Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Τα 10 πιο αγαπημένα μου τραγούδια του Elvis Presley

1. "Blue Moon of Kentucky" – 1954
Ο Elvis, μαζί με τον Scott και τον Bill, παίρνει ένα κλασσικό τραγούδι του φημισμένου μουσικού της bluegrass, Bill Monroe, που γράφτηκε το 1946 και το μετατρέπει σε αυθεντικό άγριο rockabilly. Εξαιρετικός ο Bill Black στο μπάσο.

2. "Baby Let's Play House" - 1954
Το "Baby Let's Play House" είναι ένα δυνατό rockabilly τραγούδι που γράφτηκε από τον Arthur Gunter 1954. O Elvis το τραγούδησε το επόμενο έτος στην Sun Records.. Ο Elvis το ξεκινάει διαφορετικά με το  «Oh, baby, baby, baby, baby baby, baby, baby baby, be-be-be-be-be-be baby baby, baby, baby baby baby….». Χαρακτηριστικός και ο στίχος "I'd rather see you dead, little girl, than to be with another man" ..

3. "Heartbreak Hotel" - 1956
To "Heartbreak Hotel" ήταν ο πρώτος No.1 pop δίσκος του Elvis. Το τραγούδι έμεινε νο. 1 για 8 εβδομάδες στα Pop Charts του Billboard. Στις 11 Φεβρουαρίου 1956, ο Elvis παρουσίασε το τραγούδι ζωντανά στο τηλεοπτικό πρόγραμμα των Tommy και Jimmy Dorsey και στις 11 και 24 Μαρτίου στο Ed Sullivan Show. Ο αριθμός των τηλεθεατών που παρακολούθησε αυτές τις εκπομπές εκτιμώνται πάνω από 65 εκατομμύρια! Το "Heartbreak Hotel", εκφράζει την θλίψη που υπάρχει μετά το τέλος μιας σχέσης. Λέγεται ότι οι δημιουργοί του επηρεάστηκαν από την ιστορία ενός άγνωστου καλοντυμένου άνδρα που αυτοκτόνησε στο Miami το 1955, αφήνοντας μόνο ένα σημείωμα που έλεγε: "I walk a lonely street". Η φωνή του Elvis μοιάζει με γάντι. Εξαιρετικό το πιάνο του Floyd Cramer, ενός από τους «αρχιτέκτονες» του Nashville sound. Το τραγούδι το έπαιξαν καταπληκτικά, χρόνια αργότερα οι Sha-Na-Na.

4. "It Hurts Me" – 1964
Το τραγούδι είναι μια γλυκιά μπαλάντα που γράφτηκε από τον Joy Byers και τον θρυλικό Charles Daniels! Ο Elvis το τραγουδάει άλλοτε σχεδόν ψιθυριστά και άλλοτε με μεγάλη δύναμη. To τραγουδάει καταπληκτικά και τέσσερα χρόνια μετά στο '68 Comeback Special

5. "Stranger In My Own Home Town" – 1969
To τραγούδι το έγραψε ο μαύρος τραγουδιστής της rhythm-and-blues Percy Mayfield (1920 –1984). Ξεκινάει με μια υπέροχη ορχηστρική εισαγωγή και η καταπληκτική - σχεδόν «ηλεκτρισμένη» - φωνή του Elvis Presley αποδεικνύει πόσο καλός blues τραγουδιστής ήταν. “I came home with good intentions-about 5 or 6 years ago-I came home with good intentions-about 5 or 6 years ago-but my home town won't accept me-just don't feel welcome here no more…”

6. "Suspicious Minds" -1969
Εδώ έχουμε ένα τραγούδι - σήμα κατατεθέν του Elvis. Το "Suspicious Minds" – που έγραψε ο Mark James - είναι το τραγούδι που όλοι ομολογούν ότι επέστρεψε τον Presley στις μεγάλες επιτυχίες μετά το '68 Comeback Special. Ήταν το δέκατο όγδοο και τελευταίο νούμερο ένα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το τραγούδι περιγράφει μια προβληματική και δυσλειτουργική σχέση που όλα τα σκιάζει η καχυποψία της γυναίκας. Ο ρυθμός είναι καταιγιστικός, η ατμόσφαιρα αποπνικτική και η φωνή του Elvis συγκλονιστική. Στα backing vocals η Donna Thatcher, που υπήρξε και μέλος των Grateful Dead.

7. "Promised Land" - 1973
Το "Promised Land" συμπεριλαμβάνεται στον ομώνυμο δίσκο του 1975. Γράφτηκε και τραγουδίστηκε από τον θρυλικό Chuck Berry το 1964, μετά την αποφυλάκισή του. Ο Berry περιγράφει ένα ταξίδι μέσα στην «γη της επαγγελίας» (ΗΠΑ) με αφετηρία το Norfolk της Βιρτζίνια, που καταλήγει μετά από πολλές στάσεις στο Χιούστον και από εκεί στο Λος Άντζελες, τον “παράδεισο”.  Το τραγούδι με την φωνή του Elvis  και την καταπληκτική κιθάρα του  James Burton είναι δυναμικότερο και σαφώς ανώτερο του Berry.
8. "Steamroller Blues" – 1973
Το "Steamroller Blues" είναι ένα μπλουζ που γράφτηκε από τον James Taylor το 1970. Επικός ο στίχος “I'm a napalm bomb- Guaranteed to blow your mind…”. Ο Elvis Presley το περιέβαλε στο διάσημο live album του “Aloha From Hawaii: Via Satellite”. Αργότερα, την ίδια χρονιά, το κυκλοφόρησε και ως Β΄ πλευρά του "Fool". Το τραγούδι έφτασε στο νο 17 στα αμερικάνικα pop singles charts.

9. "You Gave Me a Mountain" – 1973
Το "You Gave Me a Mountain" είναι ένα τραγούδι του τραγουδιστή της country Marty Robbins («My Woman,My Woman,My Wife») από την δεκαετία του 1960. Αρκεί να ακούσεις τις δύο εκτελέσεις για να καταλάβεις το μεγαλείο της φωνής του Elvis και πως μπορούσε να πάρει ένα "ξένο" τραγούδι και να το αλλάξει πάντα προς το καλύτερο και ανώτερο, να το απογειώσει κυριολεκτικά. Το τραγούδι που είναι ημι-gospel μιλάει για τις δοκιμασίες ενός ανθρώπου από το ξεκίνημα της ζωής του με έσχατη δοκιμασία την εγκατάλειψή του από την γυναίκα του μαζί με τον μοναδικό του γιο. «But this time, Lord you gave me a mountain-A mountain you know I may never climb-It isn't just a hill any longer-You gave me a mountain this time».

10.  "An American Trilogy" – 1973

To "An American Trilogy" που συνέθεσε ο τραγουδοποιός της country, Mickey Newbury, αγαπήθηκε από τον Elvis Presley, και έγινε και αυτό ένα τραγούδι - σήμα κατατεθέν του, που το τραγουδούσε συνεχώς στις συναυλίες του στη δεκαετία του 1970. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα medley τριών τραγουδιών του 19ου αιώνα: το "Dixie", ένα τραγούδι που έγινε ο ανεπίσημος ύμνος της Συνομοσπονδίας στον λεγόμενο «εμφύλιο», το "All My Trials", που ήταν ένα νανούρισμα των αφροαμερικάνων από τις Μπαχάμες και το "The Battle Hymn of the Republic", ένα ημι-θρησκευτικό τραγούδι που ήταν συνδεδεμένο με τον στρατό της Ένωσης. Ο Presley άρχισε να εκτελεί το τραγούδι σε μια συναυλία του 1972, στο ντοκιμαντέρ “Elvis on Tour” και στo "ElvisAloha from Hawaii". 

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

The Billy Fury story



Ο Billy Fury ήταν ένας από τους πρωτοπόρους Άγγλους rock and roll τραγουδιστές με ιδιαίτερη επιτυχία από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960.

Ένας συνδυασμός αρρενωπότητας, καλής φωνής και μουσικού ταλέντου, βοήθησαν τον Fury να γίνει ένα μεγάλο αστέρι του ροκ και ρολ. Οι πρώτες του σκηνικές παρουσίες λογοκρίθηκαν γιατί θεωρήθηκαν ότι παρά ήταν σεξουαλικές. Ο Fury ισοφάρισε το ρεκόρ των Beatles με 24 hits στη δεκαετία του 1960.

Ο Fury γεννήθηκε ως Ronald Wycherley στο Λίβερπουλ. Ξεκίνησε από μικρός μαθήματα μουσικής στο πιάνο και αγόρασε την πρώτη του κιθάρα στην ηλικία των 14 ετών. Σχημάτισε την πρώτη του  μπάντα το 1955, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν σε ρυμουλκό και αργότερα ως λιμενεργάτης. Κέρδισε σε ένα διαγωνισμό ταλέντων και το 1958 άρχισε να συνθέτει τα δικά του τραγούδια. Συνάντησε τον μουσικό παραγωγό Larry Parnes στο θέατρο Essoldo με την ελπίδα να δείξει ενδιαφέρον ο διάσημος τότε τραγουδιστής Marty Wilde (πατέρας της Kim Wilde) για κάποια τραγούδια που είχε γράψει, όμως ο Parnes έσπρωξε τον νεαρό Wycherley επάνω στη σκηνή αμέσως. Ήταν τόσο άμεση η επιτυχία του, ώστε ο Parnes, τον πρόσθεσε στην περιοδεία και τον μετονόμασε σε «Billy Fury» (το fury στα αγγλικά σημαίνει μανία).

Κυκλοφόρησε το πρώτο του single hit για τη Decca, το "Maybe Tomorrow" το 1959, εμφανίστηκε στην τηλεόραση και το 1960, έφθασε στον Νο. 9 των βρετανικών singles με το "Colette", ενώ ακολούθησε το "That's Love" και το πρώτο του άλμπουμ το "The Sound of Fury" (1960).


Όταν σταμάτησε την συνεργασία του με το συγκρότημα ‘Georgie Fame and the Blue Flames’ που ήταν η backing band του και άρχισε κάποιες ακροάσεις στο Λίβερπουλ, μεταξύ των συγκροτημάτων που εμφανίστηκαν ήταν και οι Beatles, οι οποίοι τότε ονομάζονταν ‘Silver Beetles’. Δεν τους φάνηκε καλή η προσφορά και αφού ο Lennon πήρε ένα αυτόγραφο του Fury, έφυγαν. Ως backing band τελικά προσλήφθηκαν οι Tornados και ταξίδεψαν και ηχογράφησαν μαζί του από τον Ιανουάριο του 1962 μέχρι τον Αύγουστο του 1963.

Σταδιακά ο Fury άρχισε να επικεντρώνεται λιγότερο στο rock and roll ροκ και περισσότερο στις mainstream μπαλάντες, όπως το "Halfway to Paradise" και το "Jealousy" (το οποίο έφτασε στο Νο. 3 και στο Νο 2 αντίστοιχα στα βρετανικά charts το 1961). Όπως ομολόγησε ο Fury «ήθελα να με σκέφτονται οι άνθρωποι απλώς ως τραγουδιστή - και όχι συγκεκριμένα, ως ροκ τραγουδιστή, μεγαλώνω και θέλω να διευρύνω το πεδίο μου».

Η διετία 1961 - 1963 ήταν τα καλύτερα χρόνια του Fury. Το 1962 εμφανίστηκε στην πρώτη του ταινία, το “Play It Cool”, με βάση τις ταινίες του Elvis. Το hit single από την ταινία ήταν "Once Upon a Dream".
Το 1963 ηχογράφησε το “Fury's We Want Billy!”, ένα από τα πρώτα live άλμπουμ στην βρετανική ροκ ιστορία. Το 1965 εμφανίστηκε στην ταινία “I've Gotta Horse”.


Έχοντας ακόμα επιτυχίες στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως το "It's Only Make Believe" και το "I Will" το 1964 και το "In Thoughts of You", ο Fury άρχισε να απουσιάζει από τα charts το 1967. Μετά από προβλήματα με την εφορία και τις δύο χειρουργικές επεμβάσεις στην καρδιά του το 1972 και το 1976, αποφάσισε να εγκαταλείψει τις περιοδείες του.

Το 1981 το τραγούδι "Be Mine Tonight" δεν είχε καμία επιτυχία, ενώ εκείνη την χρονιά η Fury, ενώ δούλευε στο αγρόκτημά του, κατέρρευσε. Ο Fury είχε από μικρός προβλήματα με την καρδιά. Το 1982, ηχογράφησε ένα άλμπουμ επιστροφής, το ‘The One and Only’ (κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του) με τον Stuart Colman, παραγωγό του Shakin Stevens. Η τελευταία του εμφάνιση έγινε στο Sunnyside του Northampton, στις 4 Δεκεμβρίου 1982, που μαγνητοσκοπήθηκε για την τηλεόραση.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Ιανουαρίου 1983, ο Fury υπέστη καρδιακή προσβολή στο σπίτι του στο Λονδίνο. Πέθανε το επόμενο απόγευμα. Ήταν 42 ετών.

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

The Adam Faith story




Τα τέλη της δεκαετίας του '50 στην Αγγλία έκαναν την εμφάνισή τους δεκάδες teen idols, που οι managers τους ήθελαν να σπρώξουν προς την διψασμένη για δικούς της τραγουδιστές βρετανική νεολαία, με το αζημίωτο βέβαια. Μερικοί από αυτούς, όπως ο Cliff Richard και ο Billy Fury, ήταν πραγματικά ταλαντούχοι, αν και οι περισσότεροι απλώς έπαιζαν rock & roll, χωρίς κάποιο ταλέντο και για αυτό σύντoμα το αστέρι τους έσβησε.

Ο Adam Faith ήταν ένας από τα καλύτερα αστέρια της δεκαετίας του '50 και της δεκαετίας του '60, ο οποίος έκανε και μια αξιοσέβαστη τηλεοπτική, κινηματογραφική και θεατρική καριέρα.

Γεννήθηκε ως Terence Nelhams στο Acton, στο Δυτικό Λονδίνο, και ξεκίνησε τη μουσική του καριέρα το 1957, κάνοντας τις πρώτες του δημόσιες εμφανίσεις στο θρυλικό “21's” καφέ στο Soho του Λονδίνου. Ο Faith είχε σχηματίσει μια μπάντα skiffle, τους Worried Men, αλλά ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός. Έγινε γνωστός από τον παραγωγό Jack Goode, ο οποίος με τη σειρά του έφερε τον Faith σε επαφή με τον μουσικό παραγωγό John Barry, (τον μετέπειτα γνωστό και πολυβραβευμένο μουσικοσυνθέητη που έγραψε μουσική για πολύ γνωστές ταινίες), ο οποίος είχε δημιουργήσει τότε μια μικρή μπάντα και τον κάλεσε για μια ακρόαση για ένα ρόλο στην rock and roll τηλεοπτική εκπομπή του BBC, Drumbeat. Ο Faith είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά στη μουσική σκηνή με τις εταιρίες Top Rank και HMV, (με τα τραγούδια "Heartsick Feeling" και "Brother Heartache and Sister Tears"), αλλά δεν είχε μεγάλη επιτυχία, μέχρι που ήρθε το ‘Drumbeat’ το 1959.
Ο Faith έγινε αμέσως αστέρι, με την teen idol εμφάνισή του και την χαρισματική του σκηνική παρουσία. Υπέγραψε στην εταιρία Parlophone της EMI και άρχισε να εμφανίζεται στο Drumbeat. Τον Νοέμβριο του 1959, ηχογράφησε το single "What You Want", το οποίο έφτασε στο νούμερο ένα στα βρετανικά charts
Ο Adam Faith με τον Eddie Cochran και τον Gene Vincent
Με συνοδεία μουσικής pizzicato και ένα στυλ πολύ επηρεασμένο από τον Buddy Holly, αλλά και τον Elvis, η καριέρα του Faith στηρίχθηκε πιο πολύ στο teen pop είδος μουσικής παρά στο rock & roll. Το επόμενο του single, το "Poor Me", ήταν ένα καλύτερο τραγούδι και έφτασε επίσης στον νούμερο ένα, ενώ το τρίτο του, το "Someone Else's Baby", έφτασε στο νούμερο δύο. 

Παρόλο που έκανε και κάποιους δίσκους rock & roll (όπως το "When Johnny Comes Marching Home"), τα τραγούδια του ήταν pop μπαλάντες που θύμιζαν έντονα τραγούδια του Buddy Holly, όπως το "True Love Ways". Το καλύτερο single του ήταν το "Made You", που επηρέασε τραγούδια όπως το "Nervous Breakdown" (Eddie Cochran) – και έδειξε τι θα μπορούσε να κάνει ο Faith αν έπαιζε πραγματικό rock & roll.

Έξι τραγούδια του μπήκαν στο Top Ten κατά τη διάρκεια του 1960 και άλλα τρία το 1961. Η σειρά των μεγάλων επιτυχιών έφτασε στο τέλος όμως το καλοκαίρι του 1962, λίγο πριν οι Beatles και οι άλλες μπάντες του Λίβερπουλ παρουσιαστούν στο προσκήνιο και αλλάξουν για πάντα το μουσικό τοπίο. Αλλά έφτασε ακόμα μία φορά στους Top Ten στα τέλη του 1963 με το "The First Time".
Το 1965, και ενώ ήδη μεσουρανούσε η ‘Βρετανική Εισβολή’ ο Faith κυκλοφόρησε το τελευταίο του άλμπουμ, τη συναυλία του Faith Alive, με τον ίδιο και το συγκρότημα Roulettes, ένα συναρπαστικό δείγμα της δουλειάς του.
Ο Faith εμφανίστηκε σε κινηματογραφικές ταινίες, με κυριότερη τοBeat Girl (1961), ένα αρκετά σκληρό δράμα βρετανικής νεανικής παραβατικότητας. Άλλες εμφανίσεις του ήταν στο ‘Never Let Go’ (1960) με τον Peter Sellers (!) και στην τηλεοπτική σειρά ‘No Hiding Place’ και στην ταινία ‘Mix Me a Person’ (1962). 
Από την δεκαετία του '70 είχε ξεκινήσει μια καριέρα ως επιχειρηματίας με μια επιτυχημένη εταιρεία χρηματοδότησης, ενώ έγινε και διευθυντικό στέλεχος του Savoy Hotel. Επέστρεψε στο θέατρο τη δεκαετία του '70 και δημιούργησε τον πρωταγωνιστικό ρόλο της σειράς ‘Budgie’, ενώ στον κινηματογράφο έπαιξε στην ταινία ‘Stardust’ (1975), ‘McVicar’ (1980) με τον Roger Daltrey και την τηλεοπτική έκδοση του ‘Εγκλήματος στο Orient Express’ (1985).

Ο Adam Faith πέθανε από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 62 ετών στις 8 Μαρτίου του 2003.

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Anthony and The Sophomores



Οι ‘Anthony & The Sophomores’ ήταν ένα λευκό doo wop συγκρότημα από την Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ που η πιο γνωστή του επιτυχία ήταν το “Play Those Oldies, Mister D.J.” το 1963.

Τα μέλη του (όλα ιταλικής καταγωγής) ήταν:

Anthony "Tony" Maresco  (Lead), Bobby Pugliese (drums, vocals), James Laurel (keyboards, vocals), Manuel Cappezzi (bass), Perry Bianci (guitar) και Mike Volpe (vocals).

Η μουσική στη Φιλαδέλφεια στις αρχές του 1957 ήταν παντού. Σχεδόν σε κάθε γωνιά μια νεανική παρέα έπαιζε μουσική και τραγουδούσε acapella. Ο Anthony Perri - "Perri" είχε φτιάξει μια μπάντα με τους φίλους του, Ernie Funaro και John Donato και αποφάσισε να βάλει σε αυτήν τον 13χρονο ξάδερφό του Anthony Maresco. Αν και νεαρός ο Tony ήταν ένας ταλαντούχος τραγουδιστής με όμορφη φωνή. Έτσι γεννήθηκε η μπάντα ‘Tony & The Teens’.

Σύντομα ο Anthony έγινε ο lead singer, ο Ernie τραγουδούσε μπάσα και ο  John ως δεύτερος τενόρος. Το συγκρότημα άρχισε να παίζει σε σχολικές αίθουσες στη Νότια Φιλαδέλφεια.

Κάποια στιγμή θέλησαν να δουν πώς θα ακούγονταν επαγγελματικά κι έτσι πήγαν σε ένα τοπικό στούντιο και ηχογράφησαν δύο γνωστά τραγούδια, το "Zoom" και το "In The Still Of The Night". Τότε άλλαξαν το όνομα και έγιναν οι ‘Tony & The Dynamics’.
Το 1959 κυκλοφόρησαν με την εταιρία Herald το πρώτο δίσκο τους που περιείχε το "Betty My Own" και στην B΄ πλευρά το "Forever Love", υπό το όνομα ‘Dynamics featuring Tony Maresco’.

Μερικά εσωτερικά προβλήματα έκαναν τον Tony Maresco να εγκαταλείψει το συγκρότημα και να σχηματίσει τους ‘Twilight’ που το 1961 έγινα οι ‘Tony & The Twilight's’.
   
Στο μεταξύ οι Tony and the Dynamics διαλύθηκαν καθώς ο John πήγε να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία. Όταν απολύθηκε, ο Tony τον πήρε μαζί του καθώς και τους αρχικούς Dynamics και ηχογράφησαν το "Sing This Oldies Mr. Bassman". Επειδή τότε είχε κυκλοφορήσει το "Mr Bassman" από τον Johnny Cymbal, για να αποφευχθεί κάθε σύγχυση, το ονόμασαν "Play Those Oldies Mr. D.J." και απέκτησαν ταυτόχρονα το νέο τους όνομα που ήταν "Anthony & the Sophomores".


Το συγκρότημα υπέγραψε στην ABC Records, ενώ οι John Donate και Bob Finizio απεχώρησαν και αντικαταστάθηκαν από τους Richie Benatti και Bob Beato.


Ο Joe Terry των Danny & The Juniors έγραψε για το συγκρότημα ένα τραγούδι, το "Depends On You" και στην Β’ πλευρά το "Gee". Ήταν αυτό που έκανε κάποια επιτυχία. 


Αφού στην συνέχεια κυκλοφόρησαν κάποιους δίσκους με τις εταιρίες Grand και Jaime, τερμάτισαν την καριέρα τους στο 1967 με το "One Summer Night".

Με τους Sonny & Cher
Ο Tony Maresco πέθανε στις 18 Δεκεμβρίου του 1998.

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

“Roadracers” (1994)

Το Roadracers είναι μια κινηματογραφική ταινία του 1994 σε σκηνοθεσία Robert Rodriguez, η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του μετά την επιτυχία του 1992, “El Mariachi”. Η ταινία πρωτοεμφανίστηκε στο Showtime Network ως μέρος της σειράς Rebel Highway η οποία πήρε τίτλους B-movie ταινιών της δεκαετίας του 1950 και εφάρμοσε πάνω τους πρωτότυπες ταινίες με πρωταγωνιστές ηθοποιούς της δεκαετίας του 1990.

Στην ταινία πρωταγωνιστής είναι ένας greaser ονόματι Dude Delaney (David Arquette) ο οποίος ονειρεύεται να φύγει από την μικρή του πόλη και να γίνει ένα αστέρι του rockabilly, αλλά παγιδεύεται σε μια διαμάχη με τον τοπικό σερίφη της πόλης (William Sadler) και τον γιο του. Η Salma Hayek παίζει το κορίτσι του την Donna. Παίζουν ακόμα John Hawkes (Nixer), Jason Wiles (Teddy) και William Sadler (Sarge).

trailer:

ΥΠΟΘΕΣΗ:
Στα μέσα της δεκαετίας του '50, ένας έφηβος από το Τέξας με το όνομα Dude (David Arquette) εξιδανικεύει τον ηγέτη (Johnny Reno) μιας τοπικής rock 'n' roll μπάντας που ονομάζεται The Ramblers και ονειρεύεται κάποια μέρα να παίζει κι αυτός κιθάρα με την δική του μπάντα. Μαζί του έχει μια μεξικάνα κοπέλα που ονομάζεται Donna (Salma Hayek) και τον καλύτερο του φίλο που ονομάζεται Nixer (John Hawkes) ο οποίος περνάει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στα τοπικά σινεμά παρακολουθώντας το INVASION OF THE SNATCHERS BODY (1956).

Ο Dude τα βάζει συνεχώς με τον σαδιστή τοπικό σερίφη Sarge (William Sadler), καθώς και με τον νταή γιο του, Teddy (Jason Wiles). Ο Dude κάποια στιγμή καίει τα μαλλιά της φίλης του Teddy με ένα τσιγάρο και αργότερα ταπεινώνει τον Teddy σε ένα παγοδρόμιο, με αποτέλεσμα ο Teddy να αντιδράσει παρενοχλώντας σεξουαλικά την Donna και προσπαθώντας να τη φιλήσει.

Ο Teddy στη συνέχεια προκαλεί τον Dude να παλέψουν εκείνο το βράδυ, αλλά η Donna μαθαίνει ότι οι Ramblers ψάχνουν για έναν νέο κιθαρίστα και κάνουν οντισιόν την ίδια στιγμή. Ο Nixer μιλάει στον Dude για να πάει στην ακρόαση, αλλά στο club, ο Dude ανακαλύπτει ότι οι Ramblers δεν είναι κανονικό rock 'n' roll συγκρότημα, αλλά απλώς κουνάνε τα χείλη τους ενώ παίζει ένας ήρεμος pop δίσκος – κάτι που τον εξαγριώνει και μαζί με τον Nixer επιτίθενται στα μέλη της μπάντας. Καθώς ο Dude φεύγει από το club, ο Teddy τον πυροβολεί στον ώμο, αλλά παρόλα αυτά είναι σε θέση να οδηγήσει και επιστρέφει με ένα όπλο. Αφού δολοφονεί τον Teddy, ο Dude φεύγει με το αυτοκίνητο από την πόλη, αλλά ο σερίφης Sarge τον ακολουθεί με ένα όπλο. Ο Dude πυροβολεί τα λάστιχα του περιπολικού το οποίο και πέφτει σε μια πινακίδα και εκρήγνυται.

Την μουσική της ταινίας έγραψαν οι Paul Boll και Johnny Reno (υπήρξε σαξοφωνίστας του Stevie Ray Vaughan στο δίσκο Double Trouble), ενώ από τα.. παλιά ακούγεται πολύ Link Wray, καθώς και Gene Vincent, Hasil Adkins, Glen Glenn και Charlie Feathers

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Good Bye Chuck Berry...

Ο Chuck Berry, ένας από τους θρύλους του rock n roll έφυγε από την ζωή σε ηλικία 90 ετών. Βρέθηκε νεκρός το Σάββατο στην κατοικία του έξω από το St Louis.

Γεννήθηκε σαν Charles Edward Anderson Berry στο St. Louis του Μισσούρι, στις 18 Οκτωβρίου 1926, μέσα σε θρησκευόμενη οικογένεια (ο πατέρας του ήταν διάκονος σε εκκλησία Βαπτιστών) και άρχισε να τραγουδάει σε εκκλησιαστική χορωδία, σε ηλικία 6 ετών. Φυσικά, ο ίδιος δεν διάλεξε τον δρόμο του Θεού και βρέθηκε ακόμα και στην φυλακή.


Ο Chuck Berry έγραψε και τραγούδησε πολλά σπουδαία τραγούδια, αλλά σίγουρα αυτό που είναι το πιο γνωστό είναι το "Johnny B. Goode" που κυκλοφόρησε το 1958. Ο Berry το έγραψε το 1955 και είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό. Μιλάει για ένα φτωχόπαιδο που παίζει την κιθάρα του "σαν να χτυπάει κουδούνι". Στην αρχή οι στίχοι έλεγαν για κάποιο "colored boy", αλλά το άλλαξε σε "country boy". Ένα εκρηκτικό Rock N Roll τραγούδι που ίσως αποτελεί και το «σήμα κατατεθέν» της εποχής των fifties (δεκαετία ’50) και της «επανάστασης του Rock N Roll». 



Άλλα γνωστά τραγούδια είναι : "Maybellene" (1955), "Roll Over Beethoven" (1956), "Rock and Roll Music" (1957), "School Days" (1957), "Sweet Little Sixteen" (1958), "Memphis, Tennessee" (1958). Ο Berry είχε μεγάλη επιρροή στη Βρετανία και στους Beatles, αλλά και στη δουλειά πολλών Αμερικανών καλλιτεχνών της δεκαετίας του ’60, όπως ήταν οι Beach Boys που πήρανε τη μελωδία και τα κομμάτια της κιθάρας από το ‘Sweet Little Sixteen’ και έκαναν το “Surfin’ USA”, την μεγάλη επιτυχία τους.


Η κερασόχρωμη Gibson του και το σκυφτό περπάτημα που το αποκαλούσε ‘duck walk’ (περπάτημα της πάπιας) ήταν το «σήμα κατατεθέν» των ζωντανών εμφανίσεών του.


Ο Chuck ήρθε στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1987 για μία και μοναδική συναυλία στο θέατρο του Λυκαβηττού. Παρακάτω – κατ’ αποκλειστικότητα! - η αφίσα που είχε κυκλοφορήσει τότε μαζί με κάποια δημοσιεύματα εφημερίδων με ρεπορτάζ  από την συναυλία. Χαρακτηριστικός τίτλος: «Οι μπύρες διέκοψαν το ροκ» [από αρχείο!].



από εδώ