Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2021

The Sparkle Moore story

Η Sparkle Moore γεννήθηκε ως Barbara Morgan στις 6 Νοεμβρίου 1936 στην Ομάχα της Νεμπράσκα. Το όνομά της προέκυψε λόγω της ομοιότητάς της με την Sparkle Plenty,  χαρακτήρα στο κόμικ Dick Tracy. Η Sparkle ντυνόταν με ανδρικά ρούχα, συχνά δερμάτινα (κάτι αρκετά προχωρημένο για την εποχή της) και είχε ένα μαλλί με επιρροές από εκείνο του Elvis και για αυτό μερικές φορές την έλεγαν «θηλυκή Έλβις».

Το 1956, περιόδευσε με τον Gene Vincent και είχε προγραμματιστεί να παίξει στο Grand Ole Opry, κάτι που στη συνέχεια ακυρώθηκε λόγω ασθένειας. Το 1957, έχοντας κυκλοφορήσει μόλις δύο σινγκλ, η Sparkle αποσύρθηκε από τη μουσική για να αφοσιωθεί στην ανατροφή της οικογένειας.
Το 2010, κυκλοφόρησε ένα 22 κομμάτι CD ηχογραφήσεων Spark-A-Billy.

Τα πιο γνωστά κομμάτια της ήταν το "Rock-A-Bop" του 1956 και το "Skull and Crossbones". Άλλα δύο είναι το “Killer” και το “Tiger”.

Σε μια σπάνια συνέντευξη του 1986 στο περιοδικό Kicks, η Sparkle θυμήθηκε πώς συνήθιζε να φρικάρει τους ανθρώπους με την ανδρική σκηνική της εμφάνιση.

<iframe width="460" height="315" src="https://www.youtube.com/embed/BgJucbhPNkM" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe>

<iframe width="460" height="315" src="https://www.youtube.com/embed/4WEKIBN4qh4" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe>

<iframe width="460" height="315" src="https://www.youtube.com/embed/oqx_cSNKG_o" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe>

<iframe width="460" height="315" src="https://www.youtube.com/embed/1HHGfPg-obA" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe>

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2020

The Jack Scott story


Ο Jack Scott γεννήθηκε στον Καναδά στις 24 Ιανουαρίου 1936 ως Giovanni Domenico Scafone Jr. Οι γονείς του ήταν Ιταλοί μετανάστες.

Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Γουίντσορ του Οντάριο και όταν ήταν 10 ετών, η οικογένειά του μετακόμισε στο Hazel Park, ένα προάστιο του Ντιτρόιτ. Μεγάλωσε ακούγοντας μουσική hillbilly και διδάχθηκε να παίζει κιθάρα από τη μητέρα του, τη Λόρα. Από τα εφηβικά του χρόνια άρχισε να τραγουδάει και να ηχογραφεί υπό το όνομα "Jack Scott". Σε ηλικία 18 ετών, δημιούργησε τους Southern Drifters. Αφού ηγήθηκε της μπάντας για τρία χρόνια, υπέγραψε στην ABC-Paramount Records ως σόλο καλλιτέχνης το 1957.

Αφού ηχογράφησε δύο επιτυχίες για την ABC-Paramount το 1957, επέστρεψε στην δισκογραφική εταιρεία Carlton και είχε δύο εθνικές επιτυχίες το 1958 με το "Leroy" (νο 11) (αρχικά βγήκε ως “Greaseball”, αλλά για να μην ενοχληθούν οι Μεξικάνοι που τους αποκαλούσαν “greasers”, το άλλαξε) και το "My True Love" (νο 3) Ο δίσκος πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα, και έγινε ο πρώτος χρυσός δίσκος του Scott. Αργότερα το 1958, το "With Your Love" έφτασε στο Top 40. Συνολικά, έξι από τα 12 τραγούδια στο πρώτο του άλμπουμ έγιναν επιτυχημένα single. Στα περισσότερα από αυτά τα κομμάτια, υποστηρίχθηκε από το φωνητικό συγκρότημα Chantones.

Πήγε στο στρατό και μετά έβγαλε το "Goodbye Baby" φτάνοντας στο Top Ten. Το 1959 έβγαλε το "The Way I Walk".

Στις αρχές του 1960, ο Scott άλλαξε δισκογραφική εταιρία (Top Rank Records) και ηχογράφησε τέσσερις επιτυχίες, το "What in the World Come Over You" (νο 5), το "Burning Bridges" (νο 3), το "Oh Little One" και το "It Only Happened Yesterday". Το "What in the World Come Over You" ήταν ο δεύτερος χρυσός του δίσκος. 

Αν και ​​συνέχισε να ηχογραφεί και να εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 και του 1970, άρχισε σιγά σιγά – σιγά να χάνεται, μέχρι που άρχισε να γίνεται πάλι γνωστός στα τέλη της δεκαετίας του 1970 στην Αγγλία, στα χρόνια του Rockabilly Revival. Μνημειώδης υπήρξε η συναυλία στις 30 Απριλίου 1977 στο Rainbow Theater, στην οποία συμμετείχε με τους Charlie Feathers, Warren Smith και Buddy Knox (μαζί τους και o Crazy Cavan).  

Έχει ειπωθεί ότι "με εξαίρεση τους Roy Orbison και Elvis Presley, κανένας λευκός rock and roller της εποχής δεν ανέπτυξε ποτέ μια τόσο καλή φωνή με καλύτερη εμβέλεια από τον Jack Scott ή έβγαλε ένα πιο πειστικό έργο σε rockabilly, rock και roll, country-soul, Gospel ή blues".

Πέθανε στις 12 Δεκεμβρίου 2019, σε ηλικία 83 ετών.

Κυριακή, 17 Μαΐου 2020

Αποχαιρετισμός στον Little Richard...


Στις 9 Μαΐου πέθανε ο Little Richard, ένας από τους πιο γνωστούς  και χαρισματικούς τραγουδιστές του rock n roll. Ήταν 87 ετών. Είχε γεννηθεί στις 5 Δεκεμβρίου του 1932, ως Richard Wayne Penniman στο Macon της Τζόρτζια και ήταν το τρίτο από τα δώδεκα συνολικά παιδιά της αυστηρών αρχών οικογένειάς του (ο πατέρας του τον έδιωξε όταν ήταν δεκατριών ετών γιατί είχε αρχίσει να δείχνει «κοριτσίστικη συμπεριφορά»). Ο Little Richard είχε μια περιπετειώδη ζωή μεταβαίνοντας από τις έξαλλες εμφανίσεις και τα ναρκωτικά στον δρόμο του Θεού και τανάπαλιν. Σε μια από αυτές του τις διαδρομές (στον δρόμο του Θεού) έγραψε το “Great Gosh A’mighty” (1987) το οποίο θυμίζει κλασσικό τραγούδι Ρίτσαρντ, αλλά έχει ‘κρυμμένο’ χριστιανικό μήνυμα. Το τραγούδι έγινε μεγάλη επιτυχία εκείνη την εποχή και ήταν το πρώτο χιτ του Ρίτσαρντ μετά από δεκαέξι χρόνια. Αυτό το τραγούδι έχει ιδιαίτερη αξία για μένα γιατί είναι φορτωμένο αναμνήσεις. Χωρίς να ξεχνάω βέβαια άλλες μεγάλες γνωστές του επιτυχίες όπως το "Tutti Frutti", το "Long Tall Sally”, το Good Golly Mis Molly, το “Keep A Knockin’” και το κορυφαίο για μένα, το Lucille καθώς και το κάπως παραγνωρισμένο “Bama Lama Bama Loo”. Στο τέλος της ζωής του ο Ρίτσαρντ έμεινε προσηλωμένος στον δρόμο του Θεού. Είθε να αναπαύεται εν ειρήνη. Για την ζωή του διάβασε εδώ







Αποχαιρετισμός στον Sleepy La beef...


Στις 26 Δεκεμβρίου του 2019 πέθανε ο Sleepy LaBeef, ένας από τους θρύλους του rockabilly που ήταν γνωστός ως «ο άνθρωπος – Jukebox». Ήταν ηλικίας 84 ετών. Γεννημένος ως Thomas Paulsley LaBeff, στις 20 Ιουλίου του 1935, στο Smackover του Arkansas, ο ψηλός και με χαρακτηριστική βαριά και με ηχογραφήσεις στην ιστορική Sun, Sleepy LaBeef έμεινε ιδιαίτερα ενεργητικός και στη δεκαετία του ’80. Το 1989 είχε επισκεφθεί και την Θεσσαλονίκη (δυστυχώς δεν υπάρχει υλικό) που τότε η καρδιά της χτυπούσε έντονα στους ρυθμούς του rockabilly. Support συγκρότημα ήταν οι θρυλικοί Blue Jeans! Για τον Sleepy Διάβασε εδώ

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2019

The Conway Twitty story


Ο Conway Twitty γεννήθηκε ως Harold Lloyd Jenkins, στις 1 Σεπτεμβρίου του 1933, στο Friars Point του Μισισιπή.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Conway Twitty είχε περισσότερες νο 1 επιτυχίες (40) στην country μουσική, από οποιονδήποτε άλλον καλλιτέχνη, μέχρι που ο George Strait έσπασε το ρεκόρ το 2006. Ωστόσο, πριν γίνει θρύλος της country υπήρξε rock n roll και rockabilly τραγουδιστής και στα έτη αυτά (1956-1964) θα επικεντρωθούμε.

Ο Harold Lloyd Jenkins γεννήθηκε στο Μισισιπή, αλλά μεγάλωσε στην Helena του Αρκάνσας. Το όνομά του το πήρε από τον θρυλικό ηθοποιό του βωβού κινηματογράφου, Harold Lloyd. Κιθάρα έμαθε από τον παππού του και έναν τραγουδιστή μπλουζ της γειτονιάς. Έγραψε το πρώτο του τραγούδι όταν ήταν δέκα χρονών το 1945 ή το 1946 και έφτιαξε μια hillbilly μπάντα που ονόμασε Phillips County Ramblers, με την οποία έπαιζε στο ραδιοφωνικό σταθμό KFFA στην Helena. Μαζί τους έμεινε μέχρι το 1953. Υπήρξε επίσης και ένας ταλαντούχος παίκτης του μπέιζμπολ, που τον ήθελαν οι Philadelphia Phillies, αλλά δεν ήταν σε θέση να υπογράψει συμβόλαιο διότι πήγε στον στρατό το 1954 και στάλθηκε στην Γιοκοχάμα της Ιαπωνίας. Όταν ο Jenkins απολύθηκε από το στρατό τον Μάρτιο του 1956, παρατήρησε ότι η μουσική σκηνή είχε αλλάξει δραστικά. Εμπνευσμένος από τον Elvis Presley, σχημάτισε μια νέα μπάντα που ονόμασε Harold Jenkins and the Rockhousers και προσπάθησε να βρει την τύχη του στην Sun Records στο Μέμφις. Αν και έκανε αρκετές ηχογραφήσεις για την Sun, δεν κατάφερε κάτι την εποχή εκείνη. Ο Sam Phillips είδε όμως κάποιo ταλέντο στο τραγούδι του Harold "Rockhouse", το οποίο το αγόρασε για την Sun και το κυκλοφόρησε ως το δεύτερο δίσκο του Roy Orbison (ο οποίος το έκανε γνωστό) για την Sun τον Σεπτέμβριο του 1956.

Υπό την καθοδήγηση του νέου του manager, Don Seat, ο Harold υπέγραψε συμβόλαιο με την Mercury στις αρχές του 1957. Άλλαξε το όνομά του σε Conway Twitty, και το πρώτο του single με την Mercury, το "I Need Your Lovin", έφθασε στο νο 93 στα charts του Billboard τον Μάιο του 1957. Ο Twitty προσπαθούσε πολύ σκληρά να παίξει rock 'n' roll. Μετά από μια δεύτερη περίοδο τον Οκτώβριο του 1957, η Mercury έλυσε την συνεργασία μαζί του. Τότε, ο Twitty και η μπάντα του βρήκαν δουλειά στο Flamingo Lounge στο Hamilton του Οντάριο του Καναδά. Έφτιαξε μια νέα μπάντα: Joe Lewis (κιθάρα), Blackie Preston (μπάσο) και Jack Nance (ντραμς). Ο Lewis και ο Nance είχαν παίξει στο παρελθόν με τους Pacers του Sonny Burgess
Ο Nance ήταν επίσης τραγουδοποιός και, μαζί με τον Twitty συνέγραψε το "I'll Try" και το "It's Only Make Believe".  Ενώ ήταν ακόμα στον Καναδά, ο Twitty έστειλε ένα demo από τα δύο τραγούδια στον Don Seat, ο οποίος τα έστειλε στην MGM Records η οποία τα τα κυκλοφόρησε στις 7 Μαΐου 1958, στο Nashville. Όταν άρχισε ένας dj στο Columbus του Ohio (Doctor Bop) να παίζει το "It's Only Make Believe", σύντομα, ο Twitty έγινε γνωστός και το "It's Only Make Believe" έφτασε στο κορυφαίο σημείο του Billboard Hot 100. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, ο Twitty πήγε στο Perry Como Show και το American Bandstand. Ο δίσκος έφτασε επίσης στην κορυφή των charts του Ηνωμένου Βασιλείου για πέντε εβδομάδες και ήταν επιτυχία και σε πολλές άλλες χώρες.


Στα τέλη του 1958 και τον Φεβρουάριο του 1959 ο Twitty επέστρεψε στο Νάσβιλ για να γράψει ένα άλμπουμ και ένα single, το "The Story Of My Love", που έφτασε στο νο 28. Το τρίτο single για την MGM, το "Hey Little Lucy", μόλις που ανέβηκε στα charts (νο 87), αλλά στη συνέχεια ήρθε το "Mona Lisa" (το πήρε από τον Carl Mann) , που τον επέστρεψε στο top 30, και φτάνοντας στο νο 5 του Ηνωμένου Βασιλείου. Ακολούθησε μια rock 'n' roll έκδοση του "Danny Boy", η οποία έφτασε στο νο 10 στις ΗΠΑ, αλλά επειδή υπήρχαν προβλήματα με τη κυκλοφορία το ξαναέγραψε ως "Rosaleena" για τη βρετανική αγορά. 


Στη συνέχεια, το "Lonely Blue Boy" έγινε το δεύτερο μεγαλύτερο hit της καριέρας του Twitty (νο 6, αρχές 1960). Επρόκειτο για μια ανέκδοτη ηχογράφηση του Elvis Presley από τον Ιανουάριο του 1958 (με τον τίτλο "Danny"), που προοριζόταν (αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε) για το soundtrack του "King Creole". Τότε ήρθε το Χόλιγουντ. Το 1959-60 εμφανίστηκε στην ταινία "Platinum High School", στο "College Confidential" και στο "Sex Kittens Go To College" (οι δύο τελευταίες με πρωταγωνίστρια την Mamie Van Doren). Ο χαρακτήρας "Conrad Birdie" στο musical του Μπρόντγουεϊ "Bye Birdie Birdie" ήταν μια παρωδία του Twitty.


Υπήρχαν επιπλέον 40 κορυφαίες επιτυχίες το 1960-61 όπως το "What Am I Living For", το "Is A Bluebird Blue" και το "C'Est Si Bon", αλλά σταδιακά οι επιτυχίες του Twitty λιγόστευαν. Ήδη το 1960 εξέφρασε την επιθυμία του να καταγράψει μουσική country, αλλά ο παραγωγός του στην MGM και ο διευθυντής του (Don Seat) δεν τον άκουσαν. Το "Portrait Of A Fool" ήταν η τελευταία επιτυχία στην MGM (νο 98, Ιανουάριος 1962). Νωρίς το 1963, η σύνθεση του Conway "Walk Me To the Door" έγινε νο 7 country hit για τον Ray Price, γεγονός που ενίσχυσε την πίεση του να αλλάξει ώστε να παίζει country. Έφυγε από την MGM και πήγε στην ABC-Paramount και το 1964 κυκλοφόρησε δύο singles για την ABC, το "Such A Night", αλλά η RCA είχε αποφασίσει να κυκλοφορήσει την έκδοση του Presley από το LP "Elvis Is Back" του 1960 ως single και έτσι ο ανταγωνισμός ήταν δύσκολος για τον Conway.
Τον Ιούνιο του 1965 ο Twitty υπέγραψε με τη Decca ως country τραγουδιστής και μετακόμισε στο Nashville. To 1966 σημείωσε την πρώτη του country επιτυχία και το 1968 το πρώτο του νούμερο ένα ("Next In Line", όχι του Johnny Cash). Ήταν ο πιο επιτυχημένος country καλλιτέχνης της δεκαετίας του '80 και ο δεύτερος πιο επιτυχημένος (μετά τον Willie Nelson) της δεκαετίας του '80.


Στις 4 Ιουνίου 1993, ο Twitty άρχισε να νιώθει αδιαθεσία ενώ ερχόταν στο Μπράνσον του Μισσούρι. Πέθανε την επόμενη ημέρα, στις 5 Ιουνίου 1993.

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2019

The Bo Diddley story



Ο Bo Diddley γεννήθηκε ως Otha Ellas Bates, στις 30 Δεκεμβρίου του 1928, κοντά στο McComb του Μισισιπή. Τον υιοθέτησε και τον μεγάλωσε ο ξάδερφος της μητέρας του, Gussie McDaniel, του οποίου το επώνυμο έλαβε. Το 1934, η οικογένεια McDaniel μετακόμισε στη Νότια πλευρά του Σικάγου, όπου ο Bo άφησε το Otha και έγινε Ellas McDaniel. Εκεί έμαθε να παίζει βιολί στο συγκρότημα του κατηχητικού της Βαπτιστικής εκκλησίας, αν και του τράβηξε το ενδιαφέρον ρυθμός που είχε η Πεντηκοστιανή εκκλησία, και τελικά ενδιαφέρθηκε περισσότερο για την κιθάρα και από την ηλικία των δώδεκα άρχισε να πειραματίζεται να κατασκευάσει τις δικές του κιθάρες σε διάφορα σχήματα.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1940 απέκτησε το ψευδώνυμο "Bo Diddley" από τους συναδέλφους του, (το diddley σημαίνει στην αμερικάνικη αργκό "απολύτως τίποτα", ενώ το diddley bow ήταν ένα αυτοσχέδιο μουσικό όργανο που έπαιζαν οι αγρότες στο Νότο. "Βο" σημαίνει ενισχυτής). Το νέο του όνομα δεν θα το χρησιμοποιήσει ως μουσικός μέχρι το 1955. Το 1946 σχημάτισε την πρώτη του μπάντα, ένα τρίο με το όνομα Hipsters, που αργότερα έμειναν γνωστοί ως Langley Avenue Jive Cats. Έπαιζαν στις γωνίες των δρόμων για να τους ρίχνουν κέρματα οι περαστικοί. Ένας καλλιτέχνης από τον οποίον είχε επηρεαστεί αρκετά ήταν ο John Lee Hooker. Ο McDaniel/Diddley μαζί με την μουσική δούλεψε και ως μπόξερ και ό,τι δουλειά έβρισκε - οδηγός φορτηγού, χειριστής ανελκυστήρα, χειρωνακτικός εργάτης. Το 1950 ο Jerome Green που έπαιζε μαράκες εντάχθηκε στην μπάντα του, και μετά από ένα χρόνο ο Billy Boy Arnold που έπαιζε φυσαρμόνικα. Όταν η ομάδα άρχισε να γίνεται τόσο καλή ώστε να φύγει από τους δρόμους και να παίζει σε κλαμπ, ο Diddley άρχισε να πειραματίζεται με νέους ήχους και άρχισε να γράφει το δικό του υλικό.

Στις αρχές του 1955 η μπάντα έγραψε ένα demo με δύο τραγούδια που είχε γράψει ο Diddley, το “Uncle John” και το I'm A Man. Αφού απορρίφθηκαν από τις εταιρίες United και Vee-Jay, προσπάθησαν να έρθουν σε συμφωνία με την Chess Records. Στον Leonard Chess άρεσε αυτό που άκουσε και τους κάλεσε στις 2 Μαρτίου 1955 για ηχογράφηση. Το συγκρότημα επεκτάθηκε με τον Otis Spann στο πιάνο και τον James Bradford στο μπάσο. Η έμπνευση για τον αφρικανικό ρυθμό του "Uncle John"  προήλθε από την ηχογράφηση του 1952 από την ορχήστρα του Red Saunders, "Hambone." Ο Leonard Chess ήθελε οι στίχοι του "Uncle John" να αλλάξουν γιατί είχε σεξουαλικά υπονούμενα. Ήταν ιδέα του Billy Boy Arnold να αντικαταστήσει το όνομα Bo Diddley για το Uncle John. Το "Bo Diddley" έγινε η πρώτη πλευρά του πρώτου single του McDaniel/Diddley και το νέο του σκηνικό όνομα. Τον Απρίλιο του 1955, κυκλοφόρησε το "Bo Diddley" και το "I'm A Man", και έμεινε στα τοπ των R&B charts για δύο εβδομάδες. Ο ρυθμός Bo Diddley (Bo Diddley beat) είχε γεννηθεί.



Το 1956 ο Bo Diddley κυκλοφόρησε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, το "Who Do You Love?"

Τα επόμενα δύο singles "Diddley Daddy" και "Pretty Thing" ανέβηκαν επίσης στα charts. Ένας μοναδικός ήχος, που αποτελείται από κιθάρες, πιάνο, φυσαρμόνικα, μαράκες και τύμπανα, έγινε σύντομα ένας ρυθμός που πολλοί καλλιτέχνες έσπευσαν να αντιγράψουν. Ένας από αυτούς ήταν ο Johnny Otis με την επιτυχία του "Willie and the Jive Hand" , που έφτασε στο νούμερο 9 στα ποπ χιτς το 1958. Επισης, η επιτυχία του Elvis Presley "(Marie's the Name) His Latest Flame", του 1961, είναι εμφανώς επηρεασμένη από τον Bo Diddley beat. Ο Bo είχε γράψει επίσης, (υπό το όνομα της γυναίκας του Ethel Smith) και την μεγάλη επιτυχία του ντουέτου Mickey & Sylvia, "Love is Strange", το 1957.
Ο Bo δεν είχε pop hits μέχρι το 1959-60, με τέσσερα διαδοχικά singles, τα οποία επίσης κυκλοφόρησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο (στο Λονδίνο). Το μόνο του Top 20 pop hit ήταν το "Say Man", μια ανταλλαγή προσβολών μεταξύ του Bo και του Jerome Green, που έπαιζε το μαράκες. Το 1960, ο Bo Diddley μετακόμισε από το Σικάγο στην Ουάσινγκτον, όπου έφτιαξε ένα από τα πρώτα στούντιο ηχογράφησης. Αν και ο Bo δεν είχε πολλές κυκλοφορίες στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960, είχε μεγάλη επιρροή στο βρετανικό beat boom της δεκαετίας του ‘60. Το 1963 έλαβε μέρος στην βρετανική συναυλία με τους Everly Brothers και Little Richard. Οι ανερχόμενοι τότε Rolling Stones ήταν το supporting group και αμέσως αντέγραψαν τον ήχο του Bo με το τρίτο τους single, "Not Fade Away" (που είχε γράψει ο Buddy Holly το 1957). Ο Bo Diddley είχε γυναίκες στη μπάντα του. Μεταξύ αυτών ήταν ο Norma-Jean Wofford, επίσης γνωστός ως Η Δούκισσα, και αργότερα η Peggy Jones, με το παρατσούκλι Lady Bo, που έπαιζε κιθάρα (κάτι σπάνιο για γυναίκα την εποχή εκείνη).

Η δεκαετία του 1960 ήταν η πιο επιτυχημένη (αν και όχι απαραίτητα λόγω επιτυχιών στα charts) περίοδος του Bo και η πιο παραγωγική του περίοδος (επιτυχημένο ήταν το "You Can't Judge a Book by the Cover", το 1962). Τουλάχιστον δεκαπέντε άλμπουμ κυκλοφόρησαν κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, εκτός των συλλογών. Η τελευταία του επιτυχία στα charts ήταν το "Ooh Baby" (νο 17 στα R & B και νο 88 στα pop) το 1967. Έμεινε στην Chess / Checker μέχρι το 1974. Μεταξύ 1974 και 1988 κατέγραψε μόνο σποραδικά, αλλά συνέχισε να παίζει σε όλο τον κόσμο. Το 1987 εισήχθη στο Hall of Fame της Rock and Roll. Θα ακολουθήσουν πολλά άλλα βραβεία. Από το 1988 και μετά, ο Bo κυκλοφόρησε αρκετά νέα άλμπουμ με την εταιρεία Triple-X με έδρα το Λονδίνο. Η τελευταία του εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 2006. Στη συνέχεια, υπέστη ένα εγκεφαλικό επεισόδιο που επηρέασε την αριστερή πλευρά του εγκεφάλου του. Ο Bo Diddley πέθανε στις 2 Ιουνίου 2008, από καρδιακή ανεπάρκεια, στο σπίτι του στο Archer της Φλόριντα.

Ο Bo Diddley, αν και μπορεί να συμπεριληφθεί στο "Billboard of One-Hit Wonders" του Wayne Jancik με το σκεπτικό ότι είχε ένα μόνο χιτ στο pop 40, έπαιξε ένα τεράστιο ρόλο στη μετάβαση από το μπλουζ στο rock & roll και επηρέασε όσο λίγοι τον χώρο της μουσικής με τον μοναδικό του ρυθμό (που συχνά αποκαλούσαν “jungle music”), τόσο εντός όσο και εκτός των ΗΠΑ.