωσε κάποιους δίσκους του Jerry Lee Lewis και του είπε «Ξανά έλα όταν γίνεις τόσο κακός!». Ήταν φαίνεται ένας καλός μαθητής και υπέγραψε στην Sun Records στα τέλη του 1957, αρχικά ως συνθέτης και πιανίστας. 

Ανάμεσα στα τραγούδια που έγραψε για τους συναδέλφους καλλιτέχνες της Sun ήταν το "The Ways Of A Woman In Love" (Johnny Cash), το "Break-Up" και το "I'll Make It All Up To You" (Jerry Lee Lewis), το "Right Behind You Baby" (Ray Smith) και το "I'm Coming Home" (Carl Mann, που αργότερα ηχογράφησε και ο Elvis). Έχοντας σπουδάσει μουσική στο Πανεπιστήμιο του Αρκάνσας το 1952-53, ο Rich ήταν ο πιο εξειδικευμένος μουσικός στη Sun. 

Ενώ συνέχιζε ως συνθέτης και μέλος της μπάντας της Sun, ο Charlie Rich ανέπτυξε επίσης μια καριέρα ως τραγουδιστής. Ήταν ένας ταλαντούχος και κάπως σοφιστικέ τραγουδιστής με μια αισθαντική φωνή με αξιοσημείωτη ποικιλία και συναίσθημα. Εκτός από ένα instrumental που υπέγραψε με το ψευδώνυμο Bobby Sheridan ("Red Man"/"Sad News", Sun 354), όλες οι ηχογραφήσεις του στην Sun βγήκαν από την Phillips International, μία θυγατρική της Sun. Το "Whirlwind"/ "Philadelphia Babyήταν το πρώτο single (Οκτώβριος 1958), και ακολούθησε το εξίσου καλό "Rebound" / "Big Man".





Αλλά ήταν το τρίτο του single, το "Lonely Weekends", που τον καθιέρωσε ως εκτελεστή. Το τραγούδι που έφερνε στο στυλ του Presley έφτασε στο νο 22 στα charts του Billboard την άνοιξη του 1960. Παρά τις κάποιους άριστους δίσκους όπως το "Who Will the Next Fool Be" (ίσως το πιο εξαιρετικό τραγούδι του) και το "Sittin' and Thinkin'", δεν υπήρχαν άλλα χιτς.




Ο Rich άφησε την Sun το 1962 και υπέγραψε στην Groove της RCA το επόμενο έτος. Υπό την επίβλεψη του Chet Atkins έγραψε οκτώ singles συμπεριλαμβανομένου του "Big Boss Man" και διάφορα blues country κομμάτια ("There Won't Be Anymore", "I Don't See Me In Your Eyes Anymore") που αργότερα επανεκδόθηκαν με επιτυχία. Το 1965 μετακόμισε στην εταιρία Smash / Mercury και πέτυχε άλλο ένα Top 30 hit (# 21) με το "Mohair Sam" (που έγραψε ο Dallas Frazier), αλλά και πάλι δεν μπόρεσε να βρει μια συνέχεια.





Τον Δεκέμβριο του 1967 ο Τσάρλι υπέγραψε με την Epic Records στο Νάσβιλ, που εργάζονται υπό τη διεύθυνση του Billy Sherrill, ο οποίος τον κατεύθυνε προς easy-listening country μελωδίες. 

Μετά από πέντε εμπορικά άγονα χρόνια, ο Rich τελικά τα κατάφερε, πρώτα με το "I Take It On Home" (νο 6 στα country το 1972), στη συνέχεια με το "Behind Closed Doors" (νο 1 στα country και νο 15 στα ποπ), με αποκορύφωμα το "The Most Beatiful Girl" (# 1 στα ποπ και country το 1973). 




Αυτά τα δύο τελευταία, έγιναν μεγάλες διεθνείς επιτυχίες, και του χάρισαν ένα Grammy και το βραβείο άνδρα τραγουδιστή της χρονιάς το 1974 από την Country Music Association. Επίσης, το "Behind Closed Doors" κέρδισε το βραβείο CMA για το άλμπουμ της χρονιάς. Εκείνο τον καιρό είχε το παρατσούκλι "The Silver Fox", λόγω των λευκών μαλλιών του. Πριν γίνει 40, τα μαλλιά του ήταν ήδη εντελώς λευκά.

Στον απόηχο της επιτυχίας του με την Epic, η RCA άρχισε την επανέκδοση παλαιών ηχογραφήσεων από την περίοδο με την Groove και τρία από αυτά τα τραγούδια έφτασαν στο νο 1 χώρα στα country το 1974. Οι ποπ επιτυχίες σταμάτησαν μετά το 1976, αλλά η επιτυχία του στα charts της country συνεχίστηκε μέχρι το 1981. Η τελευταία του country επιτυχία ήταν το "On My Knees", ένα ντουέτο με την Janie Fricke (1978). 



Η στάση του Rich με την επιτυχία του και το υλικό του ήταν αμφίσημη. Υπήρχαν στιγμές που φαινόταν να νιώθει άβολα με την επιτυχία και κατά καιρούς παρουσίαζε περίεργη συμπεριφορά, όπως το περιστατικό όπου έβαλε φωτιά στο φάκελο που ανακοίνωνε ότι ο John Ντένβερ είχε κερδίσει το τίτλο του Entertainer της Χρονιάς στην τελετή CMA Awards του 1975.

Με την σύζυγό του Margaret Anne 
Ο Rich εμφανίστηκε στην ταινία του 1978 με τον Κλιντ Ίστγουντ, “Every Which Way but Loose” (“Η γροθιά μου είναι από ατσάλι” στα ελληνικά), όπου τραγούδησε το τραγούδι "I'll Wake You Up When I Get Home." Αυτό το τραγούδι πήγε νο 3 στα charts το 1979 και ήταν το τελευταίο Top 10 της καριέρας του.

Το 1981 ο Charlie σχεδόν αποσύρθηκε ζώντας στο Μέμφις, και προσπαθώντας να νικήσει τον εθισμό του στο αλκοόλ του. Έκανε ένα εντυπωσιακό comeback το 1992 με το τζαζ άλμπουμ "Pictures and Paintings", με αποκορύφωμα ένα recut του "Feel Like Going Home". Δυστυχώς έμελλε να είναι ο τελευταίος του δίσκος, καθώς πέθανε από θρόμβωση στον πνεύμονα ενώ ταξίδευε για να δει τον γιο του στη Φλόριντα. Βρέθηκε νεκρός σε ένα μοτέλ στο Hammond της Λουιζιάνα, στις 25 Ιουλίου του 199. Ήταν 62 ετών.