Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

“Grease” (1978)



Η ταινία - musical Grease, σε σκηνοθεσία Randal Kleiser, έκανε πάταγο όταν βγήκε το 1978 από την Paramount Pictures. Η τεράστια επιτυχία της ταινίας και το πετυχημένο soundtrack που το συνόδευε οδήγησε, τουλάχιστον στην πατρίδα μας, σε μια αναβίωση της χρυσής εποχής του rock 'n' roll και των ‘50s. Σε όλο αυτό το κλίμα συνέβαλε και η ταινία «Γρανίτα από Λεμόνι» ("Lemon Popsicle") που προβλήθηκε την ίδια χρονιά (1978) και που στην Ελλάδα είχε τεράστια επιτυχία (με εξίσου επιτυχημένες συνέχειες). Το 1978 ήταν επίσης και η χρονιά που προβλήθηκε η ταινία “The Buddy Holly Story”, μια πολύ καλή ταινία για τον αξέχαστο Buddy Holly, που δεν ήρθε όμως στην Ελλάδα, επίσης η αυθεντική rock n roll ταινία "American Hot Wax" (που αναφερόταν στον Alan Freed), ενώ ας μην ξεχνάμε ότι ένα χρόνο πριν είχε «φύγει» ο βασιλιάς Elvis.

Πάντως, το καλοκαίρι του 1978 όλα τα κασετόφωνα στην Ελλάδα έπαιζαν rock 'n' roll !  Η δε εικόνα του Τραβόλτα στην ταινία ως Greaser, είναι εκπληκτική, απείρως καλύτερη από εκείνη του οπαδού - χορευτή της ντίσκο στο “Saturday Night Fever”, μια μόλις χρονιά πρωτύτερα, όπου έκανε όνομα, και σίγουρα το στυλ του επηρέασε πολλούς ‘teenagers’ της εποχής εκείνης, που ας μην ξεχνάμε μεσουρανούσε η ροκ και τα μακριά μαλλιά.

Το “Grease” βασίζεται στο musical με το ίδιο όνομα των Warren Casey και Jim Jacobs του 1971. Το story αφορά δύο εραστές αμερικάνικου Γυμνασίου (Λυκείου), του "Rydell High", στα τέλη του 1950. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους ο Τζον Τραβόλτα και η Ολίβια Νιούτον-Τζον, ένα ζευγάρι που, απρόσμενα, είχε καλή χημεία. Το “Grease” αποτέλεσε τεράστια επιτυχία ως ταινία, αλλά και ως soundtrack το 1978, καθώς έγινε το δεύτερο καλύτερο σε πωλήσεις άλμπουμ της χρονιάς στις Ηνωμένες Πολιτείες, πίσω από το soundtrack του “Saturday Night Fever”, την προηγούμενη μεγάλη επιτυχία του Τραβόλτα. Το Grease 2’, που κυκλοφόρησε το 1982, με ελάχιστους ηθοποιούς της πρώτης ταινίας, δεν είχε καμία επιτυχία. Πρωταγωνιστές ήταν ο Maxwell Caulfield και η Michelle Pfeiffer.

Ηθοποιοί:

Στον ρόλο του Danny, στην θέση του Τραβόλτα προοριζόταν ο Henry Winkler, ο οποίος έκανε τον Fonzie στην σειρά Happy Days (φωτο). Τελικά, κρίθηκε ότι είχε ήδη παίξει αρκετές φορές έναν παρόμοιο ρόλο, στοThe Lords of Flatbush και στο “Happy Days”. Η Newton-John δεν ήθελε στην αρχή τον ρόλο, γιατί θεωρούσε ότι ήταν αρκετά μεγάλη για να παίξει την μαθήτρια (29 ετών). Ο Τραβόλτα ήταν 23.
Άλλοι ηθοποιοί που παίζουν: Didi Conn (Frenchy, η ‘Beauty School Dropout’, που της τραγουδάει ο Avalon), Stockard Channing (Rizzo, η «εύκολη»), Jeff Conaway (Kenickie, ο ‘κολλητός’ του Danny – πέθανε δυστυχώς, το 2011), Barry Pearl (Doody, ένας εκ των ‘Τ-Birds’- έκτοτε χάθηκε από τις οθόνες), Michael Tucci (Sonny LaTierr, άλλος εκ των ‘Τ-Birds’), Kelly Ward (Roger "Putzie", ο ξανθούλης greaser), Dennis C. Stewart (Leo Balmudo, ο αρχηγός της συμμορίας ‘Scorpions’- πέθανε από AIDS το 1994), Annette Charles (η εκρηκτική λάτιν χορεύτρια Charlene "Cha-Cha" DiGregorio – πέθανε δυστυχώς, το 2011)….

Στην ταινία εμφανίζεται και το pop idol της δεκαετίας του ’50, Frankie Avalon, καθώς και οι εκπληκτικοί Sha Na Na (εμφανίζονται υπό τον τίτλο ‘Johnny Casino and the Gamblers’) παίζοντας με εξαιρετική επιτυχία και δύναμη τα τραγούδια "Rock n' Roll Is Here to Stay", "Those Magic Changes", "Tears on My Pillow", "Hound Dog", "Blue Moon" και το μεγαλειώδες "Born to Hand Jive". Οι Sha Na Na την χρονιά εκείνη είχαν δικό τους τηλεοπτικό σόου.

Υπόθεση:

Ένα ξανθό «καλό κορίτσι», η Sandy Olsen από την Αυστραλία, κάνει διακοπές με την οικογένειά της στην Καλιφόρνια, όταν συναντά τον γοητευτικό Danny Zuko στην παραλία και γίνονται ζευγάρι. Η οικογένειά της σχεδιάζει, με το τέλος του καλοκαιριού, να γυρίσει πίσω στην Αυστραλία, όταν τα σχέδια ανατρέπονται και παραμένουν στην Καλιφόρνια, με την Sandy να ξεκινά τη νέα σχολική χρονιά στο σχολείο Rydell High, όπου, χωρίς να το ξέρει, φοιτά εκεί και ο Danny. Όταν ο ένας ανακαλύπτει τον άλλον, ο Danny, ο οποίος είναι ο αρχηγός μιας συμμορίας greasers γνωστής ως ‘Τ-Birds - (στα κορίτσια του σχολείου υπάρχει η συμμορία των ‘Pink Ladies’ Ντάνι, με αρχηγό την Rizzo) - φοβάται να χαλάσει την εικόνα του «σκληρού», και προσπαθεί να κρύψει τον ενθουσιασμό του για την καλοκαιρινή του αγάπη. 

Η Sandy πληγώνεται και του κάνει νούμερα με έναν γλυκανάλατο αθλητικό τύπο. Ο Danny μετανιώνει, προσπαθεί να την κερδίσει, και μετά από διάφορα επεισόδια και πολλή μουσική και χορό, αλλά και αγώνα αυτοκινήτων, τα βρίσκουν στο τελείωμα της σχολικής χρονιάς. Η Sandy προηγουμένως, έχει αποχαιρετήσει την σεμνή “Sandra Dee” και έχει μεταλλαχθεί σε «κακό κορίτσι», αλλάζοντας χτένισμα και φορώντας ένα ασφυκτικά στενό δερμάτινο παντελόνι.   



Ορισμένα περιστατικά:

  • Ο Jeff Conaway τραυματίστηκε σοβαρά στην πλάτη του όταν γύριζαν το «Greased Lightning».
  • Το παντελόνι που φορούσε η Olivia Newton John στη σκηνή που τραγουδούσε το «You ‘re the one that I want» ήταν τόσο στενό, με αποτέλεσμα να σπάσει το φερμουάρ της!
  • Το καστ μάσησε περίπου 100.000 τσίχλες κατά τη διάρκεια όλων των γυρισμάτων, μέχρι 5.000 τσίχλες ημερησίως!
  • Το greased lightning”αυτοκίνητο (‘Iconic Hell's Chariot’) ήταν ένα Mercury Series 9CM του 1949. Βρέθηκε σε γκαράζ των Paramount studios και ετοιμάστηκε καταλλήλως. Το αυτοκίνητο πουλήθηκε σε δημοπρασία για 600.000 δολάρια.

Τραγούδια:

Το τραγούδι "Hopelessly Devoted to You" ήταν υποψήφιο για Όσκαρ Καλύτερης Μουσικής-Πρωτότυπου Τραγουδιού. Το τραγούδι "You're the One That I Want", που τραγουδάει ο Travolta και η Newton-John, κυκλοφόρησε ως single πριν από την κυκλοφορία της ταινίας. Το ομώνυμο τραγούδι της ταινίας ήταν επίσης ένα νούμερο ένα hit single για τον Frankie Valli. Το τραγούδι "Look at Me, I'm Sandra Dee" αναφερόταν στον διάσημο ηθοποιό & τραγουδιστή της δεκαετίας του ‘50, Sal Mineo, στην αρχική του έκδοση, αλλά ο Mineo σκοτώθηκε από μαχαιριά που δέχτηκε στην καρδιά από έναν μαύρο κακοποιό και πέθανε ένα χρόνο πριν από τα γυρίσματα της ταινίας, οπότε ο στίχος άλλαξε και η αναφορά έγινε στον Elvis Presley (“Elvis, Elvis, let me be!”). Συμπτωματικά, αυτή η σκηνή, και οι σκηνές πριν και μετά από αυτό γυρίστηκαν στις 16 Αυγούστου, 1977, την ημέρα του θανάτου του Elvis Presley. Λέγεται ότι προτάθηκε στον Elvis Presley να παίξει τον ρόλο του «φύλακα αγγέλου», αλλά δεν δέχτηκε.
Σκηνές:

Η εναρκτήρια σκηνή της παραλίας γυρίστηκε στην Leo Carrillo State Beach στο Μαλιμπού, κάνοντας ρητή αναφορά στην «Όσο υπάρχουν άνθρωποι». Οι σκηνές στο Rydell, γυρίστηκαν σε σχολείο στο Venice της Καλιφόρνια. Η σκηνή στο drive-in γυρίστηκε στο Burbank Pickwick Drive-In (κατεδαφίστηκε το 1989 και πήρε τη θέση του ένα εμπορικό κέντρο). Ο αγώνας με τα αυτοκίνητα γυρίστηκαν στο ποτάμι του Λος Άντζελες. 

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

The Duane Eddy story

Ένας από τους πρώτους guitar heroes, ο Duane Eddy έβαλε το ήχο twang (γρατζούνισμα) στο rock and roll με φημισμένα κομμάτια όπως το "Rebel Rouser", το "Peter Gunn" και το "Because They're Young". Πολλοί τίτλοι των άλμπουμ του περιέχουν την λέξη twang, όπως “Thang” (1960), Twistin’ and Twangin’ (1962) και  “Twangin’” Up a Storm! (1963).


Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο Eddy είχε μια σειρά από επιτυχίες με παραγωγό τον Lee Hazlewood πουλώντας 12 εκατομμύρια δίσκους μέχρι το 1963.  Ο ήχος της twangy κιθάρας ακούστηκε σε καλλιτέχνες όπως ο Bruce Springsteen (στο “Born to Run”) καθώς και Beatles, the Ventures, Creedence Clearwater Revival, Dave Edmunds, Chris Isaak, Mark Knopfler και πολλούς άλλους.


Ο Eddy γεννήθηκε στην Corning της Νέας Υόρκης το 1938. Ενώ ήταν στα πρώτα εφηβικά του χρόνια μετακόμισε με την οικογένειά του στο Φοίνιξ, όπου μια demo κασέτα βρέθηκε στα χέρια του Hazlewood, που ήταν τότε ένας τοπικός disk jockey. Μαζί, βρήκαν μια μαγική φόρμουλα που είχε επίκεντρο το μοναδικό στυλ παιξίματος του Eddy. Ο Eddy φρόντισε να συνθέσει δυνατές, δραματικές μελωδίες και να μεταβάλλει το ύφος του. Στοιχεία της country, της jazz και της gospel ταίριαξαν στα instrumentals του, με κομμάτια όπως το "Cannonball", το "Rebel Rouser" και το “Forty Miles of Bad Road.”

Στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, ο Eddy είχε μεγάλη επιτυχία σε μουσικά θέματα για ταινίες (“Because Theyre Young,” “Pepe”) και τηλεοπτικές εκπομπές (“Peter Gun,” “The Ballad of Palladin”). Απέδειξε, επίσης, το εύρος του ταλέντου του με την καταγραφή country και surf υλικού ακόμα και διασκευάζοντας instrumental τραγούδια του Bob Dylan. Όμως η σειρά των επιτυχιών τελείωσε απότομα το 1963, καθώς ο Eddy έγινε άλλο ένα θύμα των Beatles και των συγκροτημάτων της British Invasion. Κατά ειρωνικό τρόπο, ο George Harrison και ο Paul McCartney ήταν μεγάλοι θαυμαστές του Eddy και ηχογράφησε και με τους δυο τους δίσκους αργότερα.



Οι δίσκοι του Eddy ήταν εξίσου επιτυχείς στο Ηνωμένο Βασίλειο, και το 1960, οι αναγνώστες του περιοδικού New Musical Express (NME) του Ηνωμένου Βασιλείου τον ψήφισαν Number One μουσική προσωπικότητα στον κόσμο, εκτοπίζοντας τον Elvis Presley
Ενώ τα χρόνια δόξας των ετών 1958 έως 1963 έχουν περάσει προ πολλού, ο ήχος της κιθάρας του Duane Eddy αντηχεί μέσα από τις δεκαετίες. Στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα έκανε ένα comeback.

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

The Mac Curtis story

Ο Mac Curtis γεννήθηκε ως Wesley Erwin Curtis, Jr. στις 16 Ιανουαρίου του 1939 στο Fort Worth του Τέξας. Ο Κέρτις άρχισε να παίζει κιθάρα στην ηλικία των 12, σε τοπικούς διαγωνισμούς ταλέντων. Το 1954, η οικογένειά του μετακόμισε στο Weatherford του Τέξας, ενώ εκεί σχημάτισε ένα συγκρότημα με δύο συμμαθητές του, τον Jim και τον Ken Galbraith. Έπαιζαν σε σχολικές εκδηλώσεις, αλλά κατά τη διάρκεια ενός από αυτές, το show διεκόπη λόγω κινήσεων επί σκηνής που περιείχαν «σεξουαλικά υπονοούμενα». 
Έτσι, το συγκρότημα έπαιζε πλέον σε τοπικό επίπεδο, και το 1955 τους προσφέρθηκε μια συμφωνία με την εταιρία ‘King Records’, με την οποία κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο single τους "If I Had Me a Woman".


Λίγο αργότερα, ο Alan Freed τους άκουσε και τους κάλεσε να παίξουν για το Christmas radio special το 1956. Ο Curtis επέστρεψε στο Weatherford για να τελειώσει το σχολείο το 1957, και στη συνέχεια έγινε disc jockey στη Σεούλ της Κορέας μετά την ένταξή του στο στρατό. Κατά την επιστροφή του το 1960, συνέχισε να εργάζεται ως DJ στο Νότο, και κυκλοφόρησε μερικά άλμπουμ, με το ‘The Sunshine Man’ του 1968, να φτάνει στο νο 35 στα αμερικάνικα Country charts.  

Στη δεκαετία του 1970, καθώς το rockabilly απέκτησε και πάλι δημοτικότητα, άρχισε να ηχογραφεί με τον Ray Campi και υπέγραψε στην ‘Rollin' Rock Records’ του Ronnie Weiser. Το 1970, ο Mac Curtis είχε δύο χιτ στα αμερικάνικα Billboard country chart, το "Early In The Morning" (νο 35) και το "Honey, Don't" (νο 43). 


Ως τραγουδιστής ήταν ακόμα ενεργός στη δεκαετία του 1980 και 1990. Αργότερα εισήλθε στο Rockabilly Hall of Fame.



Πέθανε στις 16 Σεπτεμβρίου του 2013, σε ηλικία 74 ετών, μετά από τραυματισμό σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα τον προηγούμενο μήνα. 

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

The Sandy Nelson story



Ο θρυλικός rock 'n' roll ντράμερ Sandy Nelson γεννήθηκε ως Lloyd Sander Nelson στις 1 Δεκεμβρίου, 1938, στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια

Ξεκίνησε την καριέρα του ως μέλος των Kip Tyler and the Flips, που έκαναν live εμφανίσεις σε rock 'n' roll shows. Ο Νέλσον έπαιζε το "To Know Him Is To Love Him" των Teddy Bears και τον δίσκο "Crazy Times" του Gene Vincent (1959). Εκείνη την χρονιά ο Νέλσον αποφάσισε να χρηματοδοτήσει ένα δικό του demo, το instrumental "Teen Beat". Κατέληξε στην εταιρία του disc jockey Art Laboe που μόλις είχε ένα χιτ με το "Bongo Rock" του Preston Epps. Ο Laboe βελτίωσε το demo με overdubs και το αποτέλεσμα ήταν ένα χιτ νο 4 στις ΗΠΑ και νο 9 στο Ηνωμένο Βασίλειο. 

Στα τέλη του 1959 υπέγραψε στην Imperial, που κυκλοφόρησε το πρώτο του LP, τον Ιανουάριο του 1960. Τα πρώτα του πέντε singles ήταν αποτυχίες, όμως ο φίλος του Richie Podolor τον βοήθησε να γράψει το "Let There Be Drums" που έμελε να γίνει η μεγαλύτερη επιτυχία του.  Εδώ ο ήχος τυμπάνων ήταν πολύ πιο επιτήδειος από το "Teen Beat" και ο δίσκος έφτασε στο νο 7. Τα πήγε ακόμα καλύτερα στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου έφτασε στο νο 3 στις αρχές του 1962. 


Ο Nelson κυκλοφόρησε έξι άλμπουμ το 1962, όλα τους καλής ποιότητας. Η επιτυχία του στα charts  επιβραδύνθηκε το 1963, αλλά όχι η δραστηριότητα ηχογράφησης, μέχρι που ο Sandy υπέστη μια τραγική απώλεια στα τέλη του έτους. Μετά από ένα ατύχημα με την μοτοσικλέτα, έπρεπε να ακρωτηριαστεί μέρος του δεξιού του ποδιού. Παρά τον τραυματισμό του, επέστρεψε στο drumming και έκανε ένα comeback στα τέλη του 1964 με το "Teen Beat '65" που πήγε καλά.

Στη συνέχεια εκσυγχρόνισε τον ήχο του και συνέχισε να ηχογραφεί άλμπουμς για την Imperial (μέχρι το 1970) και στη συνέχεια, πιο σποραδικά, για την United Artists. Για πολλά χρόνια έπαιζε με μια μικρή μπάντα γύρω από το Λος Άντζελες. Ο Νέλσον παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό ανενεργός μουσικά μετά το 1978 και ηχογραφούσε πολύ σπάνια. Δεν έκανε oldies παραστάσεις, είχε και τον μόνιμο πόνο στο πόδι του. Ωστόσο, το 2002, έκανε δεκτή την πρόσκληση να παίξει μετά τον Glen Glenn στο ετήσιο rockabilly φεστιβάλ ‘Viva Las Vegas’.

Σήμερα ο Nelson ζει στο Boulder City της Νεβάδα. Το 2009 έβγαλε ένα νέο CD ​​με πρωτότυπες συνθέσεις ("Nelsonized" με τον Sandy Νέλσον και τους Sin City Termites).

Η καλύτερη συλλογή του είναι πιθανώς το "Rock 'n' Roll Drumbeat" (1995) καθώς και το "The Very Best Of Sandy Nelson" (2003).

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

The Micke Muster story



Ο Micke Muster γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου του 1962 στο Svenstavik, Jamtland της Σουηδίας. Ανάμεσα στους πολλούς τραγουδιστές-πιανίστες που επηρεάστηκαν από τον Jerry Lee Lewis, ο Σουηδός Micke είναι ένας από τους καλύτερους, αν όχι ο καλύτερος. Ξεκίνησε να παίζει πιάνο σε ηλικία τεσσάρων ετών, στο σπίτι ενός γείτονα, εκπλήσσοντας τους πάντες με τους rocking ήχους που μπορούσε να βγάζει από το πιάνο. Όταν ήταν οκτώ, η οικογένειά του μετακόμισε στο Hagalund, λίγο έξω από τη Στοκχόλμη. Εκεί ο Micke δεν είχε πιάνο, έλυσε αυτό το πρόβλημα επισκεπτόμενος πολλά καταστήματα μουσικής, και λέγοντας ότι «όπου να ναι θα έρθουν οι δικοί μου!» και έτσι κέρδιζε πολύτιμο χρόνο παίζοντας το αγαπημένο του πιάνο πριν τον καταλάβουν και τον πετάξουν έξω από το μαγαζί!

Σε ηλικία 13 ετών πήρε τελικά το δικό του πιάνο. Εν τω μεταξύ είχε ανακαλύψει τη μουσική του Elvis Presley και του Jerry Lee Lewis (Live at the Star Club LP) και αποφάσισε ότι αυτό ήταν το είδος της μουσικής που ήθελε να παίξει.

Το 1985 ο Micke σε ηλικία 24 χρονών, συνάντησε το είδωλό του, τον Jerry Lee για πρώτη φορά. Ο Jerry έμενε στο Plaza Hotel στη Στοκχόλμη και υπήρχαν φήμες ότι ο Killer μπορεί να έπαιζε μερικά τραγούδια στο μπαρ του ξενοδοχείου. Οι φανς συγκεντρώθηκαν γύρω από το πιάνο, αλλά όταν ο Jerry Lee δεν εμφανίστηκε, ο Micke άρχισε να συνθλίβει τα πλήκτρα. Μετά από περίπου μισή ώρα, έφτασε ο Τζέρι και στάθηκε δίπλα στο πιάνο για να ακούσει. Ο Micke εξήγησε ότι δεν είχε την πρόθεση να πάρει την θέση του Jerry, αλλά ο Killer τον ενθάρρυνε να συνεχίσει να παίζει και μετά τον κάλεσε να παίξει boogie woogie μαζί του! Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του, ο Micke προσκλήθηκε να παίξει πιάνο για το soundtrack του JLL της ταινίας του 1989 "Great Balls of Fire", αλλά δεν δέχτηκε την προσφορά και συμβούλεψε ότι ο ίδιος ο Jerry Lee θα έπρεπε να γράψει το soundtrack, κάτι που έκανε.

Το πρώτο άλμπουμ του Micke, "Rockfire" κυκλοφόρησε το 1988. Μέχρι τότε έπαιζε σε όλη τη Σουηδία, σε κάθε είδους εκδήλωση, συμπεριλαμβανομένων τηλεοπτικών εμφανίσεων. Εδώ είναι η πρώτη του τηλεοπτική εμφάνιση:


Το δεύτερο άλμπουμ του, "I Call It Rock 'n' Roll", κυκλοφόρησε το 1993 και από το 1995 και μετά, ο Micke έβγαζε ένα CD κάθε χρόνο, συμπεριλαμβανομένου ενός μεγάλου live άλμπουμ και ενός διπλού CD με 42 κομμάτια το 2003, ενός CD αφιερωμένου στο rock 'n' roll και ενός στην country. Έχει κυκλοφορήσει το DVD "Micke Muster Live: A Rock 'n' Roll Night" με την Linda Gail Lewis ως special guest (2004).


Ο Chris Woodford είχε γράψει : «Σπάνια μπορεί κανείς να έρθει τόσο κοντά στην αναπαραγωγή του ήχου του pumping piano του Killer».

Ένα από τα δυνατά σημεία του Micke είναι ότι γράφει πολύ δικό του υλικό. Σε κάποια άλμπουμ του, πάνω από τα μισά από τα κομμάτια είναι δικές του συνθέσεις. Και αν και είναι πάρα πολύ καλά μερικά απ’ αυτά, ο Micke έχει τη συνήθεια να τα ξαναγράφει ξανά και ξανά.

Επίσημη ιστοσελίδα: http://www.mickemuster.se/

Απολαύστε τον: