Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα JukeBox Heroes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα JukeBox Heroes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

The Mystery Gang story



Οι ‘Mystery Gang’ είναι μια rockabilly μπάντα από την Ουγγαρία που αγαπάει το ‘άγριο’ ​​rockabilly της δεκαετίας του '50.

Τα μέλη του συγκροτήματος είναι:
‘Tattooed Pete’ - Lead Vocals, Guitars
‘Tom Stormy’ - Drums, Acoustic Guitar, Vocals
‘Les Thunders’ - Double Bass, Vocals

Οι ‘Mystery Gang rockabilly trio’ ιδρύθηκαν το Μάρτιο του 1998 από τρεις νεαρούς, οι οποίοι γνώριζαν ο ένας τον άλλον από την ουγγρική rock σκηνή.

Το συγκρότημα ακολουθεί την κλασική rockabilly line-up χρησιμοποιώντας κιθάρα, ντραμς και μπάσο. Βασικές επιρροές η κλασσική rockabilly σκηνή με προτίμηση τους Eddie Cochran Johnny Burnette Gene Vincent. Το συγκρότημα έχει επίσης επηρεαστεί από την παλαιά μουσική των Stray Cats, τον Elvis και ακόμη από κάποια swing.

Στις live εμφανίσεις παίζουν δικά τους τραγούδια, μαζί με τραγούδια των Eddie Cochran, Gene Vincent, Johnny Burnette, Bill Lee Riley, Carl Perkins, Buddy Holly, Elvis, Curtis Gordon, Hal Harris, Andy Starr, Johnny Carroll κ.α.

Στην πατρίδα τους στην Ουγγαρίας παίζουν σε παμπ, κλαμπ, συναντήσεις φίλων αυτοκινήτων και μηχανών. Το 1999 ταξίδεψαν στο εξωτερικό αρκετές φορές (Γερμανία, Γαλλία, Αυστρία, Ολλανδία) για να παίξουν σε κλαμπ και φεστιβάλ, όπως το rock and roll και rockabilly meeting στο Μόναχο.

Το 2000 κυκλοφόρησε ο πρώτος τους δίσκος, που περιείχε 4 τραγούδια : "Fly To The Moon", "Dirty Janes Blues", "Liquer Store" συν μια διασκευή του "Rock Around With Ollie Vee" του Buddy Holly. Το πρώτο τους CD βγήκε το 2001.

Το 2014 πήραν μέρος στα προκριματικά για την Eurovision 2014 στη Δανία!    




Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

The Bill Ηaley story



Η ιστορία του ROCK AND ROLL είναι δεμένη με την ιστορία ενός καλλιτέχνη που χάραξε με το όνομά του την αμερικάνικη μουσική - του Bill Haley.

Ο Bill Haley γεννήθηκε στις 6 Ιουλίου 1925, σ’ ένα προάστιο του Ντητρόιτ, στο Highland Park του Michigan, ως William John Clifton Haley. Οι γονείς του ασχολούνταν με την country και τούτη η μουσική ήτανε η πρώτη που άκουσε ο μικρός Haley. Όταν ήτανε τεσσάρων χρονών, οι γονείς του εγκατασταθήκανε στο Boothwyn (Μπουθ-Γουίν) της Πενσυλβάνια, όπου αγοράσανε μια φάρμα. Η παρουσία της μουσικής country ήταν το ίδιο έντονη εκεί.

«Σαν ήμουν νεαρός», λέει ο Bill Haley, «ονειρευόμουνα να γίνω τραγουδιστής country. Από τα 15 μου χρόνια έπαιζα κιθάρα και ήθελα να γίνω κάτι σαν τον Jimmie Rodgers ή τους άλλους τραγουδιστές της country που ήτανε πολύ δημοφιλείς εκείνες τις μέρες. Έπαιξα κιθάρα με την ορχήστρα του Cousin Lee, στο Μπούθ-Γουίν, όσο πιο σύντομα μπόρεσα. Παίζαμε σε εκθέσεις, σε σχολεία, σε λούνα-πάρκ, σε τοπικές γιορτές - όπου μπορούσαμε».

Το 1944, ο Bill Haley ηχογράφησε ένα δίσκο, για πρώτη φορά.
"Ήτανε σε δίσκους Vogue, ένα τοπικό τραγούδι με τίτλο «We're Recruiting» και είχε μια αρμονία σε τέσσερα μέρη, στο στυλ των ‘Sons Of The Pioneers’. Τότε ήταν το κορυφαίο συγκρότημα country. Το συγκρότημα που έπαιζα τότε λεγότανε Downhomers και είχα αντικαταστήσει σ' αυτούς τον Kenny Baker. Μαζί τους έκανα μια περιοδεία μέχρι το Φόρτ Γουαίην της Ίντιάνα", θυμάται ο Haley.
Ήταν η πρώτη πραγματική εμπειρία του Haley από μια περιοδεία και η πείρα που αποκόμισε ήταν πολύτιμη. Συνέχισε τις τουρνέ του και έφτασε στο Χάρτφορντ του Κοννέκτικατ, όπου τραγούδησε σε ένα τοπικό ραδιοσταθμό σαν τραγουδιστής country. Εκεί παντρεύτηκε.
Με μεγαλύτερες πια ευθύνες, αποφάσισε να σχηματίσει το δικό του συγκρότημα και να δοκιμάσει την τύχη του. 
Το 1947, έφτιαξε τους ‘Four Aces Of Western Swing’ καί άρχισε τις περιοδείες γύρω από το Ιλλινόι και την Πενσυλβάνια. Αργότερα, την ίδια χρονιά, άρχισε να δουλεύει σαν ντίσκ-τζόκεϋ σ' ένα νέο ραδιοσταθμό - στον WPWA του Τσέστερ (Πενσυλβάνια).

Την επόμενη χρονιά, ο Haley εξασφάλισε ένα συμβόλαιο με τη μικρή εταιρία δίσκων Cowboy της Φιλαδέλφεια.
«Ηχογραφήσαμε μερικά κομμάτια σ’ ένα στούντιο στην πόλη», θυμάται ο Haley, «και μερικά άλλα σε διάφορους ραδιοσταθμούς, καθώς περιοδεύαμε. Γράψαμε αρκετά σίνγκλς με τις εταιρίες Cowboy, Center και Keystone. Το πρώτο ήτανε το «Candy Kisses». Ωστόσο, το πρώτο δικό μου τραγούδι που ηχογραφήθηκε δεν γράφτηκε από μένα. Ήτανε το «Candy And Women», πού κυκλοφόρησε στην Columbia από τον Andy Reynolds. Εγώ ηχογράφησα το κομμάτι αργότερα για την Cowboy».
Ένας σπάνιος δίσκος με μερικά από τα πρώτα τραγούδια που ηχογράφησε ο Haley για την Cowboy, κυκλοφόρησε το 1979 από την αυστραλέζικη εταιρία Crass Roots. Με τίτλο «Golden Country Origins», αποκαλύπτει τη φωνή τού νεαρού Haley - μια φωνή που δεν διαφέρει σχεδόν καθόλου από τη φωνή των μετέπειτα μεγάλων επιτυχιών του. Δεν είναι μια δυνατή φωνή, είναι πεζή σε αρκετά σημεία και με μια φανερή κλίση προς την count¬ry, αλλά έχει όλα τα στοιχεία που αργότερα θα τον κά¬νανε διάσημο. Οι μουσικοί που τον συνοδεύουν σ’ αυτό το δίσκο είναι οι Tex King, Rusty Keefer, Billy Williamson, Al Rex και Johnny Grande - ονόματα που θα συναντήσουμε αργότερα στους Comets.

Η πρώτη σημαντική στιγμή στην ιστορία του Bill Haley ήρθε με τον τρίτο δίσκο του για την Essex - το «Icy Heart», που μπήκε για πρώτη φορά στα tops των δίσκων country. Αποφασισμένος πια να ακολουθήσει την μουσική country, μια και εδώ εύρισκε ανταπόκριση, ο Haley ξεκίνησε για την καρδιά της country μουσικής, την πόλη Νάσβιλ, για να προωθήσει το δίσκο του. Εκεί, όλα αλλάξανε από τη μια στιγμή στην άλλη - χάρη σ’ ένα τηλεφώνημα τού Miller.
Ο Miller του είπε ότι κάποιος άρχιζε να παίζει την δεύτερη πλευρά του «Icy Heart», που ήταν το Rock That Joint, ένα γρήγορο boogie. Λέει ο Haley : "Ο δίσκος είχε αρχίσει να πουλάει σαν ζεστή τυρόπιτα τόσο στο ακροατήριο των μαύρων, όσο και στο ακροατήριο των νεαρών λευκών. Έτσι, ο Miller μου είπε έλα δω, βγάλε το καουμπόικο καπέλο και τις μπότες και βρες ένα σμόκιν. Θα χτυπήσουμε το κύκλωμα των κλάμπ του Βορρά. Έτσι ακριβώς κι’ έγινε, από τη μια στιγμή στην άλλη".

Tο “Rock That Joint”, πούλησε 75.000 αντίτυπα και το 1953 η Essex συνέχισε στο ίδιο κανάλι με το «Crazy Man Crazy».
«Τούτη ήταν η δεύτερη σημαντική στιγμή», λέει ο Haley. Το «Crazy Man Crazy» πούλησε πάνω από 100.000 αντίτυπα και μολονότι η λέξη rock 'n' roll δεν αναφερότανε πουθενά, ήταν ο πρώτος πραγματικός δίσκος του ρόκ που φτιάξαμε. Ίσως ο πρώτος που φτιάχτηκε ποτέ. Οι νεαροί ξετρελάθηκαν κυριολεκτικά, είχαμε διαδηλώσεις, συγκεντρώσεις και άλλα πρωτοφανή φαινόμενα και το «Crazy Man Crazy» έφτασε το νούμερο 1 πολλών τοπικών tops. Αλλά δημιουργηθήκανε προβλήματα. Μας κλείνανε εμφανίσεις σε clubs Jazz μουσικής συχνά, γιατί δεν υπήρχε προηγούμενο σ’ αυτό πού κάναμε. Τότε δεν υπήρχε rock and roll. Έτσι, με ένα νούμερο 1 στα tops του Σικάγο το 1953, βρεθήκαμε να παίζουμε μαζί με την ορχήστρα του Dizzy Gillespie, σε ένα τζάζ κλάμπ. Δεν αρέσαμε καθόλου, ωστόσο, στον ιδιοκτήτη, που μας πέταξε στο δρόμο. Ο κόσμος δεν καταλάβαινε τη μουσική μας. Είχαμε μια επιτυχία, είχαμε το ακροατήριο μας, αλλά καμιά κατανόηση μέσα στο επαγγελματικό μουσικό κύκλωμα. Ήταν μια αποκαρδιωτική εμπειρία», λέει ο Halley.


Τα πράγματα θα αλλάζανε γρήγορα. Μέσα στο 1953 και στα πλαίσια ενός πειράματος, ο dick jockey του Κλήβελαντ, Alan Freed, άρχισε να μεταδίδει ένα πρόγραμμα rhythm and blues σε ακροατήριο λευκών. Το πείραμα είχε αποτέλεσμα και πολλοί λευκοί ακροατές άρχισαν να στρέφονται προς τα rhythm and blues καί στη μουσική πού ό Freed χαρακτήριζε σαν rock and roll. Είναι σίγουρο πώς ό όρος ακουγότανε για πρώτη φορά σε μεγάλη κλίμακα και με την επισημότητα που έδινε ένα ραδιοφωνικό πρόγραμμα. Ωστόσο, ο Freed απλά υιοθέτησε τον όρο και η πατρότητα δεν του ανήκει.

Ο Bill Haley υπόγραψε συμβόλαιο με την εταιρία Decca στη Νέα Υόρκη και στις 12 Απρίλη του 1954, σε ένα στούντιο στη West 80th Street, ηχογράφησε μαζί με το συγκρότημά του, που είχε μετονομαστεί σε Comets, το «Rock Around The Clock».
Οι Comets ήταν: Danny Cedrone, Billy Williamson, Johnny Grande, Joey D'Ambrosio (tenor sax), Marshall Lytle (bass) και Billy Gussack (drums).


Τίποτα δεν μπορούσε πια να σταματήσει το ρου της μουσικής ιστορίας. Ντίσκ-τζόκεϋς σαν τον Bill Randle και τον Alan Freed υποστήριξαν το δίσκο και σε λίγο, ο όρος rock and roll είχε επικρατήσει. Η μουσική διαδόθηκε ακόμα πιο γρήγορα με την υιοθέτηση του «Rock Around The Clock», ένα χρόνο αργότερα, σαν μουσικό θέμα της ταινίας «Η ζούγκλα του μαυροπίνακα» («The Blackboard Jungle») που έδινε έμφαση στο χάσμα ανάμεσα στους «ενήλικες» και τους «τηναίητζερ». Από τότε και μετά, για ένα μεγάλο κοινό, το ροκ είχε ταυτιστεί με το χάσμα των γενεών και ιδιαίτερα με την επαναστατική πλευρά τούτου τού χάσματος.

Η επιτυχία του Haley ήρθε σε μια εποχή που η νέα μουσική έφερνε σύγχυση και τρόμο στους περισσότερους ανθρώπους πάνω από την ηλικία των 30 ετών, που τον καιρό του Ψυχρού Πολέμου τους γέμιζε με υποψία ότι το rock-and - roll ήταν μέρος μιας κομμουνιστικής συνωμοσίας για να διαφθείρει τα μυαλά των Αμερικανών εφήβων. Ο επικεφαλής του FBI J. Edgar Hoover προσπάθησε να βρει ενοχοποιητικό υλικό για τον Bill Haley, ο οποίος κουβαλούσε όπλο στις περιοδείες του για την ασφάλειά του.






Το "Rock Around the Clock " ήταν ο πρώτος δίσκος που πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα τόσο στη Βρετανία όσο και στη Γερμανία και το 1957 ο Haley έγινε ο πρώτος μεγάλος Αμερικάνος ροκ τραγουδιστής που περιόδευσε στην Ευρώπη. Ο Haley συνέχισε να κάνει hits καθ’ όλη τη δεκαετία του 1950, όπως το "See You Later, Alligator" και πρωταγωνίστησε στις πρώτες rock and roll μουσικές ταινίεςRock Around the Clockκαι Don't Knock the Rock το 1956. 
Ο Haley όμως ήταν ήδη 30 ετών και σύντομα στις Ηνωμένες Πολιτείες επισκιάστηκε από το νεότερο και πιο σέξι Elvis Presley, αλλά συνέχισε να έχει μεγάλη δημοτικότητα στη Λατινική Αμερική, την Ευρώπη και την Αυστραλία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960.

Ο Haley είχε παραδεχθεί ότι ήταν αλκοολικός (όπως αναφέρεται σε ραδιοφωνική συνέντευξη του 1974 για το BBC) και έκανε μάχη με το αλκοόλ στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Παρ’ όλα αυτά, αυτός και η μπάντα του, συνέχισαν να κάνουν περιοδείες, επωφελούμενοι από το κίνημα νοσταλγίας τη; Δεκαετία; του 1950 στα τέλη της δεκαετίας του 1960. 
Έπαιξε για τη βασίλισσα Ελισάβετ στο Royal Variety Performance στις 10 Νοεμβρίου 1979, και έκανε την τελική εμφάνισή του στη Νότια Αφρική τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1980. Πάντως όταν τον έβλεπες νόμιζες ότι δεν πέρασε ημέρα από το 1955!!!


Πέθανε το πρωί της 9 Φεβρουαρίου 1981. Η χήρα του Bill, αρνήθηκε ότι είχε όγκο στον εγκέφαλο όπως διαδόθηκε. Το πιστοποιητικό θανάτου του έγραφε «Φυσικά αίτια: Το πιο πιθανό καρδιακή προσβολή».

Οι αρχικοί Comets του Haley ακόμα κάνουν περιοδείες στον κόσμο.

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

The Carl Mann story



Μια από τις τελευταίες ανακαλύψεις της θρυλικής Sun Records του Sam Phillips, ήταν ο πιανίστας Carl Mann, γνωστός για την rockabilly διασκευή του "Mona Lisa" του Nat "King" Cole. Αν και το κομμάτι πούλησε εκατομμύρια δίσκους και πολλοί είδαν τον Mann σαν έναν μαλακότερο, ηπιότερο Jerry Lee Lewis, ο Mann δεν μπόρεσε ποτέ να κάνει άλλη επιτυχία στο επίπεδο της «Μόνα Λίζα», παρά το καλής ποιότητας rock & roll που έπαιζε. Έτσι όπως και πολλοί πιονέροι του rockabilly, το γύρισε στην country μουσική, όταν η αγορά του rockabilly στέρεψε, αλλά και εκεί ποτέ δεν καθιερώθηκε με επιτυχία και σταδιακά αποσύρθηκε από τη μουσική.

Ο Carl Mann γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου του 1942, στο Huntingdon του Tennessee.

Η περιοχή που μεγάλωσε ο Mann ήταν αγροτική και οι γονείς του είχαν μια επιχείρηση ξυλείας. Από μικρός τραγουδούσε στην εκκλησία και έπαιζε country τραγούδια σε τοπικά φεστιβάλ δείχνοντας το ταλέντο του, παίζοντας κιθάρα και πιάνο.

Το 1957, κυκλοφόρησε το πρώτο του single για την Jaxon Records, το "Gonna Rock and Roll Tonight" και το "Rockin' Love."
Ακολούθησαν και άλλα singles με την Jaxon, αφότου ο ντράμερ του Carl Perkins, W.S. Holland έγινε μάνατζερ του Mann που τον οδήγησε να υπογράψει στη Sun Records.
Ο Sam Phillips υπέγραψε στο Mann ένα τριετές συμβόλαιο, και αμέσως μετά η Sun κυκλοφόρησε την rockabilly έκδοση της "Mona Lisa". Ήταν μόλις δεκαέξι χρονών ο Mann όταν έγινε επιτυχία το κομμάτι, που έφτασε στο νούμερο 24 στα τσαρτ των Black Singles και στο νούμερο Νο. 25 στο Billboard Hot 100 το 1959.


Τα επόμενα singles του Mann ήταν λιγότερο επιτυχημένα. Μόνο το "Pretend," του 1959 ξεχώρισε και έφτασε στο Νο. 57 Pop. 



Το 1960 κυκλοφόρησε ένα LP με το τίτλο ‘Like Mann’, αλλά δεν πήγε καλά και ο Mann άρχισε να αποχωρεί από τον χώρο της μουσικής. Πήγε στο στρατό το 1964, και στη συνέχεια έκανε ένα single, το "Down to My Last I Love You" για την Monument Records. Αφού απέτυχε κι αυτό, επέστρεψε στην οικογενειακή ζωή και αγωνίστηκε να νικήσει το πρόβλημα που είχε με τον αλκοολισμό.

Ο Mann επέστρεψε ως καλλιτέχνης της country το 1974, κυκλοφορώντας singles με την ABC και την Dot. Το "Twilight Time" που κυκλοφόρησε το 1976 ανέβηκε στο No. 100 στα Country Singles.   Το 1977 έκανε μια συμφωνία με την ολλανδική δισκογραφική εταιρεία ‘Rockhouse Records’, που κυκλοφόρησε το ‘Gonna Rock'n'Roll Tonight το 1978 και το ‘In Rockabilly Country το 1981. Έκανε  περιοδείες περιστασιακά στην Ευρώπη τη δεκαετία του 1980, αλλά τελικά επέστρεψε και πάλι στην οικογενειακή ζωή.

Ξαναεμφανίστηκε το 2005, παίζοντας στην τοπική ραδιοφωνική εκπομπή Huntingdon Hayride στη γενέτειρά του. Συνεχίζει να παίζει στο εξωτερικό και στις ΗΠΑ. Πήρε την θέση του στο Rockabilly Hall of Fame το 2006. Τον Μάιο του 2011, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο για τη ζωή του με το όνομα ‘The Last Son of Sun’.

Ένα από τα κομμάτια που ο Mann δείχνει το σπουδαίο ταλέντο του είναι το Ain't Got No Home’, η επιτυχία του 1956 του Clarence Henry.



Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

The Hank Williams story



Η μουσική και οι στίχοι των τραγουδιών του Hank Williams διαπερνούν τον χρόνο με μια διαχρονικότητά που ξεπερνά κάθε μουσικό είδος. Έφερε τη μουσική country στην σύγχρονη εποχή, και η επιρροή του ξεχύθηκε και στην folk και στην rock σκηνή της Αμερικής. Καλλιτέχνες που κυμαίνονται από τον John Fogerty έως τους Georgia Satellites έχουν υιοθετήσει στοιχεία του Ουίλιαμς, ιδιαίτερα την αύρα της συναισθηματικής αμεσότητας και του πληγωμένου ιδεαλισμού που αποπνέουν τα τραγούδια του. Κάποια άλλα πιο χαρούμενα και "μπλουζιάρικα" τραγούδια του, από την άλλη πλευρά, επηρέασαν τους ήχους της rockabilly.
Πολλοί πιονέροι του rock and roll της δεκαετίας του 1950, τραγούδησαν τραγούδια του, όπως: Elvis Presley, Jerry Lee Lewis, Johnny Cash, Gene Vincent, Carl Perkins, Ricky Nelson, Conway Twitty, Merle Haggard και άλλοι.

O θρυλικός τραγουδιστής της country, Hank Williams (Χανκ Γουίλιαμς), γεννήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1923, στo Mount Olive της Αλαμπάμα.

Ο Hank ήταν το τρίτο παιδί του Lon και της Lillie Williams. Ο πατέρας του που ήταν μασόνος του έδωσε το όνομα ‘Hiram’. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι που ποτέ δεν είχε πολλά χρήματα. Ο πατέρας του που ήταν αλκοολικός, εργάστηκε σαν μηχανικός πριν δουλέψει στο νοσοκομείο των βετεράνων, όταν ο Hank ήταν μόλις έξι. Πατέρας και γιος σπάνια έβλεπε ο ένας τον άλλο κατά την επόμενη δεκαετία, και τελικά η μητέρα του Ουίλιαμς, μετέφερε την οικογένεια στο Greenville και αργότερα στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα.

Από την παιδική του ηλικία είχε πρόβλημα με την σπονδυλική του στήλη, (spina bifida / δισχιδής ράχη) που τον έκανε να απομονωθεί από τα άλλα παιδιά της ηλικίας του και να του καλλιεργηθεί μια αίσθηση αποξένωσης από τον κόσμο γύρω του.

Ο κόσμος που φάνηκε να θέλει να γνωρίσει περισσότερο ήταν αυτός των μουσικών ήχων που έβγαιναν από το ραδιόφωνο και προέρχονταν από εκκλησιαστικές χορωδίες. Πολύ γρήγορα ο Williams έμαθε πώς να παίζει folk, country και, από έναν Αφροαμερικάνο μουσικό με το όνομα Rufus Payne, τα μπλουζ.
 Από τη στιγμή που είχε μετακόμισε με τη μητέρα του στο Μοντγκόμερι το 1937, η μουσική του καριέρα είχε ήδη ξεκινήσει. Πήρε μια κιθάρα για πρώτη φορά σε ηλικία οκτώ ετών, και όταν ήταν μόλις 13 έκανε το ντεμπούτο του στο ραδιόφωνο. Ένα χρόνο αργότερα ήταν ταλέντο και είχε δικό του συγκρότημα,Hank Williams and his Drifting Cowboys.

Η μητέρα του Lillie υποστήριξε πλήρως τις μουσικές του φιλοδοξίες. Πήγαινε τον γιο της και την μπάντα με το αυτοκίνητο σε όλη την Νότια Αλαμπάμα. Από τις αρχές του 1940 είχε τραβήξει την προσοχή ανθρώπων της μουσικής στο Nashville.

Όμως, ενώ φαινόταν ότι ήταν ένα  μουσικό ταλέντο ως τραγουδιστής και τραγουδοποιός, ο Ουίλιαμς είχε αποκτήσει εξάρτηση από το αλκοόλ, που το έπινε ασύστολα προκειμένου να ανακουφιστεί από την απελπιστική οσφυαλγία. Ως εκ τούτου δεν τον θεωρούσαν αξιόπιστο ερμηνευτή.

Η προσωπική ζωή του Ουίλιαμς πήρε μια μεγάλη στροφή το 1943, όταν συνάντησε την Audrey Mae Sheppard, που ήταν μητέρα ενός μικρού κοριτσιού και προερχόταν από έναν πρόσφατα διαλυμένο γάμο. Υπό την καθοδήγηση του Ουίλιαμς, η Σέππαρντ ξεκίνησε να παίζει μπάσο και άρχισε να εμφανίζεται στην μπάντα του.

Ο Williams και η Sheppard παντρεύτηκαν το 1944. Το 1949 απέκτησαν έναν γιο, τον Hank Williams Jr.
Η Σέππαρντ, όπως φαίνεται, ανυπομονούσε να βάλει τη σφραγίδα της στην show business και, παρά το περιορισμένο προφανώς ταλέντο της, πίεσε τον σύζυγό της να την αφήσει να τραγουδήσει. Επιπλέον, η σχέση της με την μαμά του Χανκ αποδείχθηκε περίπλοκη.

Το 1946 ο Williams ταξίδεψε στο Nashville προκειμένου να συναντηθεί με τον μουσικό παραγωγό Fred Rose και την εταιρεία Acuff-Rose Publications. Ο Williams ξεκίνησε να γράφει υλικό για την τραγουδίστρια Molly O'Day αλλά σύντομα υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρία MGM που είχε δημιουργηθεί πρόσφατα.

Ένα χρόνο μετά την πρώτη συνάντηση με την Rose, ο Ουίλιαμς είχε το πρώτο hit, το "Move It On Over". Τον Απρίλιο του 1948 έκανε μια δεύτερη επιτυχία στα Billboard, το "Honky Tonkin'".



Αλλά μαζί με αυτή την πρώιμη επιτυχία ήρθε μια αυξημένη ακανόνιστη συμπεριφορά από τον Williams, ο οποίος συχνά έδειχνε σε ζωντανές παραστάσεις να είναι μεθυσμένος. Κάποια στιγμή επιδεινώθηκαν οι σχέσεις του με τον Fred Rose, αλλά τα βρήκαν και σύντομα άνοιξε ο δρόμος για τον Williams να εμφανιστεί στο "Louisiana Hayride", ένα σόου του Σαββατόβραδου που μεταδίδονταν από ένα ραδιοφωνικό σταθμό στο Shreveport.

Οι εμφανίσεις ανέβασαν πολύ την φήμη του Ουίλιαμς, αλλά εκείνου του έλειπε ακόμη ένα νούμερο ένα hit. Όλα όμως άλλαξαν το 1949 με την κυκλοφορία του «Lovesick Blues».


Το τραγούδι απέκτησε πολλούς οπαδούς, ενώ άρεσε και σε στελέχη του Grand Ole Opry στο Nashville, που προσκάλεσαν τον Williams να εμφανιστεί εκεί.

Και τότε ξαφνικά, η ζωή αυτού του φτωχού country boy άλλαξε γρήγορα. Τα χρήματα που μπήκαν στην τσέπη του του έδωσαν το είδος της δημιουργικής ελευθερίας που επιζητούν οι καλλιτέχνες. 

Μέσα στα επόμενα χρόνια έκανε μια σειρά από μεγάλες επιτυχίες, όπως "Cold, Cold Heart," "Your Cheatin' Heart," "Hey Good Lookin'," "Lost Highway," "I'll Never Get Out of This World Alive", "Jambalya On the Bayou," "Honky Tonk Blues," και άλλες. Έγραψε επίσης μια σειρά θρησκευτικών τραγούδια με το ψευδώνυμο Luke το Drifter’.










Όπως δείχνουν οι τίτλοι σε μερικά από τα τραγούδια του, ο πόνος και οι προσωπικές θύελλες δεν έλειψαν από την ζωή του Ουίλιαμς. Καθώς όμως μεγάλωνε η επιτυχία του, μεγάλωνε και η εξάρτησή του από το αλκοόλ και την μορφίνη. Το Opry τελικά τον απέλυσε, και το 1952 ο ίδιος και η Σέππαρντ χώρισαν.

Η φυσική του εμφάνιση χάλασε πάρα πολύ. Τα μαλλιά άρχισαν να πέφτουν και έβαλε πολλά κιλά. Το 1951 έπαθε μια μικρή καρδιακή προσβολή ενώ βρισκόταν στην αδελφή του στη Φλόριντα.

Μετά από ένα χρόνο, στις 30 Δεκεμβρίου του 1952, ο Ουίλιαμς ξαναπαντρεύτηκε μια νεότερη γυναίκα με το όνομα Billie Jean και άφησε το σπίτι της μητέρας του στο Μοντγκόμερυ για το Charlestown της Δυτικής Βιρτζίνια. Έχοντας κάνει κατάχρηση αλκοόλ και μορφίνης, κατέρρευσε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Knoxville του Τενεσί. Ένας γιατρός κλήθηκε να τον εξετάσει και εξαιτίας του ο Williams κατάφερε να συνέλθει.

Την Πρωτοχρονιά του 1953, καθόταν στο πίσω μέρος μιας μπλε Cadillac του 1952, με  οδηγό ένα φοιτητή πηγαίνοντας για τη Δυτική Βιρτζίνια. Καθώς ο οδηγός δεν άκουσε τον τραγουδιστή για δύο ώρες, σταμάτησε το αυτοκίνητο στο Oak Hill της Δυτικής Βιρτζίνια, στις 5: 30 το πρωί. Ο Ουίλιαμς ήταν νεκρός. Ήταν μόλις 29 ετών.

 Ο γιος του Ουίλιαμς, Randall Hank Williams, γνωστός ως Hank Williams, Jr.συνέχισε την μουσική κληρονομιά του πατέρα του. Το στυλ του είναι μία ανάμιξη Southern rock, blues, και παραδοσιακή country, ενώ έχει δείξει με τα τραγούδια του και την δημόσια παρουσία του την βαθιά του αγάπη για το Νότο και την ένδοξη κληρονομιά του. Ο γιος του και εγγονός του Hank Williams, ο Hank Williams III είναι και αυτός μουσικός. Παίζει ένα είδος μουσικής μεταξύ country, punk και heavy metal..

Ο Williams, που μικρός πήγαινε στην Βαπτιστική Εκκλησία, αγαπούσε πάντοτε την μουσική gospel (όπως πολλοί τραγουδιστές της country και της rock n roll) και είχε γράψει πολλά θρησκευτικά τραγούδια, ορισμένα από τα οποία θεωρούνται κλασσικά.

Εδώ είναι μερικά:






Όσον αφορά την πολιτική, ο Hank Williams ήταν Ρεπουμπλικάνος και ένθερμος υποστηρικτής του Dwight D. Eisenhower.


Τραγούδι του μεγάλου Johnny Cash στον Hank Williams


Και από τον Ernest Tubb

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

The Fantastic Baggys

 
Οι Fantastic Baggys ήταν ένα Αμερικάνικο surf συγκρότημα, από το L.A. που δημιουργήθηκε από τον P.F. Sloan και τον Steve Barri. Το γκρουπ κυκλοφόρησε αρκετά επιτυχημένα singles υπό την ηγεσία των Sloan και Barri. Οι Fantastic Baggys, κυκλοφόρησαν ένα άλμπουμ διεθνώς, το “Tell 'Em I'm Surfin'” (1964) από την Imperial Records, αρκετά  πετυχημένα hit singles και μερικά άλμπουμ μόνο στη Νότια Αφρική.

Η ομοιότητα του συγκροτήματος με τους πολύ πιο δημοφιλείς Jan & Dean, δεν αποτελεί καμία έκπληξη, αφού ο Sloan και ο Barri όχι μόνο έγραψαν μερικά τραγούδια για τους Jan και Dean, αλλά και έκαναν και κάποια φωνητικά στους δίσκους των Jan & Dean.

Οι Fantastic Baggys έκαναν ένα άλμπουμ με την Imperial, το “Tell 'Em I'm Surfin'” (1964), (στην φωτογραφία του άλμπουμ είναι τέσσερις, αλλά οι δύο ήταν απλοί φίλοι) καθώς και τρία singles το 1964 και το 1965 (η οποία περιελάμβανε τρεις μη-LP τραγούδια), ενώ κυκλοφόρησαν και δύο άλμπουμ των Fantastic Baggys στη  Νότια Αφρική.


Οι Fantastic Baggys σταμάτησαν να ηχογραφούν το 1965, όταν η μανία του surf είχε ξεθωριάσει και οι Sloan και Barri ενδιαφέρονταν περισσότερο να γράφουν και να τραγουδούν πιο σοβαρά και σοφιστικέ κομμάτια.





Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

The Memphis Rockabilly Band


Παίζοντας τραγούδια που κυμαίνονται από rockabilly, surf instrumentals, rock & roll, hillbilly και rhythm & blues, οι Memphis Rockabilly Band που παρά το όνομα, δημιουργήθηκαν στην Βοστώνη το 1978, είναι ένα δυναμικό συγκρότημα που παίζει πολύ καλή μουσική.

Ο Carl Perkins τους είχε αποκαλέσει την «καλύτερη μπάντα rockabilly έχω δει ποτέ».

ΜΕΛΗ:
Billy Coover : κιθάρα, σαξόφωνο και φωνητικά
Roy Sludge : πλήκτρα, κιθάρα και φωνητικά
PJ Justice : μπάσο και τα φωνητικά
Judd Williams : ντραμς 

 ΙΣΤΟΡΙΑ:
Η μπάντα το 1978
Από αριστερά: Bill, Hank, Jeff and Terry

Οι Memphis Rockabilly Band σχηματίστηκαν από τον Jeff Spencer και τον Bill Coover το 1978. Η μπάντα γρήγορα έγινε ένα από τα πιο δημοφιλή συγκροτήματα στη Βοστώνη και τη Νέα Αγγλία, καθώς και αλλού στην ανατολική ακτή. Ταξίδεψαν στην Ευρώπη το 1981 και το 1982 και ηχογράφησαν στην Big Beat Records της Γαλλίας. Το συγκρότημα επίσης κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ με την Blind Pig Records το 1986.

Μεταξύ των ετών 1979 και 1989, οι MRB είχαν το προνόμιο να παίζουν με καλλιτέχνες όπως Carl Perkins, Roy Orbison, Jerry Lee Lewis, Roomful of  Blues, Duke Robillard, The Fabulous Thunderbirds, Link Wray, Jack Scott, The Persuasions, Etta James, Chuck Berry, Chubby Checkers και άλλους. Ήταν η μπάντα που συχνά έπαιζε για τον Link Wray και τον Chuck Berry.

Η μπάντα το 2005
Μέμφις Rockabilly Band το 2005
Από αριστερά : Μilt, Jeff, PJ και Bill

Ο Jeff Spencer και ο Bill Coover συνεργάστηκαν ξανά το 2005 προσπαθώντας να «αναστήσουν» τους Memphis Rockabilly Band. Η μπάντα επιστρέφει στην Ευρώπη μετά από μια 23 χρόνια απουσίας, παίζοντας μπροστά σε πλήθη οπαδών δείχνοντας ότι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της αυθεντικής αμερικανικής μουσικής σκηνής στην Ευρώπη.

Ο τραγουδιστής Jeff Spencer απεβίωσε στις 11 Φεβρουαρίου 2009. Στις 21 Φεβρουαρίου 2009 έγινε προς τιμήν το "Memorial Concert to Celebrate Jeff Spencer's Life".

Η μπάντα το 2008
Από αριστερά : PJ, Allan, Jeff και Bill