Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

The Houseshakers

Οι Houseshakers ήταν ένα βρετανικό rock and roll συγκρότημα που σχηματίστηκε στα τέλη του 1969, και ήταν ενεργό στις αρχές του 1970. Έπαιξαν με τον Gene Vincent στις δύο επισκέψεις του στην Ευρώπη, καθώς και  με τον Βο Diddley και τον Chuck Berry στη συναυλία Rock'n Roll Revival στο Γουέμπλεϊ στις 5 Αυγούστου 1972.

Το συγκρότημα είχε μέλη: Graham Fenton (φωνητικά), Tommy Husky, Jimmy Walls και Vic Searle.
 Ο Terry Clemson (ως ο Terry Gibson) στο παρελθόν έπαιξε στους The Downliners Sect. Ο Clemson και ο Fenton αποτέλεσαν αργότερα τους Hellraisers. Ο Graham Fenton προσχώρησε αργότερα στους Matchbox.

Ο Tommy Husky (Huskinson) έπαιξε σαξόφωνο στο 'Live at The Star Cub Hamburg' των Beatles.
 
Με το όνομα The Houseshakers εμφανίζεται σήμερα και άλλο rockabilly συγκρότημα από την Βρετανία.




Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

The Chuck Berry story


O Chuck Berry γεννήθηκε σαν Charles Edward Anderson Berry στο St. Louis του Μισσούρι, στις 18 Οκτωβρίου 1931, και άρχισε να τραγουδάει σε εκκλησιαστική χορωδία, σε ηλικία 6 ετών.
Έμαθε βασική κιθάρα σαν πήγαινε ακόμα στο γυμνάσιο και έκανε το ντεμπούτο του σε μια σχολική γιορτή, τραγουδώντας την κλασσική σύνθεση των μπλουζ, ConfessinThe Blues’. Ενώ πήγαινε ακόμη σχολείο καταδικάστηκε για ένοπλη ληστεία και έμεινε στην φυλακή από το 1944 ως το 1947.

Η επόμενη κίνηση του Berry ήταν σημαντική: ακολουθώντας τα βήματα πολλών μαύρων καλλιτεχνών του Νότου, πήγε στο Σικάγο, όπου συνάντησε ένα μουσικό που θαύμαζε από παλιά, τον Muddy Waters. Έπαιξε με το συγκρότημα του Waters στις αρχές του 1955 και ο καλλιτέχνης των μπλουζ πρότεινε στον Berry για να αποτανθεί στον Leonard Chess, πρόεδρο της εταιρίας δίσκων Chess και Checker, που είχε δώσει την ευκαιρία σε πολλούς μαύρους μουσικούς της περιοχής να δοκιμάσουνε την τύχη τους.

Ο Berry συναντήθηκε σύντομα με τον Chess, έκανε μια επίδειξη των φωνητικών του δυνατοτήτων και αμέσως μετά υπόγραψε μαζί του συμβόλαιο.
 
Ο πρώτος του δίσκος, το ‘Maybellene’, κυκλοφόρησε το Μάη του 1955. Πούλησε ένα εκατομμύριο αντίτυπα μέσα σε λίγες εβδομάδες και έφτασε το νούμερο 5 των τοπς της Αμερικής. Το Maybellene ξεπήδησε από το γενικότερο πλαίσιο των μπλουζ, αλλά το τραγούδι - γραμμένο από τον ίδιο τον Berry - ήταν αρκετά επηρεασμένο από την Country. Τούτο φαινότανε από τον ίδιο τον τίτλο, που ήταν ένα όνομα συχνά τραγουδισμένο σε κομμάτια hillbilly. Είναι χαρακτηριστικό πως ο ίδιος ο Berry
είχε πει κάποτε, «Η μόνη Maybellene πού ξέρω είναι μια αγελάδα». Ακόμα, ο έντονα τονισμένος ρυθμός του, είχε σημαντικές ομοιότητες με το ιδίωμα του rockabilly, μολονότι ή σκληρότητα τής κιθάρας θύμιζε καθαρά στύλ τού Σικάγο.


Ο γνωστός ντίσκ-τζόκεϋ, Alan Freed, αναφερότανε σαν συνθέτης του κομματιού επίσης και φαίνεται πιθανό πως, ο ήχος που δημιουργήθηκε τελικά, ήταν μέρος μιας επιθυμίας να επαναληφθεί η επιτυχία της νέας μουσικής που είχε δημιουργηθεί με μια επιμιξία μουσικών ιδιωμάτων. Το σχόλιο του ίδιου του Berry, πως «το δολάριο καθορίζει ποια μουσική θα γραφτεί», φαίνεται να επιβεβαιώνει τούτη την εντύπωση. Τούτο δεν σημαίνει πως η παράδοση της country ήταν τελείως άγνωστη σ’ αυτόν: συχνά έχει πει πως άκουγε πολύ μουσική country από τους ραδιοσταθμούς του Σαιντ Λούι.

Ο Berry καθιερώθηκε σταθερά σαν καλλιτέχνης σε μεγάλο αντίκτυπο μόνο σαν πραγματοποίησε σημαντικές τροποποιήσεις στο στοιχείο των blues που συναντάμε στη δουλειά του. Το τέταρτο σίνγκλ του, ‘Roll Over Beethoven’, έφτασε το τοπ-30 το 1956 και έδειξε το δρόμο που θάπρεπε να ακολουθήσει ό μαύρος καλλιτέχνης. Στα επόμενα δυο χρόνια, έγραφε την πιο σημαντική μουσική του σε μια σειρά από εμπορικά επιτυχημένους μικρούς δίσκους. Το ‘School Days’ και το ‘Rock and Roll Music’ έγιναν και τα δυο επιτυχίες του τοπ-10 το 1957. Την επόμενη χρονιά, το πιο επιτυχημένο του μέχρι τότε σίνγκλ, το ‘Sweet Little Sixteen, έφτασε το νούμερο 2, ενώ το ‘Johnny B. Goode’ ανέβηκε μέχρι το νούμερο 8 και το ‘Carol’ μπήκε επίσης στο τοπ-20.




Δεν ακολουθήσανε άλλες μεγάλες επιτυχίες μέσα στη δεκαετία του ‘50, αλλά αρκετές από τις μικρότερές του φανερώνουνε το ώριμο στυλ του και την επιρροή που είχε η μουσική του σε πολλούς συναδέλφους του. Το 1957, έχουμε τοOh, Baby Doll, που μπήκε στο τοπ-100 αλλά δεν ανέβηκε πιο πάνω από τα χαμηλότερα νούμερά του. Το 1958, τα Beautiful Delilah’, ‘Sweet Little Rock And Roller’, ‘Jo Jo Gunne και Run Rudolph Runμπήκανε όλα στα χαμηλότερα νούμερα των τοπς. Η Ιστορία επαναλήφθηκε την επόμενη χρονιά, με ταAnthony Boy’, ‘Almost Grown’, ‘Little Quennie και Back In The USA και το 1960 με ταToo Pooped To Popκαι Let It Rock’. Ο Berry ήταν πολυγραφότατος σαν συνθέτης και μερικές από τις πιο γνωστές του συνθέσεις δεν κυκλοφορήσανε καν σαν πρώτες πλευρές - όπως οι Memphis Tennesseeκαι ReelinAnd Rockin’.

Από την ταινία ‘Hot Wax’ (1978)



Το στυλ του Berry σ’ αυτή την περίοδο, διέθετε αρκετά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Ο «ροκατζίδικος» ρυθμός του Maybellene πρόβαλε αρκετές μουσικές αλλαγές, ενώ οι δίσκοι του ξεχωρίζανε αμέσως από την κλαψιάρικη κιθάρα και τα γρήγορα σόλα που χρησιμοποιούσε σαν εισαγωγές. Η όλη εντύπωση της ταχύτητας υπογραμμιζότανε από το ραγδαίο ρυθμό των στίχων. Το φωνητικό στυλ του δεν είχε τη σκληράδα που συνήθως συνδυαζότανε με τα μπλουζ των πόλεων και το rock n roll.
Στους στίχους του, ο Berry καθόρισε ένα νέο ακροατήριο. Αποκρυστάλλωσε το μήνυμα του rock n roll των λευκών teenagers, επαινώντας ένα τρόπο ζωής όπου η αναζήτηση των φυσικών απολαύσεων - ιδιαίτερα στη μορφή του χορού, της οδήγησης αυτοκίνητων και του σεξ - ήταν πρωταρχικής σημασίας.




Ο Berry εμφανίστηκε σε τέσσερις κινηματογραφικές ταινίες - τις ‘Rock, Rock, Rock’. ‘Mr. Rock And Roll, το 1957, Go Johnny Goκαι Jazz On A Summers Day, (με την παρουσία του στο Φεστιβάλ Τζαζ του Νηούπορτ) το 1959.


Ξαφνικά, στα τέλη του 1959, η καριέρα του διακόπηκε απότομα, όταν κατηγορήθηκε από τις αρχές για μεταφορά ανήλικου για ανήθικους σκοπούς από μια πολιτεία σε άλλη. Οι περιγραφές του επεισοδίου διαφέρουν, αλλά φαίνεται πως ο Berry έφερε μια Ινδιάνα από το Τέξας για να δουλέψει σαν βοηθός στο νάιτ κλάμπ που εμφανιζότανε, στο Σαίντ Λούι. Η αστυνομία υποψιάστηκε πως έκανε πορνεία. Κάποια στιγμή ο Berry την απόλυσε και κείνη ομολόγησε στην αστυνομία πως ήτανε μονάχα 14 χρονών. Τα τοπικά δικαστικά έγγραφα δείχνουν πως ο Berry καταδικάστηκε σε φυλάκιση δυο χρόνων που άρχισε το Φλεβάρη του 1962, μολονότι ο ίδιος το έχει διαψεύσει, λέγοντας πως αθωώθηκε και πως η κοπέλα τον ξεγέλασε, αφήνοντάς τον να πιστεύει πως ήτανε πάνω από 20 χρονών.
 

Ο Berry είχε μεγάλη επιρροή στη Βρετανία και στους Beatles αλλά και στη δουλειά πολλών Αμερικανών καλλιτεχνών της δεκαετίας του ‘60. Οι Beach Boys πήρανε τη μελωδία και τα κομμάτια της κιθάρας από το ‘Sweet Little Sixteen’ και απλά προσαρμόσανε πάνω τους τους στίχους του καλιφορνέζικου σέρφινγκ για την πρώτη τους μεγάλη επιτυχία, το SurfinUSA”.

Ο Berry ξανάρχισε τη δισκογραφική καριέρα του το 1964 με τα  ‘Nadine’ και το ‘Νο Particular Place To Go’. Ο δίσκος μπήκε στο τοπ-30 στην Αμερική και πούλησε αρκετά και στην Αγγλία, όπου το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη μουσική του είχε οδηγήσει στην επανακυκλοφορία του ‘Memphis Tennessee’ με φλιπσάιντ το ‘Let It Rock, τον περασμένο χρόνο και στην είσοδό του στο αγγλικό τοπ-10.




Το 1966, ο Berry άφησε την Chess και υπόγραψε ένα συμβόλαιο 50.000 δολαρίων με την Mercury. Έγραψε πέντε άλμπουμς γι’ αυτή την εταιρία στα επόμενα τρία χρόνια, που περιλαμβάνανε βασικά διασκευές τραγουδιών της δεκαετίας του ‘50. Η φήμη του, σαν ζωντανός εκτελεστής, έφτασε το ζενίθ της αυτή την περίοδο. Η κερασόχρωμη Gibson του και το σκυφτό περπάτημα που το αποκαλούσε  duck walk (‘περπάτημα της πάπιας’ και που του είχε χαρίσει το παρατσούκλι ‘Crazy Legs’ («τρελά πόδια») είχανε γίνει «σήματα κατατεθέντα» των ζωντανών εμφανίσεών του. Στην Αγγλία, οι περιοδείες του είχανε την ιδιομορφία να συγκεντρώνουνε τόσο τους μεγαλύτερους σε ηλικία ακροατές, οπαδούς του rock n roll της δεκαετίας του ‘50, όσο και τους νεότερους θαυμαστές της μουσικής των Beatles και των Rolling Stones.
 
Γύρισε στην Chess το 1969 και μέχρι το 1971 είχε γράψει δυο καινούργια άλμπουμς, τα ‘Back Home’ και ‘Francisco Dues’. Η μουσική του βασιζότανε τώρα πολύ περισσότερο στα μπλούζ από ποτέ άλλοτε, μια ώριμη επανεξερεύνηση των ριζών του. Μολονότι κανένας δεν πίστευε πια πως καινούργιοι δίσκοι του θα μπαίνανε στα τόπς της pop, ωστόσο οι προβλέψεις ανατραπήκανε το 1972, όταν σε μια περιοδεία στην Αγγλία έγινε δεκτός με πρωτοφανή ενθουσιασμό.



Το 1987 ο Berry ήρθε στην Αθήνα (Λυκαβηττός) για μια και μοναδική συναυλία. Η εμπειρία ήταν αξέχαστη! (ναι, ο Ghostgreaser ήταν εκεί). Ιδού και φωτογραφία με την αφίσα της συναυλίας και αποκόμματα εφημερίδων.

85 χρονών σήμερα, ο Chuck και δεν το βάζει κάτω.


Τρίτη 17 Απριλίου 2012

The Vern Pullens story

Ο Vern Pullens γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου 1931 στην Bogalusa της Louisiana.

Ο Pullens εργαζόταν όλη την εβδομάδα ως οικοδόμος και τα Σαββατοκύριακα έπαιζε honky tonks με μια μπάντα. Μια μικρή δισκογραφική εταιρεία ήρθε σε επαφή με τον Pullens και το καλοκαίρι του 1956 ο Bennie Hess, ιδιοκτήτης της εταιρίας Spade, τον κάλεσε στο Χιούστον του Τέξας. Ο Pullens υπέγραψε συμβόλαιο και κυκλοφόρησε τα ‘Bop Crazy Baby’ / ‘It's My Life’, ‘Mama Do not Allow No Boppin 'Tonight’.

Αυτές οι ηχογραφήσεις θεωρούνται σήμερα, κλασικά κομμάτια του rockabilly.

Στις αρχές του 1957, είχε κάποιες επιτυχίες με την Spade μόνο στο Τέξας και αργότερα έφτιαξε την δική του εταιρία, την Sun - Down Records. Στη δεκαετία του 1960, ο Pullens πήγε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στο Nashville του Tennessee και μετά επέστρεψε πίσω στο Μισισιπή. Η Αναβίωση του Rockabilly την δεκαετία του ΄70 έκανε τον Pullens να ξανακυκλοφορήσει τους παλιούς του δίσκους, ενώ έπαιξε και το Elvis Stole My Gal του Huey Long.

Το 1978 ήταν η τελευταία χρονιά που ο Pullens μπήκε στο στούντιο. Μαζί του σε εκείνες τις ηχογραφήσεις ήταν οι πρώην μουσικοί της Sun : Marcus Van Story (μπάσο), Al Hopson (κιθάρα) και Jerry Lee Smith (πιάνο).

Ο Vern Pullens πέθανε το 2001 στο Μισισιπή.

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

“Γρανίτα από Λεμόνι νο 2” (“Going Steady”) 1979 – Δείτε την!


Για την "Γρανίτα Από Λεμόνι (νο 1)" δες εδώ.

Η δεύτερη Γρανίτα ήρθε ένα χρόνο μετά την πρώτη, το 1979.

Ο πρωτότυπος τίτλος ήταν Going Steady (Yotzim Kavua στα ισραηλιτικά)

Μετά την επιτυχία της Γρανίτας από Λεμόνι, η ζήτηση ήταν υψηλή για ένα sequel και τα γυρίσματα ξεκίνησαν γρήγορα ώστε την 1η Ιανουαρίου 1979 βγήκε το “Going Steady”.

Το αρχικό cast είναι και πάλι εδώ και έτοιμο για δράση… Οι 3 φίλοι, ο Bobby, ο Benji & ο Huey. Μόνο ο γυαλάκιας ‘Froike’ (Avi Hadash) έλειπε γιατί ήταν στο στρατό.

Το κορίτσι της ταινίας ήταν η Yvonne Miklosh (που έγινε Yvonne Michaels), η ωραία ‘Tammy’ την οποία ερωτεύεται ο Benji. Είχε επιλεγεί ανάμεσα από 700 νεαρά κορίτσια από όλο το Ισραήλ, ενώ για την οντισιόν, της δόθηκε ειδική άδεια από το στρατό για να πρωταγωνιστήσει στο Going Steady, που ήταν και το ντεμπούτο της στην οθόνη.

Τελικά η απόφαση της αυτή θα την οδηγήσει σε νομική διαμάχη με τους δημιουργούς των ταινιών, καθώς η Yvonne δυσαρεστήθηκε που υπήρχαν σκηνές που την έδειχναν γυμνή στην ταινία, δηλώνοντας ότι οι σκηνές παραβίαζαν το συμβόλαιό της με την εταιρεία. Τελικά, κέρδισε το δικαστήριο και οι σκηνές αφαιρέθηκαν και καταστράφηκαν.

Επίσης στο καστ συμμετείχε η νεοφερμένη Dafna Armoni ως φίλη του Bobby. Η Dafna θα κάνει καριέρα ως τραγουδίστρια στο Ισραήλ και θα εμφανιστεί μάλιστα στην Eurovision.

Δείτε την εδώ ολόκληρη με ελληνικούς υπότιτλους!

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

The Lennerockers


Οι Lennerockers είναι μια πενταμελής rockabilly μπάντα από το Hagen της Γερμανίας. Ξεκίνησαν το 1984.

Οι Lennerockers είναι οι:

Michael Ele Koch - Vocals, Banjo

Frank Butgereit - Guitars, Vocals

Stefan Koch - Piano, Mandolin, Dobro

Michael Schott - Drums, Washboard

Dieter Korth - Upright and Electric Bass

Τον ήχο τους οι Lennerockers την αποκαλούν "Western Rockabilly".

Αν και rockabilly μπάντα, χρησιμοποιούν μπάντζο, μαντολίνο και dobro.

Ο Michael και ο Stefan Koch έχουν γράψει σχεδόν όλο το υλικό τους. Πολλά σπουδαία τραγούδια τους είναι κλασικά rockabilly, όπως τα “Free As Birds”, “Keep Cool” “High Class Lady” και “Women and booze and rock an' roll”.

Όλες οι ηχογραφήσεις των Lennerockers έγιναν στο TBS Record Studio στο Schwerte της Γερμανίας.

Οι Lennerockers είναι σχεδόν μια "οικογενειακή υπόθεση", με τον Michael και τον Stefan Koch να είναι αδέλφια, ενώ και η Inge που κάνει το μανατζάρισμα είναι αδελφή τους.

Έχουν στο ιστορικό τους πάνω από 2.200 συναυλίες σε πάνω από 20 χώρες, ενώ έχουν βρεθεί στη σκηνή με ονόματα όπως Fats Domino, Wanda Jackson, Sandy Ford, Tanya Tucker, Mark Chesnutt και άλλοι.

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

The Trashmen


A-well-a everybody's heard about the bird

B-b-b-bird, bird, bird, b-bird's the word…”

Ένα από τα πιο περίεργα hit που ανέβηκε στο Top 10 των ΗΠΑ ήταν το "Surfin 'Bird" από τους Trashmen. Οι στίχοι αποτελούνται ως επί το πλείστον από τους τίτλους των δύο hits των Rivingtons, το "Papa-Oom-Mow-Mow" και το "The Bird's the Word", που επαναλαμβάνονται ατέλειωτα από τον μανιακό τραγουδιστή / ντράμερ Steve Wahrer.

Το "Bird Surfin '" κυκλοφόρησε από τη μικρή εταιρία Garrett το φθινόπωρο του 1963 και έφτασε στη μεγαλύτερη θέση (# 4) την εβδομάδα της 1ης Φεβρουαρίου 1964 (την εβδομάδα που οι Beatles έφτασαν στο # 1 στα charts του Billboard για πρώτη φορά, με το "I Want To Hold Your Hand").

Οι Trashmen ήταν ένα κουαρτέτο από τη Μινεάπολη της Μινεσότα: Tony Andreason (lead κιθάρα), Dal Winslow (κιθάρα, φωνητικά), Bob Reed (μπάσο) και Steve Wahrer (τραγουδιστής, τύμπανα). Προήλθαν από τον Jim Thaxter and the Travelers, ο οποίος έκανε μόνο ένα single,το "Sally Jo"/ "Cyclone" το 1960.

Οι Trashmen ήταν μια rock 'n' roll που έπαιζε ως επί το πλείστον μουσική surf. Οι Rivingtons, που έγραψαν τόσο το "Papa-Oom-Mow-Mow" όσο και το "The Bird's the Word", μήνυσαν τους Trashmen και τη δισκογραφική τους εταιρία για λογοκλοπή.

Το "Surfin 'Bird" μετά την δικαστική νίκη των Rivingtons πιστώνεται πλέον στους Al Frazier, "Rocky" Wilson, Carl White και Sonny Harris, τα τέσσερα μέλη των Rivingtons.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι Trashmen έπαιξαν 289 one-night stands γυρνώντας στις ΗΠΑ το 1964. Ο Andreason υπολογίζει πως το συγκρότημα ταξίδεψε 140.000 μίλια εκείνο το έτος. Την επόμενη χρονιά πήγαν έως τη Βενεζουέλα.

Η συνέχεια του "Surfin 'Bird" ήταν το "Bird Dance Beat", το οποίο ήταν κοντά για να γίνει μεγάλη επιτυχία, αλλά κατάφερε να φτάσει μόνο μέχρι το # 30 στο Billboard Hot 100.

Ένα "Surfin 'Bird" LP κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 1964 και έφτασε στο # 48 στα album charts. Ήταν ένα ωραίο μίγμα surf instrumentals (συμπεριλαμβανομένης μιας καλής έκδοσης του "Miserlou" και του "Malaguena") και φωνητικών (όπως το "Money" του Barrett Strong, το "It's So Easy" του Buddy Holly και το "Henrietta" του Jimmy Dee).

Αν και το συγκρότημα συνέχισε να βγάζει καλά singles, ο καιρός τους είχε περάσει και στα τέλη του 1967, οι Trashmen διαλύθηκαν.

Ξαναμαζεύτηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και συνέχισαν να παίζουν σε τοπικό επίπεδο μέχρι που ο Steve Wahrer πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1989 (ήταν 47 ετών). Από τότε πρόσθεσαν τον αδελφό του Tony, Mark Andreason στα τύμπανα ως αντικατάσταση του Wahrer. Ο Tony κάνει και τα φωνητικά.

Το "Surfin 'Bird» έχει παιχτεί από διάφορους καλλιτέχνες, όπως οι Cramps, οι Ramones και οι Beach Boys. Έχει χρησιμοποιηθεί σε αρκετές τηλεοπτικές εκπομπές, τηλεοπτικές διαφημίσεις και ταινίες, κυρίως στο «Full Metal Jacket» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ (1987).