Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

“Orion” Jimmy Ellis : Ο άνθρωπος με την φωνή ενός «βασιλιά»


Από όλους τους μιμητές του Elvis Presley κανένας δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Jimmy Ellis, που έμεινε γνωστός ως Orion. Στην πραγματικότητα ο Ellis δεν «μιμήθηκε» την φωνή του Elvis για να γίνει διάσημος και να βγάλει λεφτά. Απλά η φωνή του κατά ένα απίστευτο τρόπο, έμοιαζε τόσο πολύ με αυτή του «βασιλιά». Όμως, εκτός από την ομοιότητα της φωνής, όλη η ιστορία του τραγουδιστή με την μάσκα ήταν συγκλονιστική.

Ο Jimmy γεννήθηκε ως Jimmy Hughes Bell στο Pascagoula του Mississippi στις 26 Φεβρουαρίου του 1945 (στο Μισσισσιππή γεννήθηκε και ο Έλβις). Συμπτωματικά, όπως και ο Elvis, το όνομα της μητέρας του ήταν Gladys! Η μητέρα του δεν ήταν παντρεμένη. Έτσι, όταν ήταν δύο χρονών, αποφάσισε να τον δώσει σε ανάδοχη οικογένεια. Πήγαν στο Μπέρμιγχαμ της Αλαμπάμα, όπου τον έδωσε για υιοθεσία στον Κ. Ρ. Ellis και την σύζυγό του Mary Faye που ήταν από το Orrville της Alabama. Έτσι το επώνυμο του Jimmy έγινε Ellis.

Η πρώτη δημόσια εμφάνισή του ήταν στην ηλικία των 17, στο θρησκευτικό μουσικό φεστιβάλ "Religious Emphasis Week"του Orrville. Τραγούδησε το "Peace In The Valley".

Ο Jimmy πήγε στο Livingston State University, όπου άρχισε να παίζει σε μικρά κλαμπ. Ξεκίνησε την δισκογραφική του καριέρα με την εταιρία Dradco το 1964.  Μετά πήγε στη μικρή εταιρία Boblo Records. Ένα από τα πέντε singles του για την Boblo ήταν το "I'm Not Trying To Be Elvis".


Το 1972 ηχογράφησε για τον παραγωγό Shelby Singleton τα ‘That's All Right’ και ‘Blue Moon of Kentucky’. Τα τραγούδιαα κυκλοφόρησαν από τη Sun Records χωρίς να αναφέρεται το όνομα του τραγουδιστή. Αφού ηχογράφησε σε κάποιες άλλες εταιρείες, ο Ellis υπέγραψε μαζί με τον Shelby Singleton στη Sun, το Νοέμβριο του 1978.

Ο Ellis έγινε ευρέως γνωστός μέσα στην «ανωνυμία» του στις αρχές του 1979, με την πρώτη κυκλοφορία από τη Sun του ‘Save The Last Dance For Me’, μια έκδοση που τραγουδούσε ο Jerry Lee Lewis, όπου προστέθηκε και η φωνή του Ellis και φαινόταν σαν να τραγουδάνε ντουέτο. Το ντουέτο, ονομάστηκε "Jerry Lee Lewis and friends", έμεινε στο Top 20 στα Billboard charts για εβδομάδες και αμέσως έγινε το θέμα συζητήσεως από DJ και ιδιοκτήτες κλαμπ, και οπαδούς για την ταυτότητα του μυστηριώδους «φίλου» στο ντουέτο. Οι περισσότεροι ήταν «έπαιρναν όρκο» ότι η φωνή ήταν του Elvis! (Ακόμη και σήμερα υπάρχουν πολλοί που το πιστεύουν!). Μετά το σινγκλ ακολούθησε ένα άλμπουμ. Ήταν τέτοια η ομοιότητα της φωνής του Ellis με αυτή του ‘βασιλιά’ Elvis που η Sun Records κατηγορήθηκε ότι κυκλοφόρησε παλιές ηχογραφήσεις του Jerry Lee στις οποίες συμμετείχε «μυστικά» και ο Elvis. Μάλιστα, η τηλεοπτική εκπομπή "Good Morning America" προέβη σε μια «επιστημονική σάρωση φωνής» για την αναγνώριση της «άγνωστης» φωνής και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτή ανήκε στον Elvis!



Αργότερα η Sun Records κυκλοφόρησε ένα single, το Ebony Eyes και στη συνέχεια ένα άλμπουμ. Το εξώφυλλο του αυτού του άλμπουμ που είχε τον τίτλο «Reborn» (‘αναγέννηση’), απεικόνιζε ένα μυστηριώδη τραγουδιστή που φορούσε μια μάσκα σαν του Lone Ranger και έβγαινε μέσα από ένα φέρετρο! Αυτή τη φορά ο τραγουδιστής είχε όνομα, ήταν ο «Orion Eckley Darnell». Το άλμπουμ περιείχε μερικά εξαιρετικά τραγούδια όπως το "Ebony Eyes", το "Honey" και το "Washing Machine". O Ellis τα τραγουδούσε με το ίδιο στυλ με το οποίο ο Elvis θα τα είχε τραγουδήσει. Η Sun ξεκίνησε μια μαζική διαφημιστική εκστρατεία για τον Orion και το 1981 ο Orion έχει βαθμολογηθεί ως ένας από τους τρεις πιο ελπιδοφόρους άνδρες καλλιτέχνες της country μουσικής, κυκλοφόρησε τέσσερα άλμπουμ και στις συναυλίες του o ενθουσιασμός του πλήθους ήταν τεράστιος.

Ο Orion Eckley Darnell, ήταν ο χαρακτήρας που δημιουργήθηκε στις 16 Αυγούστου του 1977, (την ημέρα του θανάτου του Elvis) από μια νοικοκυρά από την Marietta της Georgia, ονόματι Gail Brewer-Giorgo. Το 1978 στο μυθιστόρημά της “Orion” αφηγείται την ιστορία ενός τραγουδιστής του rock and roll, που μοιάζει πολύ με τον Elvis. Στο μυθιστόρημα, ο Orion σκηνοθέτησε τον θάνατό του, κάτι που έκανε πολύ κόσμο να πιστέψει ότι ο “Orion” ήταν η αληθινή ιστορία του Elvis!





Καθώς η δημοτικότητά του ήταν μεγάλη ο “Orion” συνεργάστηκε με πολλούς κορυφαίους καλλιτέχνες, όπως ο Jerry Lee Lewis και η Loretta Lynn. Το δε fan club του αριθμούσε χιλιάδες μέλη.

Ο "Orion" - Ellis χωρίς την μάσκα και ο Jerry Lee Lewis
Μετά από δύο χρόνια ο Ellis βαρέθηκε να προσποιείται ότι είναι κάποιος άλλος. Όταν η σύμβαση με την Sun τέλειωσε στο τέλος του 1983, μπροστά από ένα πλήθος που τον άκουγε σε μια συναυλία για την έκθεση Eastern States Exposition, έβγαλε τη μάσκα του και ορκίστηκε ποτέ να μην κρυφτεί πίσω από αυτό ξανά. Αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ. Το 1987 έγινε πάλι Orion με την μάσκα και όλα τα σχετικά.

Τραγούδησε μάλιστα, μαζί με τους Jordanaires σε ένα κατάμεστο χώρο στις 12 Αυγούστου 1997 στο Νάσβιλ.

Δυστυχώς, ο Jimmy Ellis, έπεσε θύμα άγριας δολοφονίας μαζί με την σύζυγό του, το Δεκέμβριο το 1998 από έναν ληστή με το όνομα Jeffery James Lee. Ο Ellis ήταν 53 χρονών. Ο κόσμος έχασε έναν μεγάλο τραγουδιστή.

Η ομοιότητα με την φωνή του Elvis ήταν εκπληκτική. Σε μια συνέντευξη του το 1997, είπε ότι η προσπάθειά του να γίνει αστέρι της country καταπνίγηκε από την φυσική ομοιότητα της φωνής του με τον Presley. «Ήταν τόσο ευλογία όσο και κατάρα», είπε. «Το κατεστημένο του Νάσβιλ δεν θα δεχόταν κανέναν που η φωνή του να μοιάζει τόσο πολύ με αυτή του Presley."



Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

The Carl Mann story



Μια από τις τελευταίες ανακαλύψεις της θρυλικής Sun Records του Sam Phillips, ήταν ο πιανίστας Carl Mann, γνωστός για την rockabilly διασκευή του "Mona Lisa" του Nat "King" Cole. Αν και το κομμάτι πούλησε εκατομμύρια δίσκους και πολλοί είδαν τον Mann σαν έναν μαλακότερο, ηπιότερο Jerry Lee Lewis, ο Mann δεν μπόρεσε ποτέ να κάνει άλλη επιτυχία στο επίπεδο της «Μόνα Λίζα», παρά το καλής ποιότητας rock & roll που έπαιζε. Έτσι όπως και πολλοί πιονέροι του rockabilly, το γύρισε στην country μουσική, όταν η αγορά του rockabilly στέρεψε, αλλά και εκεί ποτέ δεν καθιερώθηκε με επιτυχία και σταδιακά αποσύρθηκε από τη μουσική.

Ο Carl Mann γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου του 1942, στο Huntingdon του Tennessee.

Η περιοχή που μεγάλωσε ο Mann ήταν αγροτική και οι γονείς του είχαν μια επιχείρηση ξυλείας. Από μικρός τραγουδούσε στην εκκλησία και έπαιζε country τραγούδια σε τοπικά φεστιβάλ δείχνοντας το ταλέντο του, παίζοντας κιθάρα και πιάνο.

Το 1957, κυκλοφόρησε το πρώτο του single για την Jaxon Records, το "Gonna Rock and Roll Tonight" και το "Rockin' Love."
Ακολούθησαν και άλλα singles με την Jaxon, αφότου ο ντράμερ του Carl Perkins, W.S. Holland έγινε μάνατζερ του Mann που τον οδήγησε να υπογράψει στη Sun Records.
Ο Sam Phillips υπέγραψε στο Mann ένα τριετές συμβόλαιο, και αμέσως μετά η Sun κυκλοφόρησε την rockabilly έκδοση της "Mona Lisa". Ήταν μόλις δεκαέξι χρονών ο Mann όταν έγινε επιτυχία το κομμάτι, που έφτασε στο νούμερο 24 στα τσαρτ των Black Singles και στο νούμερο Νο. 25 στο Billboard Hot 100 το 1959.


Τα επόμενα singles του Mann ήταν λιγότερο επιτυχημένα. Μόνο το "Pretend," του 1959 ξεχώρισε και έφτασε στο Νο. 57 Pop. 



Το 1960 κυκλοφόρησε ένα LP με το τίτλο ‘Like Mann’, αλλά δεν πήγε καλά και ο Mann άρχισε να αποχωρεί από τον χώρο της μουσικής. Πήγε στο στρατό το 1964, και στη συνέχεια έκανε ένα single, το "Down to My Last I Love You" για την Monument Records. Αφού απέτυχε κι αυτό, επέστρεψε στην οικογενειακή ζωή και αγωνίστηκε να νικήσει το πρόβλημα που είχε με τον αλκοολισμό.

Ο Mann επέστρεψε ως καλλιτέχνης της country το 1974, κυκλοφορώντας singles με την ABC και την Dot. Το "Twilight Time" που κυκλοφόρησε το 1976 ανέβηκε στο No. 100 στα Country Singles.   Το 1977 έκανε μια συμφωνία με την ολλανδική δισκογραφική εταιρεία ‘Rockhouse Records’, που κυκλοφόρησε το ‘Gonna Rock'n'Roll Tonight το 1978 και το ‘In Rockabilly Country το 1981. Έκανε  περιοδείες περιστασιακά στην Ευρώπη τη δεκαετία του 1980, αλλά τελικά επέστρεψε και πάλι στην οικογενειακή ζωή.

Ξαναεμφανίστηκε το 2005, παίζοντας στην τοπική ραδιοφωνική εκπομπή Huntingdon Hayride στη γενέτειρά του. Συνεχίζει να παίζει στο εξωτερικό και στις ΗΠΑ. Πήρε την θέση του στο Rockabilly Hall of Fame το 2006. Τον Μάιο του 2011, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο για τη ζωή του με το όνομα ‘The Last Son of Sun’.

Ένα από τα κομμάτια που ο Mann δείχνει το σπουδαίο ταλέντο του είναι το Ain't Got No Home’, η επιτυχία του 1956 του Clarence Henry.



Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

The Hank Williams story



Η μουσική και οι στίχοι των τραγουδιών του Hank Williams διαπερνούν τον χρόνο με μια διαχρονικότητά που ξεπερνά κάθε μουσικό είδος. Έφερε τη μουσική country στην σύγχρονη εποχή, και η επιρροή του ξεχύθηκε και στην folk και στην rock σκηνή της Αμερικής. Καλλιτέχνες που κυμαίνονται από τον John Fogerty έως τους Georgia Satellites έχουν υιοθετήσει στοιχεία του Ουίλιαμς, ιδιαίτερα την αύρα της συναισθηματικής αμεσότητας και του πληγωμένου ιδεαλισμού που αποπνέουν τα τραγούδια του. Κάποια άλλα πιο χαρούμενα και "μπλουζιάρικα" τραγούδια του, από την άλλη πλευρά, επηρέασαν τους ήχους της rockabilly.
Πολλοί πιονέροι του rock and roll της δεκαετίας του 1950, τραγούδησαν τραγούδια του, όπως: Elvis Presley, Jerry Lee Lewis, Johnny Cash, Gene Vincent, Carl Perkins, Ricky Nelson, Conway Twitty, Merle Haggard και άλλοι.

O θρυλικός τραγουδιστής της country, Hank Williams (Χανκ Γουίλιαμς), γεννήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1923, στo Mount Olive της Αλαμπάμα.

Ο Hank ήταν το τρίτο παιδί του Lon και της Lillie Williams. Ο πατέρας του που ήταν μασόνος του έδωσε το όνομα ‘Hiram’. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι που ποτέ δεν είχε πολλά χρήματα. Ο πατέρας του που ήταν αλκοολικός, εργάστηκε σαν μηχανικός πριν δουλέψει στο νοσοκομείο των βετεράνων, όταν ο Hank ήταν μόλις έξι. Πατέρας και γιος σπάνια έβλεπε ο ένας τον άλλο κατά την επόμενη δεκαετία, και τελικά η μητέρα του Ουίλιαμς, μετέφερε την οικογένεια στο Greenville και αργότερα στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα.

Από την παιδική του ηλικία είχε πρόβλημα με την σπονδυλική του στήλη, (spina bifida / δισχιδής ράχη) που τον έκανε να απομονωθεί από τα άλλα παιδιά της ηλικίας του και να του καλλιεργηθεί μια αίσθηση αποξένωσης από τον κόσμο γύρω του.

Ο κόσμος που φάνηκε να θέλει να γνωρίσει περισσότερο ήταν αυτός των μουσικών ήχων που έβγαιναν από το ραδιόφωνο και προέρχονταν από εκκλησιαστικές χορωδίες. Πολύ γρήγορα ο Williams έμαθε πώς να παίζει folk, country και, από έναν Αφροαμερικάνο μουσικό με το όνομα Rufus Payne, τα μπλουζ.
 Από τη στιγμή που είχε μετακόμισε με τη μητέρα του στο Μοντγκόμερι το 1937, η μουσική του καριέρα είχε ήδη ξεκινήσει. Πήρε μια κιθάρα για πρώτη φορά σε ηλικία οκτώ ετών, και όταν ήταν μόλις 13 έκανε το ντεμπούτο του στο ραδιόφωνο. Ένα χρόνο αργότερα ήταν ταλέντο και είχε δικό του συγκρότημα,Hank Williams and his Drifting Cowboys.

Η μητέρα του Lillie υποστήριξε πλήρως τις μουσικές του φιλοδοξίες. Πήγαινε τον γιο της και την μπάντα με το αυτοκίνητο σε όλη την Νότια Αλαμπάμα. Από τις αρχές του 1940 είχε τραβήξει την προσοχή ανθρώπων της μουσικής στο Nashville.

Όμως, ενώ φαινόταν ότι ήταν ένα  μουσικό ταλέντο ως τραγουδιστής και τραγουδοποιός, ο Ουίλιαμς είχε αποκτήσει εξάρτηση από το αλκοόλ, που το έπινε ασύστολα προκειμένου να ανακουφιστεί από την απελπιστική οσφυαλγία. Ως εκ τούτου δεν τον θεωρούσαν αξιόπιστο ερμηνευτή.

Η προσωπική ζωή του Ουίλιαμς πήρε μια μεγάλη στροφή το 1943, όταν συνάντησε την Audrey Mae Sheppard, που ήταν μητέρα ενός μικρού κοριτσιού και προερχόταν από έναν πρόσφατα διαλυμένο γάμο. Υπό την καθοδήγηση του Ουίλιαμς, η Σέππαρντ ξεκίνησε να παίζει μπάσο και άρχισε να εμφανίζεται στην μπάντα του.

Ο Williams και η Sheppard παντρεύτηκαν το 1944. Το 1949 απέκτησαν έναν γιο, τον Hank Williams Jr.
Η Σέππαρντ, όπως φαίνεται, ανυπομονούσε να βάλει τη σφραγίδα της στην show business και, παρά το περιορισμένο προφανώς ταλέντο της, πίεσε τον σύζυγό της να την αφήσει να τραγουδήσει. Επιπλέον, η σχέση της με την μαμά του Χανκ αποδείχθηκε περίπλοκη.

Το 1946 ο Williams ταξίδεψε στο Nashville προκειμένου να συναντηθεί με τον μουσικό παραγωγό Fred Rose και την εταιρεία Acuff-Rose Publications. Ο Williams ξεκίνησε να γράφει υλικό για την τραγουδίστρια Molly O'Day αλλά σύντομα υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρία MGM που είχε δημιουργηθεί πρόσφατα.

Ένα χρόνο μετά την πρώτη συνάντηση με την Rose, ο Ουίλιαμς είχε το πρώτο hit, το "Move It On Over". Τον Απρίλιο του 1948 έκανε μια δεύτερη επιτυχία στα Billboard, το "Honky Tonkin'".



Αλλά μαζί με αυτή την πρώιμη επιτυχία ήρθε μια αυξημένη ακανόνιστη συμπεριφορά από τον Williams, ο οποίος συχνά έδειχνε σε ζωντανές παραστάσεις να είναι μεθυσμένος. Κάποια στιγμή επιδεινώθηκαν οι σχέσεις του με τον Fred Rose, αλλά τα βρήκαν και σύντομα άνοιξε ο δρόμος για τον Williams να εμφανιστεί στο "Louisiana Hayride", ένα σόου του Σαββατόβραδου που μεταδίδονταν από ένα ραδιοφωνικό σταθμό στο Shreveport.

Οι εμφανίσεις ανέβασαν πολύ την φήμη του Ουίλιαμς, αλλά εκείνου του έλειπε ακόμη ένα νούμερο ένα hit. Όλα όμως άλλαξαν το 1949 με την κυκλοφορία του «Lovesick Blues».


Το τραγούδι απέκτησε πολλούς οπαδούς, ενώ άρεσε και σε στελέχη του Grand Ole Opry στο Nashville, που προσκάλεσαν τον Williams να εμφανιστεί εκεί.

Και τότε ξαφνικά, η ζωή αυτού του φτωχού country boy άλλαξε γρήγορα. Τα χρήματα που μπήκαν στην τσέπη του του έδωσαν το είδος της δημιουργικής ελευθερίας που επιζητούν οι καλλιτέχνες. 

Μέσα στα επόμενα χρόνια έκανε μια σειρά από μεγάλες επιτυχίες, όπως "Cold, Cold Heart," "Your Cheatin' Heart," "Hey Good Lookin'," "Lost Highway," "I'll Never Get Out of This World Alive", "Jambalya On the Bayou," "Honky Tonk Blues," και άλλες. Έγραψε επίσης μια σειρά θρησκευτικών τραγούδια με το ψευδώνυμο Luke το Drifter’.










Όπως δείχνουν οι τίτλοι σε μερικά από τα τραγούδια του, ο πόνος και οι προσωπικές θύελλες δεν έλειψαν από την ζωή του Ουίλιαμς. Καθώς όμως μεγάλωνε η επιτυχία του, μεγάλωνε και η εξάρτησή του από το αλκοόλ και την μορφίνη. Το Opry τελικά τον απέλυσε, και το 1952 ο ίδιος και η Σέππαρντ χώρισαν.

Η φυσική του εμφάνιση χάλασε πάρα πολύ. Τα μαλλιά άρχισαν να πέφτουν και έβαλε πολλά κιλά. Το 1951 έπαθε μια μικρή καρδιακή προσβολή ενώ βρισκόταν στην αδελφή του στη Φλόριντα.

Μετά από ένα χρόνο, στις 30 Δεκεμβρίου του 1952, ο Ουίλιαμς ξαναπαντρεύτηκε μια νεότερη γυναίκα με το όνομα Billie Jean και άφησε το σπίτι της μητέρας του στο Μοντγκόμερυ για το Charlestown της Δυτικής Βιρτζίνια. Έχοντας κάνει κατάχρηση αλκοόλ και μορφίνης, κατέρρευσε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Knoxville του Τενεσί. Ένας γιατρός κλήθηκε να τον εξετάσει και εξαιτίας του ο Williams κατάφερε να συνέλθει.

Την Πρωτοχρονιά του 1953, καθόταν στο πίσω μέρος μιας μπλε Cadillac του 1952, με  οδηγό ένα φοιτητή πηγαίνοντας για τη Δυτική Βιρτζίνια. Καθώς ο οδηγός δεν άκουσε τον τραγουδιστή για δύο ώρες, σταμάτησε το αυτοκίνητο στο Oak Hill της Δυτικής Βιρτζίνια, στις 5: 30 το πρωί. Ο Ουίλιαμς ήταν νεκρός. Ήταν μόλις 29 ετών.

 Ο γιος του Ουίλιαμς, Randall Hank Williams, γνωστός ως Hank Williams, Jr.συνέχισε την μουσική κληρονομιά του πατέρα του. Το στυλ του είναι μία ανάμιξη Southern rock, blues, και παραδοσιακή country, ενώ έχει δείξει με τα τραγούδια του και την δημόσια παρουσία του την βαθιά του αγάπη για το Νότο και την ένδοξη κληρονομιά του. Ο γιος του και εγγονός του Hank Williams, ο Hank Williams III είναι και αυτός μουσικός. Παίζει ένα είδος μουσικής μεταξύ country, punk και heavy metal..

Ο Williams, που μικρός πήγαινε στην Βαπτιστική Εκκλησία, αγαπούσε πάντοτε την μουσική gospel (όπως πολλοί τραγουδιστές της country και της rock n roll) και είχε γράψει πολλά θρησκευτικά τραγούδια, ορισμένα από τα οποία θεωρούνται κλασσικά.

Εδώ είναι μερικά:






Όσον αφορά την πολιτική, ο Hank Williams ήταν Ρεπουμπλικάνος και ένθερμος υποστηρικτής του Dwight D. Eisenhower.


Τραγούδι του μεγάλου Johnny Cash στον Hank Williams


Και από τον Ernest Tubb

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Bluegrass music



Η μουσική Bluegrass έχει εκατομμύρια θαυμαστές σε όλο το Νότο αλλά και σε όλο τον κόσμο.
Η προέλευσή της bluegrass, που είναι γνωστή και ως "hillbilly music", είναι πολύ ταπεινή, αλλά και παλιά. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι τις επιρροές της bluegrass να βρίσκονται ήδη από το 1600. Η μουσική των Βρετανών και Ιρλανδών εποίκων και αργότερα, το gospel των σκλάβων από την Αφρική και το μπλουζ, ήταν το κλειδί για τη δημιουργία του μοναδικού ήχου που έχει η μουσική bluegrass. Στην πραγματικότητα, το μπάντζο βασίστηκε στο σχεδιασμό ενός αφρικανικού οργάνου, που πιθανώς ήρθε στην Αμερική από τους Αφρικανούς σκλάβους. Άλλες επιρροές για την Bluegrass είναι η τζαζ και η rag-time.

Η Bluegrass ξεκίνησε καθώς οι Ευρωπαίοι άποικοι μετανάστευσαν από τις καθιερωμένες αποικίες στις απομακρυσμένες περιοχές και τα βουνά. Οι έποικοι άρχισαν να γράφουν μουσική από την καθημερινή ζωή, όπως τη ζωή στο αγρόκτημα ή τις κακουχίες της ζωής στον αγροτικό Νότο. Ο Jimmie Rodgers από το Meridian του Μισισιπή άρχισε να τραγουδά επαγγελματικά το 1927. Επρόκειτο να αλλάξει τη μουσική σκηνή για πάντα, με την ανάμειξη των πρώτων ήχων της Αμερικής, της jazz και της folk μουσικής, δημιουργώντας ένα μοναδικό και νέο ήχο. Ο Bill και ο Charlie Monroe από τις αγροτικές περιοχές του Κεντάκι άρχισαν να παίζουν στις αρχές της δεκαετίας του 1930 και άρχισαν να υιοθετούν τον ήχο του Jimmie Rodgers με ένα πρόσθετο γρατζούνισμα της μουσικής των βουνίσιων. Οι Monroe Brothers διαλύθηκαν το 1938. 
Ο Bill Monroe σχημάτισε τους Kentuckians στο Little Rock του  Arkansas, αλλά η μπάντα ‘έζησε’ μόνο για τρεις μήνες. Ο Μονρόε άφησε τότε το Λιτλ Ροκ για την Ατλάντα της Γεωργίας, για να σχηματίσει τους Blue Grass Boys με τον τραγουδιστή / κιθαρίστα Cleo Davis, τον βιολιστή Art Wooten, και τον μπασίστα Amos Garren. Το 1939, ο Bill Monroe και οι The Blue Grass Boys έπαιξα στο Grand Ole Opry το 1939, και παρουσίασαν για πρώτη φορά σε εθνικό ακροατήριο την μουσική τους. Ήταν μετά το Β 'Παγκόσμιο Πόλεμο στα μέσα της δεκαετίας του 1940, όμως, που το ραδιόφωνο έφερε τελικά την μοναδική αυτή μουσική σε εθνικό επίπεδο στα σπίτια. Η μουσική Bluegrass πήρε το όνομά της από την μπάντα του Μονρόε, για την οποία ονομάστηκε η πολιτεία της καταγωγής του, το Κεντάκι, Blue Grass State.

Η Bluegrass χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, όπως η εστίαση στα φωνητικά. Τα φωνητικά υπερισχύουν των οργάνων, με μερικά τραγούδια ακόμα και να εκτελούνται χωρίς καθόλου την συνοδεία των οργάνων.

Ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό αυτού του στυλ είναι η χρήση των ακουστικών οργάνων, τα οποία είναι το μαντολίνο, το βιολί, η κιθάρα, το μπάντζο, και το μπάσο. Εκτός από αυτά τα παραδοσιακά όργανα, η μουσική bluegrass μπορεί επίσης να αναγνωριστεί από το στυλ του παιξίματος του μπάντζου και της κιθάρας. Επίσης η μουσική bluegrass έχει πολλούς αυτοσχεδιασμούς, με πολλές διαφορές, όπως και η τζαζ. 






Από το 1948 - 1969, η μουσική bluegrass εισήχθη στο κοινό των ΗΠΑ μέσω της τηλεόρασης και των ζωντανών παραστάσεων σε σχολεία και πανεπιστήμια. Μέσα από ταινίες, όπως η ταινία Bonnie και Clyde, γνώρισε δημοτικότητα που διαφορετικά δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί. Άλλες ταινίες όπως The Beverly Hillbillies, Deliverance και O Brother, Where Art Thou? βοήθησαν την bluegrass να γνωρίσει μεγάλη δημοτικότητα και να αγκαλιαστεί και από το νεανικό κοινό.





Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

The Fantastic Baggys

 
Οι Fantastic Baggys ήταν ένα Αμερικάνικο surf συγκρότημα, από το L.A. που δημιουργήθηκε από τον P.F. Sloan και τον Steve Barri. Το γκρουπ κυκλοφόρησε αρκετά επιτυχημένα singles υπό την ηγεσία των Sloan και Barri. Οι Fantastic Baggys, κυκλοφόρησαν ένα άλμπουμ διεθνώς, το “Tell 'Em I'm Surfin'” (1964) από την Imperial Records, αρκετά  πετυχημένα hit singles και μερικά άλμπουμ μόνο στη Νότια Αφρική.

Η ομοιότητα του συγκροτήματος με τους πολύ πιο δημοφιλείς Jan & Dean, δεν αποτελεί καμία έκπληξη, αφού ο Sloan και ο Barri όχι μόνο έγραψαν μερικά τραγούδια για τους Jan και Dean, αλλά και έκαναν και κάποια φωνητικά στους δίσκους των Jan & Dean.

Οι Fantastic Baggys έκαναν ένα άλμπουμ με την Imperial, το “Tell 'Em I'm Surfin'” (1964), (στην φωτογραφία του άλμπουμ είναι τέσσερις, αλλά οι δύο ήταν απλοί φίλοι) καθώς και τρία singles το 1964 και το 1965 (η οποία περιελάμβανε τρεις μη-LP τραγούδια), ενώ κυκλοφόρησαν και δύο άλμπουμ των Fantastic Baggys στη  Νότια Αφρική.


Οι Fantastic Baggys σταμάτησαν να ηχογραφούν το 1965, όταν η μανία του surf είχε ξεθωριάσει και οι Sloan και Barri ενδιαφέρονταν περισσότερο να γράφουν και να τραγουδούν πιο σοβαρά και σοφιστικέ κομμάτια.





Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

The Memphis Rockabilly Band


Παίζοντας τραγούδια που κυμαίνονται από rockabilly, surf instrumentals, rock & roll, hillbilly και rhythm & blues, οι Memphis Rockabilly Band που παρά το όνομα, δημιουργήθηκαν στην Βοστώνη το 1978, είναι ένα δυναμικό συγκρότημα που παίζει πολύ καλή μουσική.

Ο Carl Perkins τους είχε αποκαλέσει την «καλύτερη μπάντα rockabilly έχω δει ποτέ».

ΜΕΛΗ:
Billy Coover : κιθάρα, σαξόφωνο και φωνητικά
Roy Sludge : πλήκτρα, κιθάρα και φωνητικά
PJ Justice : μπάσο και τα φωνητικά
Judd Williams : ντραμς 

 ΙΣΤΟΡΙΑ:
Η μπάντα το 1978
Από αριστερά: Bill, Hank, Jeff and Terry

Οι Memphis Rockabilly Band σχηματίστηκαν από τον Jeff Spencer και τον Bill Coover το 1978. Η μπάντα γρήγορα έγινε ένα από τα πιο δημοφιλή συγκροτήματα στη Βοστώνη και τη Νέα Αγγλία, καθώς και αλλού στην ανατολική ακτή. Ταξίδεψαν στην Ευρώπη το 1981 και το 1982 και ηχογράφησαν στην Big Beat Records της Γαλλίας. Το συγκρότημα επίσης κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ με την Blind Pig Records το 1986.

Μεταξύ των ετών 1979 και 1989, οι MRB είχαν το προνόμιο να παίζουν με καλλιτέχνες όπως Carl Perkins, Roy Orbison, Jerry Lee Lewis, Roomful of  Blues, Duke Robillard, The Fabulous Thunderbirds, Link Wray, Jack Scott, The Persuasions, Etta James, Chuck Berry, Chubby Checkers και άλλους. Ήταν η μπάντα που συχνά έπαιζε για τον Link Wray και τον Chuck Berry.

Η μπάντα το 2005
Μέμφις Rockabilly Band το 2005
Από αριστερά : Μilt, Jeff, PJ και Bill

Ο Jeff Spencer και ο Bill Coover συνεργάστηκαν ξανά το 2005 προσπαθώντας να «αναστήσουν» τους Memphis Rockabilly Band. Η μπάντα επιστρέφει στην Ευρώπη μετά από μια 23 χρόνια απουσίας, παίζοντας μπροστά σε πλήθη οπαδών δείχνοντας ότι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της αυθεντικής αμερικανικής μουσικής σκηνής στην Ευρώπη.

Ο τραγουδιστής Jeff Spencer απεβίωσε στις 11 Φεβρουαρίου 2009. Στις 21 Φεβρουαρίου 2009 έγινε προς τιμήν το "Memorial Concert to Celebrate Jeff Spencer's Life".

Η μπάντα το 2008
Από αριστερά : PJ, Allan, Jeff και Bill