Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

The Hank Williams story



Η μουσική και οι στίχοι των τραγουδιών του Hank Williams διαπερνούν τον χρόνο με μια διαχρονικότητά που ξεπερνά κάθε μουσικό είδος. Έφερε τη μουσική country στην σύγχρονη εποχή, και η επιρροή του ξεχύθηκε και στην folk και στην rock σκηνή της Αμερικής. Καλλιτέχνες που κυμαίνονται από τον John Fogerty έως τους Georgia Satellites έχουν υιοθετήσει στοιχεία του Ουίλιαμς, ιδιαίτερα την αύρα της συναισθηματικής αμεσότητας και του πληγωμένου ιδεαλισμού που αποπνέουν τα τραγούδια του. Κάποια άλλα πιο χαρούμενα και "μπλουζιάρικα" τραγούδια του, από την άλλη πλευρά, επηρέασαν τους ήχους της rockabilly.
Πολλοί πιονέροι του rock and roll της δεκαετίας του 1950, τραγούδησαν τραγούδια του, όπως: Elvis Presley, Jerry Lee Lewis, Johnny Cash, Gene Vincent, Carl Perkins, Ricky Nelson, Conway Twitty, Merle Haggard και άλλοι.

O θρυλικός τραγουδιστής της country, Hank Williams (Χανκ Γουίλιαμς), γεννήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1923, στo Mount Olive της Αλαμπάμα.

Ο Hank ήταν το τρίτο παιδί του Lon και της Lillie Williams. Ο πατέρας του που ήταν μασόνος του έδωσε το όνομα ‘Hiram’. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι που ποτέ δεν είχε πολλά χρήματα. Ο πατέρας του που ήταν αλκοολικός, εργάστηκε σαν μηχανικός πριν δουλέψει στο νοσοκομείο των βετεράνων, όταν ο Hank ήταν μόλις έξι. Πατέρας και γιος σπάνια έβλεπε ο ένας τον άλλο κατά την επόμενη δεκαετία, και τελικά η μητέρα του Ουίλιαμς, μετέφερε την οικογένεια στο Greenville και αργότερα στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα.

Από την παιδική του ηλικία είχε πρόβλημα με την σπονδυλική του στήλη, (spina bifida / δισχιδής ράχη) που τον έκανε να απομονωθεί από τα άλλα παιδιά της ηλικίας του και να του καλλιεργηθεί μια αίσθηση αποξένωσης από τον κόσμο γύρω του.

Ο κόσμος που φάνηκε να θέλει να γνωρίσει περισσότερο ήταν αυτός των μουσικών ήχων που έβγαιναν από το ραδιόφωνο και προέρχονταν από εκκλησιαστικές χορωδίες. Πολύ γρήγορα ο Williams έμαθε πώς να παίζει folk, country και, από έναν Αφροαμερικάνο μουσικό με το όνομα Rufus Payne, τα μπλουζ.
 Από τη στιγμή που είχε μετακόμισε με τη μητέρα του στο Μοντγκόμερι το 1937, η μουσική του καριέρα είχε ήδη ξεκινήσει. Πήρε μια κιθάρα για πρώτη φορά σε ηλικία οκτώ ετών, και όταν ήταν μόλις 13 έκανε το ντεμπούτο του στο ραδιόφωνο. Ένα χρόνο αργότερα ήταν ταλέντο και είχε δικό του συγκρότημα,Hank Williams and his Drifting Cowboys.

Η μητέρα του Lillie υποστήριξε πλήρως τις μουσικές του φιλοδοξίες. Πήγαινε τον γιο της και την μπάντα με το αυτοκίνητο σε όλη την Νότια Αλαμπάμα. Από τις αρχές του 1940 είχε τραβήξει την προσοχή ανθρώπων της μουσικής στο Nashville.

Όμως, ενώ φαινόταν ότι ήταν ένα  μουσικό ταλέντο ως τραγουδιστής και τραγουδοποιός, ο Ουίλιαμς είχε αποκτήσει εξάρτηση από το αλκοόλ, που το έπινε ασύστολα προκειμένου να ανακουφιστεί από την απελπιστική οσφυαλγία. Ως εκ τούτου δεν τον θεωρούσαν αξιόπιστο ερμηνευτή.

Η προσωπική ζωή του Ουίλιαμς πήρε μια μεγάλη στροφή το 1943, όταν συνάντησε την Audrey Mae Sheppard, που ήταν μητέρα ενός μικρού κοριτσιού και προερχόταν από έναν πρόσφατα διαλυμένο γάμο. Υπό την καθοδήγηση του Ουίλιαμς, η Σέππαρντ ξεκίνησε να παίζει μπάσο και άρχισε να εμφανίζεται στην μπάντα του.

Ο Williams και η Sheppard παντρεύτηκαν το 1944. Το 1949 απέκτησαν έναν γιο, τον Hank Williams Jr.
Η Σέππαρντ, όπως φαίνεται, ανυπομονούσε να βάλει τη σφραγίδα της στην show business και, παρά το περιορισμένο προφανώς ταλέντο της, πίεσε τον σύζυγό της να την αφήσει να τραγουδήσει. Επιπλέον, η σχέση της με την μαμά του Χανκ αποδείχθηκε περίπλοκη.

Το 1946 ο Williams ταξίδεψε στο Nashville προκειμένου να συναντηθεί με τον μουσικό παραγωγό Fred Rose και την εταιρεία Acuff-Rose Publications. Ο Williams ξεκίνησε να γράφει υλικό για την τραγουδίστρια Molly O'Day αλλά σύντομα υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρία MGM που είχε δημιουργηθεί πρόσφατα.

Ένα χρόνο μετά την πρώτη συνάντηση με την Rose, ο Ουίλιαμς είχε το πρώτο hit, το "Move It On Over". Τον Απρίλιο του 1948 έκανε μια δεύτερη επιτυχία στα Billboard, το "Honky Tonkin'".



Αλλά μαζί με αυτή την πρώιμη επιτυχία ήρθε μια αυξημένη ακανόνιστη συμπεριφορά από τον Williams, ο οποίος συχνά έδειχνε σε ζωντανές παραστάσεις να είναι μεθυσμένος. Κάποια στιγμή επιδεινώθηκαν οι σχέσεις του με τον Fred Rose, αλλά τα βρήκαν και σύντομα άνοιξε ο δρόμος για τον Williams να εμφανιστεί στο "Louisiana Hayride", ένα σόου του Σαββατόβραδου που μεταδίδονταν από ένα ραδιοφωνικό σταθμό στο Shreveport.

Οι εμφανίσεις ανέβασαν πολύ την φήμη του Ουίλιαμς, αλλά εκείνου του έλειπε ακόμη ένα νούμερο ένα hit. Όλα όμως άλλαξαν το 1949 με την κυκλοφορία του «Lovesick Blues».


Το τραγούδι απέκτησε πολλούς οπαδούς, ενώ άρεσε και σε στελέχη του Grand Ole Opry στο Nashville, που προσκάλεσαν τον Williams να εμφανιστεί εκεί.

Και τότε ξαφνικά, η ζωή αυτού του φτωχού country boy άλλαξε γρήγορα. Τα χρήματα που μπήκαν στην τσέπη του του έδωσαν το είδος της δημιουργικής ελευθερίας που επιζητούν οι καλλιτέχνες. 

Μέσα στα επόμενα χρόνια έκανε μια σειρά από μεγάλες επιτυχίες, όπως "Cold, Cold Heart," "Your Cheatin' Heart," "Hey Good Lookin'," "Lost Highway," "I'll Never Get Out of This World Alive", "Jambalya On the Bayou," "Honky Tonk Blues," και άλλες. Έγραψε επίσης μια σειρά θρησκευτικών τραγούδια με το ψευδώνυμο Luke το Drifter’.










Όπως δείχνουν οι τίτλοι σε μερικά από τα τραγούδια του, ο πόνος και οι προσωπικές θύελλες δεν έλειψαν από την ζωή του Ουίλιαμς. Καθώς όμως μεγάλωνε η επιτυχία του, μεγάλωνε και η εξάρτησή του από το αλκοόλ και την μορφίνη. Το Opry τελικά τον απέλυσε, και το 1952 ο ίδιος και η Σέππαρντ χώρισαν.

Η φυσική του εμφάνιση χάλασε πάρα πολύ. Τα μαλλιά άρχισαν να πέφτουν και έβαλε πολλά κιλά. Το 1951 έπαθε μια μικρή καρδιακή προσβολή ενώ βρισκόταν στην αδελφή του στη Φλόριντα.

Μετά από ένα χρόνο, στις 30 Δεκεμβρίου του 1952, ο Ουίλιαμς ξαναπαντρεύτηκε μια νεότερη γυναίκα με το όνομα Billie Jean και άφησε το σπίτι της μητέρας του στο Μοντγκόμερυ για το Charlestown της Δυτικής Βιρτζίνια. Έχοντας κάνει κατάχρηση αλκοόλ και μορφίνης, κατέρρευσε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Knoxville του Τενεσί. Ένας γιατρός κλήθηκε να τον εξετάσει και εξαιτίας του ο Williams κατάφερε να συνέλθει.

Την Πρωτοχρονιά του 1953, καθόταν στο πίσω μέρος μιας μπλε Cadillac του 1952, με  οδηγό ένα φοιτητή πηγαίνοντας για τη Δυτική Βιρτζίνια. Καθώς ο οδηγός δεν άκουσε τον τραγουδιστή για δύο ώρες, σταμάτησε το αυτοκίνητο στο Oak Hill της Δυτικής Βιρτζίνια, στις 5: 30 το πρωί. Ο Ουίλιαμς ήταν νεκρός. Ήταν μόλις 29 ετών.

 Ο γιος του Ουίλιαμς, Randall Hank Williams, γνωστός ως Hank Williams, Jr.συνέχισε την μουσική κληρονομιά του πατέρα του. Το στυλ του είναι μία ανάμιξη Southern rock, blues, και παραδοσιακή country, ενώ έχει δείξει με τα τραγούδια του και την δημόσια παρουσία του την βαθιά του αγάπη για το Νότο και την ένδοξη κληρονομιά του. Ο γιος του και εγγονός του Hank Williams, ο Hank Williams III είναι και αυτός μουσικός. Παίζει ένα είδος μουσικής μεταξύ country, punk και heavy metal..

Ο Williams, που μικρός πήγαινε στην Βαπτιστική Εκκλησία, αγαπούσε πάντοτε την μουσική gospel (όπως πολλοί τραγουδιστές της country και της rock n roll) και είχε γράψει πολλά θρησκευτικά τραγούδια, ορισμένα από τα οποία θεωρούνται κλασσικά.

Εδώ είναι μερικά:






Όσον αφορά την πολιτική, ο Hank Williams ήταν Ρεπουμπλικάνος και ένθερμος υποστηρικτής του Dwight D. Eisenhower.


Τραγούδι του μεγάλου Johnny Cash στον Hank Williams


Και από τον Ernest Tubb

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Bluegrass music



Η μουσική Bluegrass έχει εκατομμύρια θαυμαστές σε όλο το Νότο αλλά και σε όλο τον κόσμο.
Η προέλευσή της bluegrass, που είναι γνωστή και ως "hillbilly music", είναι πολύ ταπεινή, αλλά και παλιά. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι τις επιρροές της bluegrass να βρίσκονται ήδη από το 1600. Η μουσική των Βρετανών και Ιρλανδών εποίκων και αργότερα, το gospel των σκλάβων από την Αφρική και το μπλουζ, ήταν το κλειδί για τη δημιουργία του μοναδικού ήχου που έχει η μουσική bluegrass. Στην πραγματικότητα, το μπάντζο βασίστηκε στο σχεδιασμό ενός αφρικανικού οργάνου, που πιθανώς ήρθε στην Αμερική από τους Αφρικανούς σκλάβους. Άλλες επιρροές για την Bluegrass είναι η τζαζ και η rag-time.

Η Bluegrass ξεκίνησε καθώς οι Ευρωπαίοι άποικοι μετανάστευσαν από τις καθιερωμένες αποικίες στις απομακρυσμένες περιοχές και τα βουνά. Οι έποικοι άρχισαν να γράφουν μουσική από την καθημερινή ζωή, όπως τη ζωή στο αγρόκτημα ή τις κακουχίες της ζωής στον αγροτικό Νότο. Ο Jimmie Rodgers από το Meridian του Μισισιπή άρχισε να τραγουδά επαγγελματικά το 1927. Επρόκειτο να αλλάξει τη μουσική σκηνή για πάντα, με την ανάμειξη των πρώτων ήχων της Αμερικής, της jazz και της folk μουσικής, δημιουργώντας ένα μοναδικό και νέο ήχο. Ο Bill και ο Charlie Monroe από τις αγροτικές περιοχές του Κεντάκι άρχισαν να παίζουν στις αρχές της δεκαετίας του 1930 και άρχισαν να υιοθετούν τον ήχο του Jimmie Rodgers με ένα πρόσθετο γρατζούνισμα της μουσικής των βουνίσιων. Οι Monroe Brothers διαλύθηκαν το 1938. 
Ο Bill Monroe σχημάτισε τους Kentuckians στο Little Rock του  Arkansas, αλλά η μπάντα ‘έζησε’ μόνο για τρεις μήνες. Ο Μονρόε άφησε τότε το Λιτλ Ροκ για την Ατλάντα της Γεωργίας, για να σχηματίσει τους Blue Grass Boys με τον τραγουδιστή / κιθαρίστα Cleo Davis, τον βιολιστή Art Wooten, και τον μπασίστα Amos Garren. Το 1939, ο Bill Monroe και οι The Blue Grass Boys έπαιξα στο Grand Ole Opry το 1939, και παρουσίασαν για πρώτη φορά σε εθνικό ακροατήριο την μουσική τους. Ήταν μετά το Β 'Παγκόσμιο Πόλεμο στα μέσα της δεκαετίας του 1940, όμως, που το ραδιόφωνο έφερε τελικά την μοναδική αυτή μουσική σε εθνικό επίπεδο στα σπίτια. Η μουσική Bluegrass πήρε το όνομά της από την μπάντα του Μονρόε, για την οποία ονομάστηκε η πολιτεία της καταγωγής του, το Κεντάκι, Blue Grass State.

Η Bluegrass χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, όπως η εστίαση στα φωνητικά. Τα φωνητικά υπερισχύουν των οργάνων, με μερικά τραγούδια ακόμα και να εκτελούνται χωρίς καθόλου την συνοδεία των οργάνων.

Ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό αυτού του στυλ είναι η χρήση των ακουστικών οργάνων, τα οποία είναι το μαντολίνο, το βιολί, η κιθάρα, το μπάντζο, και το μπάσο. Εκτός από αυτά τα παραδοσιακά όργανα, η μουσική bluegrass μπορεί επίσης να αναγνωριστεί από το στυλ του παιξίματος του μπάντζου και της κιθάρας. Επίσης η μουσική bluegrass έχει πολλούς αυτοσχεδιασμούς, με πολλές διαφορές, όπως και η τζαζ. 






Από το 1948 - 1969, η μουσική bluegrass εισήχθη στο κοινό των ΗΠΑ μέσω της τηλεόρασης και των ζωντανών παραστάσεων σε σχολεία και πανεπιστήμια. Μέσα από ταινίες, όπως η ταινία Bonnie και Clyde, γνώρισε δημοτικότητα που διαφορετικά δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί. Άλλες ταινίες όπως The Beverly Hillbillies, Deliverance και O Brother, Where Art Thou? βοήθησαν την bluegrass να γνωρίσει μεγάλη δημοτικότητα και να αγκαλιαστεί και από το νεανικό κοινό.





Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

The Fantastic Baggys

 
Οι Fantastic Baggys ήταν ένα Αμερικάνικο surf συγκρότημα, από το L.A. που δημιουργήθηκε από τον P.F. Sloan και τον Steve Barri. Το γκρουπ κυκλοφόρησε αρκετά επιτυχημένα singles υπό την ηγεσία των Sloan και Barri. Οι Fantastic Baggys, κυκλοφόρησαν ένα άλμπουμ διεθνώς, το “Tell 'Em I'm Surfin'” (1964) από την Imperial Records, αρκετά  πετυχημένα hit singles και μερικά άλμπουμ μόνο στη Νότια Αφρική.

Η ομοιότητα του συγκροτήματος με τους πολύ πιο δημοφιλείς Jan & Dean, δεν αποτελεί καμία έκπληξη, αφού ο Sloan και ο Barri όχι μόνο έγραψαν μερικά τραγούδια για τους Jan και Dean, αλλά και έκαναν και κάποια φωνητικά στους δίσκους των Jan & Dean.

Οι Fantastic Baggys έκαναν ένα άλμπουμ με την Imperial, το “Tell 'Em I'm Surfin'” (1964), (στην φωτογραφία του άλμπουμ είναι τέσσερις, αλλά οι δύο ήταν απλοί φίλοι) καθώς και τρία singles το 1964 και το 1965 (η οποία περιελάμβανε τρεις μη-LP τραγούδια), ενώ κυκλοφόρησαν και δύο άλμπουμ των Fantastic Baggys στη  Νότια Αφρική.


Οι Fantastic Baggys σταμάτησαν να ηχογραφούν το 1965, όταν η μανία του surf είχε ξεθωριάσει και οι Sloan και Barri ενδιαφέρονταν περισσότερο να γράφουν και να τραγουδούν πιο σοβαρά και σοφιστικέ κομμάτια.





Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

The Memphis Rockabilly Band


Παίζοντας τραγούδια που κυμαίνονται από rockabilly, surf instrumentals, rock & roll, hillbilly και rhythm & blues, οι Memphis Rockabilly Band που παρά το όνομα, δημιουργήθηκαν στην Βοστώνη το 1978, είναι ένα δυναμικό συγκρότημα που παίζει πολύ καλή μουσική.

Ο Carl Perkins τους είχε αποκαλέσει την «καλύτερη μπάντα rockabilly έχω δει ποτέ».

ΜΕΛΗ:
Billy Coover : κιθάρα, σαξόφωνο και φωνητικά
Roy Sludge : πλήκτρα, κιθάρα και φωνητικά
PJ Justice : μπάσο και τα φωνητικά
Judd Williams : ντραμς 

 ΙΣΤΟΡΙΑ:
Η μπάντα το 1978
Από αριστερά: Bill, Hank, Jeff and Terry

Οι Memphis Rockabilly Band σχηματίστηκαν από τον Jeff Spencer και τον Bill Coover το 1978. Η μπάντα γρήγορα έγινε ένα από τα πιο δημοφιλή συγκροτήματα στη Βοστώνη και τη Νέα Αγγλία, καθώς και αλλού στην ανατολική ακτή. Ταξίδεψαν στην Ευρώπη το 1981 και το 1982 και ηχογράφησαν στην Big Beat Records της Γαλλίας. Το συγκρότημα επίσης κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ με την Blind Pig Records το 1986.

Μεταξύ των ετών 1979 και 1989, οι MRB είχαν το προνόμιο να παίζουν με καλλιτέχνες όπως Carl Perkins, Roy Orbison, Jerry Lee Lewis, Roomful of  Blues, Duke Robillard, The Fabulous Thunderbirds, Link Wray, Jack Scott, The Persuasions, Etta James, Chuck Berry, Chubby Checkers και άλλους. Ήταν η μπάντα που συχνά έπαιζε για τον Link Wray και τον Chuck Berry.

Η μπάντα το 2005
Μέμφις Rockabilly Band το 2005
Από αριστερά : Μilt, Jeff, PJ και Bill

Ο Jeff Spencer και ο Bill Coover συνεργάστηκαν ξανά το 2005 προσπαθώντας να «αναστήσουν» τους Memphis Rockabilly Band. Η μπάντα επιστρέφει στην Ευρώπη μετά από μια 23 χρόνια απουσίας, παίζοντας μπροστά σε πλήθη οπαδών δείχνοντας ότι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της αυθεντικής αμερικανικής μουσικής σκηνής στην Ευρώπη.

Ο τραγουδιστής Jeff Spencer απεβίωσε στις 11 Φεβρουαρίου 2009. Στις 21 Φεβρουαρίου 2009 έγινε προς τιμήν το "Memorial Concert to Celebrate Jeff Spencer's Life".

Η μπάντα το 2008
Από αριστερά : PJ, Allan, Jeff και Bill








Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

The Houseshakers

Οι Houseshakers ήταν ένα βρετανικό rock and roll συγκρότημα που σχηματίστηκε στα τέλη του 1969, και ήταν ενεργό στις αρχές του 1970. Έπαιξαν με τον Gene Vincent στις δύο επισκέψεις του στην Ευρώπη, καθώς και  με τον Βο Diddley και τον Chuck Berry στη συναυλία Rock'n Roll Revival στο Γουέμπλεϊ στις 5 Αυγούστου 1972.

Το συγκρότημα είχε μέλη: Graham Fenton (φωνητικά), Tommy Husky, Jimmy Walls και Vic Searle.
 Ο Terry Clemson (ως ο Terry Gibson) στο παρελθόν έπαιξε στους The Downliners Sect. Ο Clemson και ο Fenton αποτέλεσαν αργότερα τους Hellraisers. Ο Graham Fenton προσχώρησε αργότερα στους Matchbox.

Ο Tommy Husky (Huskinson) έπαιξε σαξόφωνο στο 'Live at The Star Cub Hamburg' των Beatles.
 
Με το όνομα The Houseshakers εμφανίζεται σήμερα και άλλο rockabilly συγκρότημα από την Βρετανία.




Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

The Chuck Berry story


O Chuck Berry γεννήθηκε σαν Charles Edward Anderson Berry στο St. Louis του Μισσούρι, στις 18 Οκτωβρίου 1931, και άρχισε να τραγουδάει σε εκκλησιαστική χορωδία, σε ηλικία 6 ετών.
Έμαθε βασική κιθάρα σαν πήγαινε ακόμα στο γυμνάσιο και έκανε το ντεμπούτο του σε μια σχολική γιορτή, τραγουδώντας την κλασσική σύνθεση των μπλουζ, ConfessinThe Blues’. Ενώ πήγαινε ακόμη σχολείο καταδικάστηκε για ένοπλη ληστεία και έμεινε στην φυλακή από το 1944 ως το 1947.

Η επόμενη κίνηση του Berry ήταν σημαντική: ακολουθώντας τα βήματα πολλών μαύρων καλλιτεχνών του Νότου, πήγε στο Σικάγο, όπου συνάντησε ένα μουσικό που θαύμαζε από παλιά, τον Muddy Waters. Έπαιξε με το συγκρότημα του Waters στις αρχές του 1955 και ο καλλιτέχνης των μπλουζ πρότεινε στον Berry για να αποτανθεί στον Leonard Chess, πρόεδρο της εταιρίας δίσκων Chess και Checker, που είχε δώσει την ευκαιρία σε πολλούς μαύρους μουσικούς της περιοχής να δοκιμάσουνε την τύχη τους.

Ο Berry συναντήθηκε σύντομα με τον Chess, έκανε μια επίδειξη των φωνητικών του δυνατοτήτων και αμέσως μετά υπόγραψε μαζί του συμβόλαιο.
 
Ο πρώτος του δίσκος, το ‘Maybellene’, κυκλοφόρησε το Μάη του 1955. Πούλησε ένα εκατομμύριο αντίτυπα μέσα σε λίγες εβδομάδες και έφτασε το νούμερο 5 των τοπς της Αμερικής. Το Maybellene ξεπήδησε από το γενικότερο πλαίσιο των μπλουζ, αλλά το τραγούδι - γραμμένο από τον ίδιο τον Berry - ήταν αρκετά επηρεασμένο από την Country. Τούτο φαινότανε από τον ίδιο τον τίτλο, που ήταν ένα όνομα συχνά τραγουδισμένο σε κομμάτια hillbilly. Είναι χαρακτηριστικό πως ο ίδιος ο Berry
είχε πει κάποτε, «Η μόνη Maybellene πού ξέρω είναι μια αγελάδα». Ακόμα, ο έντονα τονισμένος ρυθμός του, είχε σημαντικές ομοιότητες με το ιδίωμα του rockabilly, μολονότι ή σκληρότητα τής κιθάρας θύμιζε καθαρά στύλ τού Σικάγο.


Ο γνωστός ντίσκ-τζόκεϋ, Alan Freed, αναφερότανε σαν συνθέτης του κομματιού επίσης και φαίνεται πιθανό πως, ο ήχος που δημιουργήθηκε τελικά, ήταν μέρος μιας επιθυμίας να επαναληφθεί η επιτυχία της νέας μουσικής που είχε δημιουργηθεί με μια επιμιξία μουσικών ιδιωμάτων. Το σχόλιο του ίδιου του Berry, πως «το δολάριο καθορίζει ποια μουσική θα γραφτεί», φαίνεται να επιβεβαιώνει τούτη την εντύπωση. Τούτο δεν σημαίνει πως η παράδοση της country ήταν τελείως άγνωστη σ’ αυτόν: συχνά έχει πει πως άκουγε πολύ μουσική country από τους ραδιοσταθμούς του Σαιντ Λούι.

Ο Berry καθιερώθηκε σταθερά σαν καλλιτέχνης σε μεγάλο αντίκτυπο μόνο σαν πραγματοποίησε σημαντικές τροποποιήσεις στο στοιχείο των blues που συναντάμε στη δουλειά του. Το τέταρτο σίνγκλ του, ‘Roll Over Beethoven’, έφτασε το τοπ-30 το 1956 και έδειξε το δρόμο που θάπρεπε να ακολουθήσει ό μαύρος καλλιτέχνης. Στα επόμενα δυο χρόνια, έγραφε την πιο σημαντική μουσική του σε μια σειρά από εμπορικά επιτυχημένους μικρούς δίσκους. Το ‘School Days’ και το ‘Rock and Roll Music’ έγιναν και τα δυο επιτυχίες του τοπ-10 το 1957. Την επόμενη χρονιά, το πιο επιτυχημένο του μέχρι τότε σίνγκλ, το ‘Sweet Little Sixteen, έφτασε το νούμερο 2, ενώ το ‘Johnny B. Goode’ ανέβηκε μέχρι το νούμερο 8 και το ‘Carol’ μπήκε επίσης στο τοπ-20.




Δεν ακολουθήσανε άλλες μεγάλες επιτυχίες μέσα στη δεκαετία του ‘50, αλλά αρκετές από τις μικρότερές του φανερώνουνε το ώριμο στυλ του και την επιρροή που είχε η μουσική του σε πολλούς συναδέλφους του. Το 1957, έχουμε τοOh, Baby Doll, που μπήκε στο τοπ-100 αλλά δεν ανέβηκε πιο πάνω από τα χαμηλότερα νούμερά του. Το 1958, τα Beautiful Delilah’, ‘Sweet Little Rock And Roller’, ‘Jo Jo Gunne και Run Rudolph Runμπήκανε όλα στα χαμηλότερα νούμερα των τοπς. Η Ιστορία επαναλήφθηκε την επόμενη χρονιά, με ταAnthony Boy’, ‘Almost Grown’, ‘Little Quennie και Back In The USA και το 1960 με ταToo Pooped To Popκαι Let It Rock’. Ο Berry ήταν πολυγραφότατος σαν συνθέτης και μερικές από τις πιο γνωστές του συνθέσεις δεν κυκλοφορήσανε καν σαν πρώτες πλευρές - όπως οι Memphis Tennesseeκαι ReelinAnd Rockin’.

Από την ταινία ‘Hot Wax’ (1978)



Το στυλ του Berry σ’ αυτή την περίοδο, διέθετε αρκετά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Ο «ροκατζίδικος» ρυθμός του Maybellene πρόβαλε αρκετές μουσικές αλλαγές, ενώ οι δίσκοι του ξεχωρίζανε αμέσως από την κλαψιάρικη κιθάρα και τα γρήγορα σόλα που χρησιμοποιούσε σαν εισαγωγές. Η όλη εντύπωση της ταχύτητας υπογραμμιζότανε από το ραγδαίο ρυθμό των στίχων. Το φωνητικό στυλ του δεν είχε τη σκληράδα που συνήθως συνδυαζότανε με τα μπλουζ των πόλεων και το rock n roll.
Στους στίχους του, ο Berry καθόρισε ένα νέο ακροατήριο. Αποκρυστάλλωσε το μήνυμα του rock n roll των λευκών teenagers, επαινώντας ένα τρόπο ζωής όπου η αναζήτηση των φυσικών απολαύσεων - ιδιαίτερα στη μορφή του χορού, της οδήγησης αυτοκίνητων και του σεξ - ήταν πρωταρχικής σημασίας.




Ο Berry εμφανίστηκε σε τέσσερις κινηματογραφικές ταινίες - τις ‘Rock, Rock, Rock’. ‘Mr. Rock And Roll, το 1957, Go Johnny Goκαι Jazz On A Summers Day, (με την παρουσία του στο Φεστιβάλ Τζαζ του Νηούπορτ) το 1959.


Ξαφνικά, στα τέλη του 1959, η καριέρα του διακόπηκε απότομα, όταν κατηγορήθηκε από τις αρχές για μεταφορά ανήλικου για ανήθικους σκοπούς από μια πολιτεία σε άλλη. Οι περιγραφές του επεισοδίου διαφέρουν, αλλά φαίνεται πως ο Berry έφερε μια Ινδιάνα από το Τέξας για να δουλέψει σαν βοηθός στο νάιτ κλάμπ που εμφανιζότανε, στο Σαίντ Λούι. Η αστυνομία υποψιάστηκε πως έκανε πορνεία. Κάποια στιγμή ο Berry την απόλυσε και κείνη ομολόγησε στην αστυνομία πως ήτανε μονάχα 14 χρονών. Τα τοπικά δικαστικά έγγραφα δείχνουν πως ο Berry καταδικάστηκε σε φυλάκιση δυο χρόνων που άρχισε το Φλεβάρη του 1962, μολονότι ο ίδιος το έχει διαψεύσει, λέγοντας πως αθωώθηκε και πως η κοπέλα τον ξεγέλασε, αφήνοντάς τον να πιστεύει πως ήτανε πάνω από 20 χρονών.
 

Ο Berry είχε μεγάλη επιρροή στη Βρετανία και στους Beatles αλλά και στη δουλειά πολλών Αμερικανών καλλιτεχνών της δεκαετίας του ‘60. Οι Beach Boys πήρανε τη μελωδία και τα κομμάτια της κιθάρας από το ‘Sweet Little Sixteen’ και απλά προσαρμόσανε πάνω τους τους στίχους του καλιφορνέζικου σέρφινγκ για την πρώτη τους μεγάλη επιτυχία, το SurfinUSA”.

Ο Berry ξανάρχισε τη δισκογραφική καριέρα του το 1964 με τα  ‘Nadine’ και το ‘Νο Particular Place To Go’. Ο δίσκος μπήκε στο τοπ-30 στην Αμερική και πούλησε αρκετά και στην Αγγλία, όπου το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη μουσική του είχε οδηγήσει στην επανακυκλοφορία του ‘Memphis Tennessee’ με φλιπσάιντ το ‘Let It Rock, τον περασμένο χρόνο και στην είσοδό του στο αγγλικό τοπ-10.




Το 1966, ο Berry άφησε την Chess και υπόγραψε ένα συμβόλαιο 50.000 δολαρίων με την Mercury. Έγραψε πέντε άλμπουμς γι’ αυτή την εταιρία στα επόμενα τρία χρόνια, που περιλαμβάνανε βασικά διασκευές τραγουδιών της δεκαετίας του ‘50. Η φήμη του, σαν ζωντανός εκτελεστής, έφτασε το ζενίθ της αυτή την περίοδο. Η κερασόχρωμη Gibson του και το σκυφτό περπάτημα που το αποκαλούσε  duck walk (‘περπάτημα της πάπιας’ και που του είχε χαρίσει το παρατσούκλι ‘Crazy Legs’ («τρελά πόδια») είχανε γίνει «σήματα κατατεθέντα» των ζωντανών εμφανίσεών του. Στην Αγγλία, οι περιοδείες του είχανε την ιδιομορφία να συγκεντρώνουνε τόσο τους μεγαλύτερους σε ηλικία ακροατές, οπαδούς του rock n roll της δεκαετίας του ‘50, όσο και τους νεότερους θαυμαστές της μουσικής των Beatles και των Rolling Stones.
 
Γύρισε στην Chess το 1969 και μέχρι το 1971 είχε γράψει δυο καινούργια άλμπουμς, τα ‘Back Home’ και ‘Francisco Dues’. Η μουσική του βασιζότανε τώρα πολύ περισσότερο στα μπλούζ από ποτέ άλλοτε, μια ώριμη επανεξερεύνηση των ριζών του. Μολονότι κανένας δεν πίστευε πια πως καινούργιοι δίσκοι του θα μπαίνανε στα τόπς της pop, ωστόσο οι προβλέψεις ανατραπήκανε το 1972, όταν σε μια περιοδεία στην Αγγλία έγινε δεκτός με πρωτοφανή ενθουσιασμό.



Το 1987 ο Berry ήρθε στην Αθήνα (Λυκαβηττός) για μια και μοναδική συναυλία. Η εμπειρία ήταν αξέχαστη! (ναι, ο Ghostgreaser ήταν εκεί). Ιδού και φωτογραφία με την αφίσα της συναυλίας και αποκόμματα εφημερίδων.

85 χρονών σήμερα, ο Chuck και δεν το βάζει κάτω.


Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

The Vern Pullens story

Ο Vern Pullens γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου 1931 στην Bogalusa της Louisiana.

Ο Pullens εργαζόταν όλη την εβδομάδα ως οικοδόμος και τα Σαββατοκύριακα έπαιζε honky tonks με μια μπάντα. Μια μικρή δισκογραφική εταιρεία ήρθε σε επαφή με τον Pullens και το καλοκαίρι του 1956 ο Bennie Hess, ιδιοκτήτης της εταιρίας Spade, τον κάλεσε στο Χιούστον του Τέξας. Ο Pullens υπέγραψε συμβόλαιο και κυκλοφόρησε τα ‘Bop Crazy Baby’ / ‘It's My Life’, ‘Mama Do not Allow No Boppin 'Tonight’.

Αυτές οι ηχογραφήσεις θεωρούνται σήμερα, κλασικά κομμάτια του rockabilly.

Στις αρχές του 1957, είχε κάποιες επιτυχίες με την Spade μόνο στο Τέξας και αργότερα έφτιαξε την δική του εταιρία, την Sun - Down Records. Στη δεκαετία του 1960, ο Pullens πήγε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στο Nashville του Tennessee και μετά επέστρεψε πίσω στο Μισισιπή. Η Αναβίωση του Rockabilly την δεκαετία του ΄70 έκανε τον Pullens να ξανακυκλοφορήσει τους παλιούς του δίσκους, ενώ έπαιξε και το Elvis Stole My Gal του Huey Long.

Το 1978 ήταν η τελευταία χρονιά που ο Pullens μπήκε στο στούντιο. Μαζί του σε εκείνες τις ηχογραφήσεις ήταν οι πρώην μουσικοί της Sun : Marcus Van Story (μπάσο), Al Hopson (κιθάρα) και Jerry Lee Smith (πιάνο).

Ο Vern Pullens πέθανε το 2001 στο Μισισιπή.