Τετάρτη 22 Μαΐου 2019

The Bobby Rydell story

Ο Bobby Rydell γεννήθηκε ως Robert Ridarelli (ιταλικής καταγωγής) στην Φιλαδέλφεια στις 26 Απριλίου 1942 και άρχισε την καριέρα του από 9 χρονών με εμφανίσεις στο τηλεοπτικό show Teen Club σαν τραγουδιστής και μίμος.
  
Το 1957 μπήκε σε ένα τοπικό συγκρότημα rock n roll, τους Rocco and the Saints, αλλά αργότερα ακολούθησε solo καριέρα κάτω από την καθοδήγηση του μάνατζερ Frankie Day. Οι εταιρίες δίσκων και απορρίψανε η μια μετά την άλλη κάθε πιθανότητα συνεργασίας με τον Rydell κι έτσι ο Day σχημάτισε την δική του εταιρία δίσκων, την Veko που κυκλοφόρησε δύο μικρούς δίσκους του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ακολούθησε συμβόλαιο με την εταιρία Cameo και τρεις ακόμα αποτυχημένοι δίσκοι προτού έρθει η αναγνώριση με το KissinTime το 1959 που ανέβηκε μέχρι το νο 11 του αμερικάνικου top.



Από την μια στιγμή στην άλλη ο συμπαθητικός με την εικόνα του «καλού παιδιού» έγινε των είδωλο teenagers σε ολόκληρη την Αμερική. Ανάμεσα στα χρόνια 1959 και 1963 ανέβασε στα tops άλλες 16 επιτυχίες με σημαντικότερες τις “We Got Love” (1959, νο 6 στις ΗΠα), “Wild One” (1960, νο 2 στις ΗΠΑ και 12 στην Μ. Βρετανία), “Swinging School” (1960, νο 5 στις ΗΠΑ), “Volare” (νο 4 στις ΗΠΑ - το τραγούδι υπήρξε η μεγάλη επιτυχία του Domenico Modugno το 1958), “Good Time Baby” (1961, νο 11 στις ΗΠΑ) και “Forget Him” (1963, νο 4 στις ΗΠΑ και 14 στην Βρετανία).




Τον Φεβρουάριο του 1961 εμφανίστηκε στο Festival du Rock στο Παρίσι. Το 1963 εμφανίστηκε στην ταινία “Bye Bye Birdie”, με τους Ann-Margret και Dick Van Dyke.

Η δημοτικότητά του μειώθηκε σιγά – σιγά με την εμφάνιση των Beatles και το όνομά του χάθηκε από το προσκήνιο.

Στην ταινία Grease, το σχολείο ονομάζεται "Rydell High" από το  Rydell!

Κυριακή 19 Μαΐου 2019

The Bobby Vee story


O Bobby Vee γεννήθηκε ως Robert Thomas Velline στο Fargo της Βόρειας Ντακότας στις 30 Απριλίου 1943. Οι γονείς του ήταν νορβηγικής και φινλανδικής καταγωγής. Η οικογένειά του είχε πάντα σχέση με την μουσική. Ο πατέρας του έπαιζε βιολί και πιάνο, ο θείος του έπαιζε πιάνο και οι δύο του αδελφοί έπαιζαν κιθάρα και ήταν μέλη μιας τοπικής μπάντας. Ο Vee έπαιζε σαξόφωνο πριν αρχίσει την κιθάρα. Ο αδελφός του Billy ήταν αυτός που σχημάτισε μια νεανική μπάντα με κύριο τραγουδιστή τον Bobby, καθώς ήταν ο μόνος που γνώριζε τα λόγια σε όλα τα τραγούδια. 
Το πρώτο του single, "Suzie Baby", γράφτηκε το 1959 στην εταιρία Soma που είχε έδρα την Minneapolis, είχε μια επιρροή από το "Peggy Sue" του Buddy Holly και έγινε επιτυχία στη Μινεσότα. 



Το επόμενο single του, ήταν το "What You Want?" του Adam Faith. Το επόμενο single του, "Rubber Ball" (1961, νο 6 σε ΗΠΑ και νο 1 σε Αυστραλία), τον έκανε ένα διεθνές αστέρι. Με το αθώο του πρόσωπο ο Vee και κάποια καλά τραγούδια δεν άργησε να γίνει ένα από τα πολλά teen idols της εποχής.



Με το "Take Care Of My Baby" το καλοκαίρι του 1961 έφτασε στο νο 1 στα pop chart του Billboard και στο νο 3 στα αγγλικά charts. Άλλα τραγούδια του που έγιναν επιτυχίες ήταν το "More Than I Can Say", "Run to Him", (1962), "The Night Has A Thousand Eyes", "Bobby Tomorrow", (1963). Το αρχικό όνομα του συγκροτήματος του Bobby ήταν The Shadows, αλλά άλλαξαν το όνομά τους σε The Strangers, όταν έμαθαν για τους The Shadows του Cliff Richard.


Η καριέρα του Vee ξεκίνησε νε μέσω μιας τραγωδίας που έμεινε γνωστή ως "Η Ημέρα που Πέθανε η Μουσική". Στις 3 Φεβρουαρίου του 1959,ο Buddy Holly, ο Ritchie Valens και ο Big Bopper, σκοτώθηκαν στη συντριβή ενός αεροπλάνου, μαζί με τον 21χρονο πιλότο Roger Peterson. (Ο Dion DiMucci, ο τέταρτος της μουσικής παρέας είχε επιλέξει να μην ταξιδέψει με το αεροπλάνο και σώθηκε). Το ατύχημα έγινε κοντά στο Clear Lake της Iowa, στο δρόμο για το επόμενο show στο Moorhead της Μινεσότα. Ο Velline (Vee), που τότε ήταν 15 ετών, και μια βιαστικά συγκροτημένη μπάντα μαθητών από το Fargo που ονομάζονταν The Shadows προθυμοποιήθηκαν να αναπληρώσουν τον Holly και το συγκρότημά του στο Moorhead. Το παίξιμό τους ήταν επιτυχημένο, βάζοντας τις βάσεις για την μετέπειτα σταδιοδρομία του Vee.
Η εμφάνιση των Beatles στην ποπ μουσική σκηνή το 1964 άλλαξε την ιστορία του rock and roll. Ξαφνικά τα αθώα τραγούδια και η υγιεινή εικόνα του Bobby Vee δεν ήταν πλέον στη μόδα. Σύντομα εξαφανίστηκε από τα charts.

Το 1967, επέστρεψε δυναμικά με το "Come Back When You Grow Up" το οποίο ανέβηκε στο νούμερο τρία. Είχε κάποιες άλλες μικρές επιτυχίες, πριν χαθεί ξανά, ενώ το 1972 ένα άλμπουμ του δεν πήγε καθόλου καλά.


Στη δεκαετία του '80, ο Vee άρχισε να κάνει ταξίδια στο εξωτερικό. Το 1988 περιόδευσε στην Αμερική με τους ανανεωμένους Crickets.

Στην αρχή της καριέρας του ο Vee είχε κάνει κάποιες περιοδείες με ένα μουσικό που ονόμαζε τον εαυτό του Elston Gunnn, ενώ το πραγματικό του όνομα ήταν Robert Allen Zimmerman, γνωστός αργότερα ως Bob Dylan.

Ο Vee πέθανε στις 24 Οκτωβρίου του 2016, σε ηλικία 73.

Τρίτη 7 Μαΐου 2019

The Dwight Pullen story


Ο Dwight Pullen γεννήθηκε στις 5 Μαρτίου 1931 στο μια φτωχή γειτονιά στο Blountsville της Αλαμπάμα. και άρχισε να παίζει κιθάρα και τραγούδι ενώ ήταν ακόμα στο σχολείο. Ήταν επίσης γνωστός ως Whitey Pullen στην country μουσική σκηνή. Ο Dwight είχε τέσσερις αδελφούς και τέσσερις αδελφές, όλοι τους έπαιζαν μουσική, αλλά ο Dwight ήταν αυτός που το πήρε πραγματικά σοβαρά. Όταν ο Dwight ήταν 10 ετών, η οικογένειά του μετακόμισε στην Καλιφόρνια για λόγους εργασίας. Ήταν στο σχολείο που ο Dwight σχημάτισε την πρώτη του μπάντα μαζί με τους Cotton Brown, Larry Murphy και Jimmy Webb.

Ηχογράφησε κάνα δυό γνωστά τραγούδια, το ένα και το πιο γνωστό ήταν το Sunglasses After Dark και το άλλο το “Teen Age Bug” το 1958 για την εταιρία Delta Record Company. Αυτές οι ηχογραφήσεις έλαβαν καλές κριτικές στο Billboard Magazine στις 3 Μαρτίου 1958. Κανένα από τα τραγούδια δεν το έφτασε στα charts του Billboard.


Τον Μάιο του 1959 κυκλοφόρησε το «Let's All Go Wild» και κατά τη διάρκεια εκείνου του καλοκαιριού έγινε και ο road manager του Gene Vincent. Τον Αύγουστο του 1959, ο Gene ηχογράφησε δύο από τα τραγούδια του Pullen για το άλμπουμ του (Crazy Times). Αυτά ήταν το “Everybody's Got A Date But Me” και το “She She Little Sheila”.


Τον Νοέμβριο του 1959, η Sage Records κυκλοφόρησε τον τελευταίο δίσκο της σύντομης, δυστυχώς, ζωής του. Αυτός ήταν το “Tuscaloosa Lucy”/”Waltz Of The Steel Guitar”.


Πέθανε 24 Νοεμβρίου 1961 από καρκίνο σε ηλικία μόλις 30 ετών.

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2019

The Dick Dale story (RIP Dick Dale)


Ο Dick Dale, που ονομάστηκε ο "Βασιλιάς της Κιθάρας Surf",  γεννήθηκε ως Richard Monsour στη Βοστώνη το 1937. Ο πατέρας του ήταν Λιβανέζος και η μητέρα του Πολωνέζα. Από παιδί, άκουγε τη λαϊκή μουσική και από τις δύο κουλτούρες, γεγονός που είχε αντίκτυπο στην αίσθηση της μελωδίας και στους τρόπους με τους οποίους θα διάλεγε αργότερα όργανα με χορδές. Άκουγε επίσης και μεγάλες swing μπάντες και ο πρώτος του μουσικός ήρωας ήταν ο drummer Gene Krupa, ο οποίος αργότερα τον επηρέασε στο πώς να παίζει κιθάρα. Ο πατέρας του τον ενθάρρυνε να ασχοληθεί επαγγελματικά με την κιθάρα και το 1954, η οικογένεια μετακόμισε στη νότια Καλιφόρνια.

Ύστερα από προτροπή ενός DJ της country, ο Monsour υιοθέτησε το όνομα Dick Dale και άρχισε να παίζει σε τοπικά show talent, όπου το ενδιαφέρον του για το rockabilly τον έκανε δημοφιλή. Ηχογράφησε ένα demo τραγούδι, το "Ooh-Whee Marie", για την τοπική εταιρεία Del-Fi. Στα τέλη της δεκαετίας του '50, ο Dale έγινε surfer και σύντομα βρήκε τον τρόπο να μιμείται τους ήχους και τα συναισθήματα του σπορ και του ωκεανού στην κιθάρα του και γρήγορα βρήκε ένα ενθουσιώδες ακροατήριο στους φίλους του σερφ. Ο Dale άρχισε να παίζει τακτικά σε συναυλίες στο Rendezvous Ballroom κοντά στο Newport Beach, με την υποστηρικτική μπάντα του Del-Tones. Σύντομα ο Dale έγινε δημοφιλής και τον Σεπτέμβριο του 1961, η Deltone κυκλοφόρησε το single "Let's Go Trippin", το οποίο θεωρείται το πρώτο ηχογραφημένο surf instrumental.


Το "Let's Go Trippin" έγινε τεράστια επιτυχία και μάλιστα σε εθνικό επίπεδο. Ο Dale κυκλοφόρησε μερικά ακόμη τοπικά singles, όπως το "Jungle Fever", το "Misirlou" και το "Surf Beat", και το 1962 κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ, το πρωτοποριακό Surfer's Choice, με την Deltone

Το "Misirlou" (Μισιρλού), που σημαίνει Αιγύπτια ήταν ένα προπολεμικό τραγούδι που πρωτοδισκογραφήθηκε από τον γνωστό στην Αμερική Τέτο Δημητριάδη (1927), αλλά διαθέτει μελωδία που ήταν ήδη γνωστή στην ανατολική Μεσόγειο. Περαιτέρω, το κομμάτι είχε ήδη διασκευαστεί με τζαζ ενορχήστρωση στην Αμερική το 1941, από τον Έλληνα μετανάστη Νίκο Ρουμπάνη. Η «σπιντάτη» εκτέλεση του Dale ήταν αυτή που έκανε γνωστό το τραγούδι στις Ηνωμένες Πολιτείες.


Η επιτυχία του Surfer's Choice τον έφερε σε συνεργασία με την Capitol Records, την προβολή του στο περιοδικό Life το 1963, και σε εμφανίσεις στο The Ed Sullivan Show και στο φιλμ Beach Party. Επίσης κυκλοφόρησε τον επόμενο δίσκο LP King of the Surf Guitar και μετά άλλα τρία άλμπουμ με την Capitol μέχρι το 1965. Κατά το διάστημα αυτό, ανέπτυξε μια στενή σχέση συνεργασίας με τον Leo Fender, ο οποίος συνέχισε να κατασκευάζει μεγαλύτερα και καλύτερα ηχητικά συστήματα για τα γούστα του Dale για πιο δυναμικές και ζωντανές εμφανίσεις.


Η μουσική Surf έγινε μια εθνική μανία, με συγκροτήματα όπως οι Beach Boys και οι Jan & Dean, αλλά το 1964, η βρετανική εισβολή έκλεψε μεγάλο μέρος της βροντής του surf και ο Dale διώχθηκε από την Capitol το 1965.

Αφού επέζησε από καρκίνο άρχισε να έχει άλλα ενδιαφέροντα: να φροντίζει μια ποικιλία απειλούμενων ζώων, να σπουδάζει πολεμικές τέχνες, να σχεδιάζει το σπίτι των ονείρων του και να μαθαίνει να οδηγεί αεροπλάνα. Το 1979, υπέστη μια λοίμωξη που σχεδόν του κόστισε το πόδι του. Εμφανιζόταν περιστασιακά γύρω από τη Νότια Καλιφόρνια σε όλη τη δεκαετία του '70 και '80.
Το 1986 προσπάθησε να επιστρέψει ηχογραφώντας ένα single. Εμφανίστηκε το 1987 στην ταινία “Back to the Beach” όπου έπαιξε ντουέτο με τον Stevie Ray Vaughan το "Pipeline" των Chantays, το οποίο και προτάθηκε για Grammy για το Καλύτερο Rock Instrumental.


Κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Tribal Thunder” το 1993, αλλά η επιστροφή του Dale δεν ήταν ολοκληρωμένη έως ότου το "Misιrlou" επελέγη ως το opening theme για την ταινία Pulp Fiction του 1994 του Quentin Tarantino. Το "Miserlou" έγινε συνώνυμο της αισθητικής του Pulp Fiction και σύντομα συνόδευε αμέτρητα διαφημιστικά σποτ (όπως και πολλά άλλα του κομμάτια Dale). Ως αποτέλεσμα, το “Tribal Thunder” και το “Unknown Territory”, που ακολούθησε το 1994, προσέλκυσαν πολλή προσοχή, κερδίζοντας θετικές κριτικές και εκπληκτικά δυνατές πωλήσεις.


Το 2001, κυκλοφόρησε το “Spacial Disorientation”,μετά από το οποίο σταμάτησε να ηχογραφεί, αλλά συνέχισε να παίζει συχνά, ακόμα και όταν είχε μυριάδες προβλήματα υγείας, όπως διαβήτη, ορθοκολικό καρκίνο και προβλήματα με την καρδιά και τα νεφρά.


Ο Dale είχε ακόμα ένα πολυάσχολο πρόγραμμα συναυλιών, όταν πέθανε στις 16 Μαρτίου 2019, σε ηλικία 81 ετών.

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

The Connie Francis story


Η Connie Francis (κανονικό όνομα: Concetta Rosa Maria Franconero), γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1938 στο Newark του New Jersey σε οικογένεια Ιταλών μεταναστών.

Ξεκίνησε την καριέρα της στα τρία, παίζοντας ακορντεόν που της αγόρασε ο πατέρας της. Το όνειρο του πατέρα της ήταν η κόρη του να έχει κάποτε τη δική της μουσική σχολή. Στην ηλικία των δέκα, έγινε δεκτή στο Startime, μια τηλεοπτική εκπομπή της Νέας Υόρκης που εμφανίζονταν ταλαντούχα παιδιά τραγουδιστές και καλλιτέχνες. Πρώτη φορά θα έπαιζε κάποιος ακορντεόν. Ο παρουσιαστής, ο θρυλικός τηλεοπτικός κυνηγός ταλέντων Arthur Godfrey, δυσκολεύτηκε να προφέρει το όνομά της και πρότεινε κάτι "εύκολο και ιρλανδικό", το οποίο μετατράπηκε σε Francis. Τελικά στην Francis δόθηκε μια εβδομαδιαία εκπομπή στο Startime για τέσσερα χρόνια, στην οποία πλέον τραγουδούσε.

Αφού καμία δισκογραφική εταιρία δεν την δεχόταν, η 16χρονη Francis υπέγραψε συμβόλαιο με την MGM μόνο επειδή ένα από τα τραγούδια στο demo της, το "Freddy", ήταν και το όνομα του γιου του προέδρου! Το "Freddy" κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1955 ως το πρώτο single της. Μετά από μια σειρά αποτυχίες, στις 2 Οκτωβρίου 1957 και καθώς είχε πρόσφατα αποδεχθεί μια προπληρωμένη υποτροφία στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, σχεδίαζε να βάλει τέλος στην καριέρα της ως τραγουδίστρια. Έχοντας ηχογραφήσει δύο τραγούδια, ευχαρίστησε τους τεχνικούς και τους μουσικούς, πιστεύοντας ότι δεν θα ηχογραφήσει τρίτο, ένα παλιό τραγούδι από το 1923, το "Who's Sorry Now?" που είχαν γράψει οι Bert Kalmar και Harry Ruby, ένα τραγούδι που ακούστηκε και στην ταινία των αδελφών Marx Brothers “A Night in Casablanca” (1946). Όταν ο Dick Clark το έπαιξε στο American Bandstand, είπε στα οκτώ εκατομμύρια τηλεθεατές της συναυλίας ότι η Connie Francis ήταν «μια νέα τραγουδίστρια που κατευθύνεται κατ 'ευθείαν για το νούμερο ένα».

Το "Who's Sorry Now?" ήταν η πρώτη από τις μεγάλες επιτυχίες της Francis σε παγκόσμιο επίπεδο. Μέχρι το 1967, είχε πουλήσει 35 εκατομμύρια παγκοσμίως, με 35 τραγούδια που ανέβηκαν στα Top 40 των αμερικάνικων charts και με αρκετούς που ανέβηκαν στο νούμερο ένα ("Everybody's Somebody's Fool", "My Heart Has a Mind of Its Own", "Don't Break the Heart That Loves You" και "Stupid Cupid"). 


Το 1963 κυκλοφόρησε το "In the Summer of His Years", το οποίο γράφτηκε ως φόρο τιμής στον δολοφονημένο John F. Kennedy.

Η Francis είχε μια άνεση με τις γλώσσες και ήταν ένα από τα πρώτα ονόματα της ποπ που ηχογράφησε τα τραγούδια της σε άλλες γλώσσες. Το Where the Boys Are από την ομώνυμη ταινία του 1961 το τραγούδησε σε έξι γλώσσες. 

Τραγούδησε ακόμα και στα ελληνικά το «Τα Παιδιά του Πειραιά»!


Έχει πρωταγωνιστήσει σε τέσσερις ταινίες, τραγουδούσε σε ταινίες για ηθοποιούς που δεν μπορούσαν να τραγουδήσουν και ήταν φιλοξενούμενη σε αμέτρητα τηλεοπτικά σόου. Τα άλμπουμ της στα ιταλικά και τα εβραϊκά μεταμόρφωσαν την Francis από ένα εφηβικό είδωλο σε μια ώριμη ερμηνεύτρια σε κορυφαία νυχτερινά κέντρα σε όλο τον κόσμο. Υπήρξε επίσης και συνθέτρια σε τραγούδια που έγιναν μεγάλες επιτυχίες από άλλους καλλιτέχνες, όπως το "Somewhere My Love" (Andy Williams), το "Strangers in the Night", το "Angel in the Morning" και το "When Will the Apples Fall".

Λόγω των μεταβαλλόμενων τάσεων στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του 1960, δηλαδή της βρετανικής εισβολής, οι επιτυχίες στα charts του Billboard άρχισε να εξαφανίζεται μετά το 1963. Το 1962 είχε την τελευταία επιτυχία το "Vacation". Τα singles της συνέχισαν να φτάνουν στην κορυφή των 40 στο US Hot 100 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '60, με την τελευταία της κορυφαία συμμετοχή να είναι το "Be Anything (Be Be Mine)" του 1964.

Στα τέλη του 1969, η σύμβαση της με την MGM Records έληξε και αποφάσισε να μην συνεχίσει πλέον, κουρασμένη από σχεδόν 15 χρόνια αδιάκοπων ηχογραφήσεων, ζωντανών εμφανίσεων, τηλεοπτικής και κινηματογραφικής δουλειά και ταξιδιών και να ζήσει μια οικογενειακή ζωή σχεδόν αποσυρμένη με τον τρίτο σύζυγό της. Από το 1970 έως το 1973, η Francis εμφανίστηκε μόνο περιστασιακά ως προσκεκλημένη σε τηλεοπτικές εκπομπές.

Επέστρεψε στο στούντιο το 1973, για το "The Answer". Το 1974, ο σύζυγός της την ενθάρρυνε να επιστρέψει στη σκηνή, με καταστροφικές συνέπειες. Μετά την τρίτη της παράσταση, βιάστηκε στο ξενοδοχείο όπου διέμενε. Αυτό το συμβάν συνέβαλε στο τέλος του γάμου της. Ακολούθησαν και άλλα τραγικά περιστατικά όπως όταν μετά από μία εγχείρηση το 1975 έχασε για ένα διάστημα τελείως την φωνή της και το 1981 που δολοφονήθηκε άγρια ​​ο αδελφός της από εκτελεστές της Μαφίας, έπεσε σε κατάθλιψη, ενώ διαγνώστηκε με διπολική διαταραχή. Τελικά επέστρεψε στη σκηνή και την ηχογράφηση το 1989, και συνεχίζει να τραγουδάει σε sold-out ακροατήρια.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018

The Neil Sedaka story



Ο Neil Sedaka γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, στις 13 Μαρτίου του 1939. Και οι δύο γονείς του ήταν εβραϊκής καταγωγής. Ήδη από την ηλικία των 8 ετών, έπαιζε πιάνο και η μητέρα του ήθελε να γίνει πιανίστας της κλασσικής μουσικής. Εκείνου όμως του άρεσε η ποπ μουσική και το 1952 γνώρισε τον Howie Greenfield, έναν έφηβο ποιητή και συγγραφέα στίχων και οι δύο τους άρχισαν μια καριέρα που θα συνεχιζόταν μέχρι την δεκαετία του '80.

Το 1956, ο Neil Sedaka σχημάτισε μια μπάντα από συμμαθητές του που ονομάστηκε Linc-Tones και μετά The Tokens. Τράβηξαν το ενδιαφέρον ενός παραγωγού δίσκων, του Morty Craft, ο οποίος κυκλοφόρησε δύο singles των Tokens που έγιναν τοπικές επιτυχίες. 


Λίγο αργότερα, ο Sedaka αποφάσισε να συνεχίσει σόλο, και κυκλοφόρησε το πρώτο του single με την εταιρία Decca, Snowtime. Μετά υπέγραψε στην RCA Victor. Το 1958, ο Sedaka έγραψε την πρώτη διεθνή επιτυχία, το “Stupid Cupid” που είχε ηχογραφήσει η Connie Francis. Άλλες επιτυχίες εκείνης της εποχής, μικρής όμως εμβέλειας, ήταν το "I Go Ape" και το "Crying My Heart Out for You". Ο ατζέντης του Sedaka έπεισε την RCA να του δώσουν άλλη μία ευκαιρία.

Τότε, ο Sedaka έκανε τα τρία πιο πετυχημένα singles της εποχής. Το "Oh! Carol", που είναι και το πιο γνωστό του τραγούδι, έφτασε στο Νο 9 στο Hot 100 το 1959 και πήγε στο Νο. 1 στην Ιταλία το 1960. Στην Μ. Βρετανία το τραγούδι έμεινε 17 εβδομάδες στην κορυφή των 40, φτάνοντας στο Νο 3 (4 εβδομάδες). Η δεύτερη πλευρά του δίσκου, το "One Way Ticket", έφτασε στο Νο. 1 στα pop charts στην Ιαπωνία. Ο Sedaka έβγαινε με την τραγουδίστρια Carole King όταν ήταν ακόμα στο σχολείο, γεγονός που του έδωσε την ιδέα να χρησιμοποιήσει το όνομά της στο τραγούδι!


Μεταξύ 1960 και 1962 ο Sedaka έκανε και άλλες επιτυχίες, μεταξύ των οποίων ήταν: "Stairway to Heaven" (No. 9, 1960), "You Mean Everything to Me" (No. 17, 1960), "Run, Samson, Run" (No. 27, 1960), "Calendar Girl" (No. 4, 1961); "Little Devil" (No. 11, 1961), "Happy Birthday Sweet Sixteen" (No. 6, 1961), "Breaking Up Is Hard To Do" (No. 1, 1962) και "Next Door to an Angel" (No. 5, 1962).


Μετά ήρθε η Beatlemania και μπήκε φραγμός στην σταδιοδρομία του. Επέστρεψε στη δεκαετία του 1970 με το "Laughter in the Rain" και το "Love Will Keep Us Together".

Στα τέλη της δεκαετίας του '80 ο Sedaka εισήχθη στο Hall of Fame των τραγουδοποιών. 

Ο Sedaka επισκέφτηκε την Ελλάδα και συμμετείχε στο "Rock 'n' Roll πάρτυ" του Αντ1 παραμονή πρωτοχρονιάς του 1992 με τον Ν. Μαστοράκη.