Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

The Brenda Lee story


Η Brenda Lee, είναι μία από τις μεγαλύτερες γυναικείες φωνές στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής. Τραγούδησε rockabilly, ποπ και country και είχε 37 επιτυχίες στα αμερικάνικα τσαρτς κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, αριθμό που ξεπερνάει μόνο ο Elvis Presley, οι Beatles, ο Ray Charles και η Connie Francis.

Η Lee είναι περισσότερο γνωστή για τις επιτυχίες "I'm Sorry" (1960) και το χριστουγεννιάτικο "Rockin' Around the Christmas Tree" (1958).

Με ύψος μόλις 4 πόδια και 9 ίντσες, (1,45!!), πήρε το ψευδώνυμο Little Miss Dynamite το 1957 μετά την ηχογράφηση του τραγουδιού "Dynamite".

Η Lee γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου του 1944, ως Brenda Mae Tarpley, στην Ατλάντα της Γεωργίας. Η οικογένειά της ήταν φτωχή. Μοιραζόταν το ίδιο κρεβάτι με δύο αδέλφια της σε μικρό σπίτι που δεν είχε νερό. Η ζωή της είχε ως επίκεντρο τους γονείς της που έψαχναν για δουλειά και την Εκκλησία των Βαπτιστών όπου τραγουδούσε σόλο κάθε Κυριακή.

Η Lee ήταν ένα μουσικό θαύμα. Αν και στον σπίτι της έλειπε η υδραυλική εγκατάσταση, υπήρχε όμως ένα μικρό ραδιόφωνο, που γοήτευε την Brenda από μωρό. Όταν έγινε δύο ετών, μπορούσε να σφυρίξει τη μελωδία των τραγουδιών που άκουγε στο ραδιόφωνο.

Η φωνή της, το όμορφο πρόσωπό της και η σκηνική της παρουσία, κέρδισαν την προσοχή από την ηλικία μόλις των πέντε χρονών. Στην ηλικία των έξι ετών, κέρδισε σε έναν τοπικό διαγωνισμό τραγουδιού που χρηματοδοτούσαν τοπικά δημοτικά σχολεία. Το έπαθλο ήταν μια ζωντανή εμφάνιση σε μια ραδιοφωνική εκπομπή στην Ατλάντα, το Starmakers Revue, όπου τραγούδησε το επόμενο έτος.

Ο πατέρας της πέθανε το 1953, και από τη στιγμή που έφτασε στην ηλικία των δέκα, ήταν αυτή ο κύριος τροφοδότης της οικογένειάς της μέσα από το τραγούδι σε εκδηλώσεις και σε τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς και τηλεοπτικές εκπομπές. Το 1955, η μητέρα της, Grayce Tarpley, ξαναπαντρεύτηκε με τον Buell "Jay" Rainwater, ο οποίος μετακίνησε την οικογένεια στο Σινσινάτι του Οχάιο, όπου εργάστηκε στο Jimmy Skinner Music Center. Η Lee έπαιζε με τον Skinner στο κατάστημα δίσκων σε πρόγραμμα που μετέδιδε ο ραδιοφωνικός σταθμός του Κεντάκι WNOP-AM. Η οικογένεια σύντομα επέστρεψε στη Γεωργία, και στην πόλη Augusta, και η Lee εμφανίστηκε στην εκπομπή ‘The Peach Blossom Special’ στο σταθμό WJAT-AM στο Swainsboro.

Η είσοδός της στην show business ήρθε το Φεβρουάριο του 1955, όταν εμφανίστηκε σε ένα ραδιοφωνικό σταθμό του Swainsboro για να δείτε τον Red Foley και ένας DJ έπεισε τον Foley να την ακούσει να τραγουδάει. Ο Foley ενθουσιάστηκε με την φωνή της και αμέσως συμφώνησε να την αφήσει να εκτελέσει το "Jambalaya» στη σκηνή εκείνο το βράδυ.

Το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα και αρνήθηκε να την αφήσει να αποχωρήσει από τη σκηνή, μέχρι να τραγουδήσει τρία ακόμη τραγούδια. Στις 31 Μαρτίου 1955, η 10χρονη Brenda έκανε το ντεμπούτο της στο Ozark Jubilee στο Σπρίνγκφιλντ του Μισσούρι.

Μετά από δύο μήνες, στις 30 Ιούλη 1956, η Decca Records της πρόσφερε ένα συμβόλαιο, και ο πρώτος δίσκος ήταν το "Jambayala" μαζί με το (ένα από τα αγαπημένα μου) "Bigelow 6-200".

Το 1957, το "One Step at a Time", έγινε επιτυχία και το επόμενο hit της, το "Dynamite", της έδωσε το παρατσούκλι Little Miss Dynamite.

Η Lee έκανε τις μεγαλύτερες επιτυχίες της στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960 με rockabilly και rock and roll τραγούδια.

Οι μεγαλύτερες επιτυχίες της είναι: "Jambalaya", "Sweet Nothin's" (No. 4) (που έγραψε ο Ronnie Self), "I Want to Be Wanted" (No. 1) και το υπέροχο "All Alone Am I" (No. 3) (του Μάνου Χατζηδάκη – ‘Μην τον ρωτάς τον ουρανό’).

Επίσης : "Fool no 1" (No. 3), "That's All You Gotta Do" (No. 6), "Emotions" (No. 7), "You Can Depend on Me" (No. 6), "Dum Dum" (No. 4), 1962's "Break It to Me Gently" (No. 2), "Everybody Loves Me But You" (No. 6) και "As Usual" (No. 12).

Το μεγαλύτερο σε πωλήσεις τραγούδι της καριέρας Lee ήταν ένα χριστουγεννιάτικο τραγούδι. Το 1958, όταν ήταν 13, ο παραγωγός Owen Bradley της ζήτησε να γράψει ένα νέο τραγούδι από τον Johnny Marks, που έγραφε επιτυχημένα Χριστουγεννιάτικα τραγούδια για τραγουδιστές της country. Η Lee τραγούδησε το "Rockin' Around the Christmas Tree", τον Ιούλιο με κιθαρίστα τον Hank Garland. Η Decca το κυκλοφόρησε ως single το Νοέμβριο, αλλά αρχικά, πούλησε μόνο 5.000 αντίτυπα. Ωστόσο, πούλησε τελικά, πάνω από πέντε εκατομμύρια αντίτυπα.

Το 1960, ηχογράφησε το δημοφιλέστερο τραγούδι της, "I'm Sorry", το οποίο έφτασε στο Νο. 1 του Billboard. Ήταν ο πρώτος της χρυσός δίσκος και ήταν υποψήφια για βραβείο Grammy.

Το τελευταίο της single στα top ten των pop charts ήταν με το "Losing You" (νο 6), το 1963, ενώ ένα άλλο ήταν το "Coming On Strong" (το 1966) και το "Is It True?" (το 1964).

Η Lee ήταν δημοφιλής στο Ηνωμένο Βασίλειο από την αρχή της καριέρας της. Είχε δύο επιτυχίες στο top 10 της Μ. Βρετανίας που δεν είχαν κυκλοφορήσει ως singles στην πατρίδα της: το "Speak To Me Pretty" που έφτασε στο νούμερο 3, στις αρχές του 1962, και το "Here Comes That Feeling", που έφθασε στο νο 5.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, η Lee καθιερώθηκε ως καλλιτέχνης της country μουσικής, και κέρδισε μια σειρά από top ten hits στα country charts. Η πρώτη επιτυχία ήταν το "Nobody Wins" (1973) που έφτασε στην πρώτη πεντάδα εκείνη την άνοιξη και έγινε η τελευταία της επιτυχία στο Top 100. Άλλες σημαντικές επιτυχίες ήταν: "Sunday Sunrise", "Wrong Ideas", "Big Four Poster Bed", "Rock On Baby" και "He's My Rock".

Μετά ακολούθησαν τα: "Tell Me What It's Like", "The Cowboy and the Dandy" και "Broken Trust". Στο άλμπουμ της του 1982, ‘The Winning Hand’, μαζί με την Lee ακούγονται οι: Dolly Parton, Kris Kristofferson και Willie Nelson, ενώ έκανε την έκπληξη, φτάνοντας στην πρώτη δεκάδα των country άλμπουμ. Το τελευταίο γνωστό hit της ήταν το 1985 με τίτλο "Hallelujah, I Love Her So", ντουέτο με τον George Jones.

Κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών, Lee συνέχισε να ηχογραφεί και να εμφανίζεται σε όλο τον κόσμο, μέχρι και σήμερα.

Παρά το γεγονός ότι τα τραγούδια της Lee συχνά αναφέρονταν σε χαμένες αγάπες, και παρόλο που έχασε τον πατέρα της σε νεαρή ηλικία, ο γάμος της με τον Ronnie Shacklett το 1963 παρέμεινε δυνατός. Έχουν δύο κόρες, την Jolie και την Julie (που ονομάστηκε έτσι από την κόρη της Patsy Cline) και τρία εγγόνια, τον Taylor, τον Jordan και τον Charley.

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

The Janis Martin story


Η Janis Martin ήταν μία από τις λίγες γυναίκες που έκαναν επιτυχία στον ανδροκρατούμενο χώρο της rock and roll και rockabilly μουσικής, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Στην Martin δόθηκε το παρατσούκλι «ο θηλυκός Elvis» (‘Female Elvis’) για τις χορευτικές της κινήσεις στη σκηνή, που έμοιαζαν με αυτές του Elvis Presley.

Η Janis Darlene Martin γεννήθηκε στις 27 Μαρτίου 1940 στο Sutherlin της Βιρτζίνια των ΗΠΑ. Η μητέρα της ήταν θεατρίνα και ο πατέρας της και ο θείος της ήταν και οι δύο μουσικοί.

Πριν συμπληρώσει τα έξι, η Μάρτιν ήδη τραγουδούσε και έπαιζε κιθάρα, εμπνευσμένη από τον Eddy Arnold και τον Hank Williams. Το ταλέντο της φάνηκε σύντομα και άρχιζε να κερδίζει βραβεία σε διάφορους διαγωνισμούς.

Εμφανίστηκε στο Old Dominion Barn Dance του WRVA σε ηλικία 11 ετών.

Όταν έφτασε στα μέσα της εφηβείας της, άρχισε να εμφανίζεται με γνωστούς τραγουδιστές της country, όπως ο Eddy Arnold, ο θρυλικός Hank Williams, The Browns και o Jim Reeves. Σύντομα ισχυρίστηκε κουράστηκε από την country μουσική και ξεκίνησε την καριέρα της στο rock and roll.

Ηχογράφησε το "Will You Willyum" και το έστειλε στην RCA Records, η οποία την προσκάλεσε για μια ηχογράφηση.

Στην ηλικία των 15 ετών, η Μάρτιν υπέγραψε με την RCA μόλις δύο μήνες μετά αφότου ο Elvis Presley υπέγραψε με την εταιρία.

Το 1956 η Martin με το "Will You Willyum" έκανε το ντεμπούτο της με την RCA, με το "Drugstore Rock'n Roll" στην δεύτερη πλευρά. Το τραγούδι έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία της καριέρας της, πουλώντας 750.000 δίσκους και ανεβαίνοντας στα charts της country και της ποπ.

Σύντομα η Μάρτιν εμφανίστηκε στο American Bandstand, The Today Show and the Tonight Show. Εμφανίστηκε επίσης στο Jubilee USA και στο Grand Ole Opry στο Nashville του Tennessee. Το Billboard την ονόμασε την περισσότερο ελπιδοφόρα τραγουδίστρια της χρονιάς.

Ο Presley και η RCA ήταν τόσο εντυπωσιασμένοι με τη σκηνική της παρουσία, που την ονόμασαν «θηλυκό Elvis». Ο ίδιος ο Presley έστελνε μια ντουζίνα τριαντάφυλλα στην Μάρτιν όταν εμφανιζόταν στα στούντιο της RCA Records στο Μαϊάμι της Φλόριντα. Επιλέχτηκε από την RCA να περιοδεύει ως μέλος του show του Jim Reeves και συνέχισε να γράφει rock and roll και country δίσκους με επιτυχίες όπως "My Boy Elvis","Let's Elope Baby", "Oooby Dooby" (του Roy Orbison) και "Love Me to Pieces".

Η Martin είχε παντρευτεί κρυφά το φίλο της το 1956, και έμεινε έγκυος όταν τον επισκέφτηκε ενώ υπηρετούσε στο στρατό στο εξωτερικό. Η εφηβική εγκυμοσύνη της έκανε την RCA να την διώξει το 1958. Παρά το γεγονός ότι άλλες εταιρίες όπως η Although King Records και η Decca Records έδειξαν ενδιαφέρον, υπέγραψε με μια βελγική εταιρεία, την Palette, το 1960.

Το 1960, η Μάρτιν είχε παντρευτεί δεύτερη φορά και ο σύζυγός της απαίτησε να εγκαταλείψει την μουσική βιομηχανία. Στη δεκαετία του 1970, άρχισε να παίζει πάλι με τη νεοσυσταθείσα μπάντα της, τους‘The Variations’ ως "Janis Martin & The Variations". Έπαιζε η ίδια σαξόφωνο, ρυθμική κιθάρα, όργανο και ο γιος ντραμς.

Η Martin περιόδευσε σε όλη την Ευρώπη την δεκαετία του ‘70 ως μέρος της αναβίωσης του rockabilly, ενώ το 1979 η RCA κυκλοφόρησε τέσσερα παλιά τραγούδια της Martin.

Η Martin πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου του 2007.


Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Diz and the Doormen


Με επικεφαλής τον Βρετανό πιανίστα / τραγουδιστή Diz Watson, οι Diz and the Doomen εισήγαγαν τους ήχους της Νέας Ορλεάνης στην βρετανική R & B και rock σκηνή της Βρετανίας στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Το πρώτο άλμπουμ τους που κυκλοφόρησε το 1981, το περίφημο ‘Bluecoat Man’ (το πρωτότυπο είναι του Eddie Boyd) είχε την συμμετοχή του γεννημένου στη Νέα Ορλεάνη σαξοφωνίστα Lee Allen και του τρομπετίστα Roger Lewis της ‘Dirty Dozen Brass Band’ και περιελάμβαναν κλασικά κομμάτια της Νέας Ορλεάνης όπως το "Blow Wind Blow", το "Mardi Gras In New Orleans" και το "Sick And Tired".

Το ‘Bluecoat Man’ είναι αξεπέραστο τριάντα (!) χρόνια μετά. Δεν θα ξεχάσω την πρώτη φορά που το άκουσα. Μάλιστα μου πήρε πολλά χρόνια να μάθω ότι δεν προερχόταν από την χρυσή εποχή του ’50!

Οι Diz and the Doormen ήταν μία από τις πιο hot μπάντες στο Λονδίνο στις αρχές του ’80. Οι ‘θυρωροί’ (‘doormen’) δεν έπαιζαν μόνο ανακυκλωμένο R & B, αλλά είχαν απορροφήσει τη πεμπτουσία της μουσικής παράδοσης της Νέας Ορλεάνης, και του Professor Longhair ειδικότερα.

Η μπάντα του Ντιζ ήταν διαφορετική από τη μέση βρετανική R & B μπάντα. Η μουσική βασιζόταν στην Rhumba, ρυθμικά περίπλοκη και απηχούσε τους ήχους της Αφρική. Στην μπάντα συμμετείχαν ο ντράμερ Kieran O'Connor, ο μπασίστας Pete Scott, ο κιθαρίστας Craig Mackie και ο σαξοφωνίστας Pete Thomas.


http://www.myspace.com/dizandthedoormen


Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

The Chantays


Οι Chantays είναι το surf rock συγκρότημα που έγινε γνωστό στις αρχές της δεκαετίας του 1960, με το instrumental hit "Pipeline" (1963).

Δημιουργήθηκαν στην Santa Ana της Καλιφόρνια το 1961, όταν πέντε φίλοι από το σχολείο αποφάσισαν να φτιάξουν το δικό τους συγκρότημα. Τα μέλη ήταν : Bob Spickard, Brian Carman, Bob Welch, Warren Waters και Rob Marshall. Όλοι ήταν μαθητές στο Λύκειο της Santa Ana, όταν ένα τοπικό συγκρότημα που λεγόταν ‘The Rhythm Rockers’ ενέπνευσε τους πέντε να σχηματίσουν τους Chantays.

Τον Δεκέμβριο του 1962 η ομάδα ηχογράφησαν και κυκλοφόρησαν το «Pipeline», που έφτασε τελικά στο νο 4 στα Hot 100 τον Μάιο του 1963.

Δες και ΕΔΩ

Οι Chantays ηχογράφησαν το πρώτο τους άλμπουμ το 1963, επίσης, με τίτλο «Pipeline», που περιλάμβανε το "Blunderbus" και το "El Conquistador". Το επόμενο άλμπουμ τους ήταν το “Two Sides of The Chantays” το 1964. Η μουσική τους σε συνδύαζε ηλεκτρονικά keyboards και σερφ κιθάρα, δημιουργώντας ένα μοναδικό ghostly ήχο. Τα τραγούδια τους μπήκαν στα μουσικά charts σε όλο τον κόσμο και βοήθησαν να γίνει η surf μουσική γνωστή διεθνώς.

Οι Chantays περιόδευσαν στην Ιαπωνία και τις ΗΠΑ, μαζί με τους Righteous Brothers και τον Roy Orbison σε μερικές περιπτώσεις, και ήταν το μόνο rock and roll συγκρότημα που εμφανίστηκε στο Lawrence Welk Show (το video πιο πάνω).

Το "Pipeline" έγινε ένα πρότυπο surf rock hit. Το έπαιξαν στη συνέχεια πολλοί όπως: οι Ventures, ο Hank Marvin, ο Dick Dale με τη βοήθεια του Stevie Ray Vaughan (μία υπέροχη εκτέλεση που προτάθηκε για βραβείο Grammy από την ταινία 'Back to the Beach'), οι Anthrax, ο Johnny Thunders κ.α..

Το Pipeline έχει ακουστεί επίσης σε πολλές ταινίες, τηλεοπτικές εκπομπές και διαφημιστικά. Μία από αυτές είναι η ΘΡΥΛΙΚΗ ‘The Wanderers’.

Το Pipeline έχει καταγραφεί ως ένα από τα 500 τραγούδια που διαμόρφωσαν το Rock and Roll. Οι Chantays τιμήθηκαν από τον Δήμο της Santa Ana της Καλιφόρνια με το όνομα τους να δίνεται σε μία οδό, την Chantays Way.

Σήμερα οι Chantays συνεχίζουν ακόμα να παίζουν. Τα αρχικά μέλη του συγκροτήματος Bob Spickard, Brian Carman και Bob Welch μαζί με τα παλιά μέλη Gil Orr, Ricky Lewis και Brian Nussle, απαρτίζουν το συγκρότημα.

Ιστοσελίδα: http://www.thechantays.com/

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

The Ronnie Self story


Ο Ronnie Self γεννήθηκε στις 5 Ιουλίου του 1938 στην πόλη Tin Town του Missouri. Η καριέρα του σαν τραγουδιστής του rockabilly δεν ήταν ανεπιτυχής, παρά το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του και παρά το γεγονός ότι υπέγραψε συμβόλαιο με την Columbia και στη συνέχεια με την Decca από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 μέχρι τις αρχές του 1960.

Η μόνη του επιτυχία ήταν το "Bop-A-Lena" που ηχογραφήθηκε το 1957, κυκλοφόρησε το 1958, και έφτασε μέχρι το νο 68 στα charts του Billboard. Το άλλο γνωστό του κομμάτι "Ain't I'm a Dog" γνώρισε επιτυχία στο Νότο, αλλά απέτυχε για να γίνει γνωστό σε εθνικό επίπεδο.

Η ιστορία λέει ότι είναι ο πρώτος Rock ‘N’ Roll τραγουδιστής που υπέγραψε στην Columbia, παρά τις αντιρρήσεις της Κολούμπια που ισχυρίζεται ότι είναι ο Mitch Miller.

Ο Self ήταν ένας αγριάνθρωπος πάνω στη σκηνή. Σύμφωνα με την αδελφή του, Βίκυ, «Ξεκινούσε στο πολύ βάθος της σκηνής, έριχνε την κιθάρα στην πλάτη του και έτρεχε στο μικρόφωνο, το έπιανε και έπεφτε κάτω στο πάτωμα και έτσι τραγουδούσε το πρώτο τραγούδι. Έτσι ξεκινούσε. Δεν σταματούσε ποτέ να κινείται πάνω στη σκηνή ... Γύρναγε την πλάτη του στο κοινό και έβλεπε την μπάντα - αλλά ποτέ δεν στεκόταν. Ποτέ δεν είχε μιλήσει στο κοινό, αλλά έλεγε το ένα τραγούδι μετά το άλλο, και η μπάντα ποτέ δεν ήξερε ποιο θα πει. Έλεγε το "Roll Over Beethoven" και τραγουδούσε σε ροκ ρυθμούς πολλά country, όπως τραγούδια του Hank Williams, και δικές του μελωδίες. "

Αν και ταλαντούχος ερμηνευτής και τραγουδοποιός, η καριέρα του Self ήταν βεβαρημένη από εθισμό στο αλκοόλ και εριστική συμπεριφορά, καθώς και περιστατικά βίας. Ωστόσο, τα τραγούδια της Brenda Lee "I'm Sorry" and "Sweet Nothin's" που τα έγραψε ο Self έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως και το gospel τραγούδι "Ain't That Beautiful Singing", που ηχογράφησε ο Jake Hess, το οποίο βραβεύτηκε με Grammy για την Καλύτερη Ερμηνεία Θρησκευτικής Μουσικής το 1969.

Ο Self πέθανε στο Σπρίνγκφιλντ του Μισσούρι στις 28 Αυγούστου 1981.

«Γιατί ποτέ ο Ronnie Self δεν τα κατάφερε να φτάσει ψηλά, είναι ένα από τα μεγάλα μυστήρια και αδικίες της μουσικής ιστορίας. Είχε την παρουσιαστικό και τον ήχο - ένα μίγμα country, rockabilly και R & B που μερικές φορές τον έκανε να ακούγεται σαν λευκός Little Richard, αλλά κυρίως, όπως ο νεαρός Έλβις ή ο Carl Perkins - και δεν του έλειπαν τα καλά τραγούδια, τα οποία ως επί το πλείστον έγραψε ο ίδιος. Θα έπρεπε να ήταν εκεί, μαζί με τον Perkins ή τον Jerry Lee. Όμως δεν είναι παρά μια υποσημείωση της rock & roll ιστορίας έξω από τα όρια της Ευρώπης, όπου τον αντιμετώπιζαν ως ένα μύθο» (Eder Bruce, κριτικός μουσικής).

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

The Freddie ‘Fingers’ Lee story


Ο Freddie ‘Fingers’ Lee γεννήθηκε ως Frederick John Cheesman, γύρω στο 1940, στο Newcastle της Αγγλίας.

Ξεκίνησε την δεκαετία του ‘50 με μία μπάντα που έπαιζε skiffle, αλλά όλα άλλαξαν όταν άκουσε τον ‘ύμνο’ του Jerry Lee «Whole Lot Of Shakin’ Goin’ On». Πήρε το πιάνο και κατέληξε να παίζει ως Freddie «Fingers» Lee, με μια μπάντα που εκείνη την περίοδο είχε τον νεαρό Ritchie Blackmore στην κιθάρα. Συνεργάστηκε για λίγο με τον Eden Kane, τον Cliff Richard και τον Marty Wilde.

Με τον Screaming Lord Sutch (and the Savages) έπαιξε ζωντανά στο Αμβούργο και στο περίφημο Star Club, όπου τελικά εγκαταστάθηκε για αρκετό καιρό. Εκεί ήρθε σε επαφή με ονόματα όπως: Chuck Berry, Little Richard, Fats Domino, The Crickets, Gene Vincent και Sam Cooke μεταξύ αμέτρητων άλλων.

Κατά τη διάρκεια της αναβίωσης του rock 'n' roll 'n' roll στην Βρετανία τη δεκαετία του 1970 ο Freddie επέστρεψε στην Αγγλία ως η αγγλική απάντηση στον Jerry Lee Lewis...

Παρουσιάστηκε στις οθόνες των βρετανικών τηλεοράσεων, στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, με την εκπομπή "Oh Boy" μαζί με τον Shaky, τον Les Gray και άλλους κάνοντας μεγάλη εντύπωση σε ολόκληρη την Ευρώπη, με το θρυλικό καπέλο του και το ένα μάτι καλυμμένο, δείχνοντας τον σεβασμό του στον Johnny Kidd (and the Pirates), αν και ο Freddie όντως έχει μόνο ένα μάτι.

Όλοι τον θυμούνται να παίζει άγριο, τρελό rock ‘n’ roll, κτυπώντας το πιάνο του ακόμα και με τσεκούρι!

Τα πιο γνωστά τραγούδια του είναι: I Am A Nut, One Eyed Boogie Boy, Pondering and Wondering, Lights Out, Dib Dab Boogie, Frantic, Rockin' At My House, Run Down Feelin' Blue κ.α..


Ηχογράφησε πολυάριθμα singles, 8 άλμπουμ και δεκάδες compellations.

Δυστυχώς, εξαιτίας κάποιου προβλήματος υγείας (εγκεφαλικό), τα τελευταία χρόνια, έχει σταματήσει να παίζει.