Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

The Adam Faith story




Τα τέλη της δεκαετίας του '50 στην Αγγλία έκαναν την εμφάνισή τους δεκάδες teen idols, που οι managers τους ήθελαν να σπρώξουν προς την διψασμένη για δικούς της τραγουδιστές βρετανική νεολαία, με το αζημίωτο βέβαια. Μερικοί από αυτούς, όπως ο Cliff Richard και ο Billy Fury, ήταν πραγματικά ταλαντούχοι, αν και οι περισσότεροι απλώς έπαιζαν rock & roll, χωρίς κάποιο ταλέντο και για αυτό σύντoμα το αστέρι τους έσβησε.

Ο Adam Faith ήταν ένας από τα καλύτερα αστέρια της δεκαετίας του '50 και της δεκαετίας του '60, ο οποίος έκανε και μια αξιοσέβαστη τηλεοπτική, κινηματογραφική και θεατρική καριέρα.

Γεννήθηκε ως Terence Nelhams στο Acton, στο Δυτικό Λονδίνο, και ξεκίνησε τη μουσική του καριέρα το 1957, κάνοντας τις πρώτες του δημόσιες εμφανίσεις στο θρυλικό “21's” καφέ στο Soho του Λονδίνου. Ο Faith είχε σχηματίσει μια μπάντα skiffle, τους Worried Men, αλλά ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός. Έγινε γνωστός από τον παραγωγό Jack Goode, ο οποίος με τη σειρά του έφερε τον Faith σε επαφή με τον μουσικό παραγωγό John Barry, (τον μετέπειτα γνωστό και πολυβραβευμένο μουσικοσυνθέητη που έγραψε μουσική για πολύ γνωστές ταινίες), ο οποίος είχε δημιουργήσει τότε μια μικρή μπάντα και τον κάλεσε για μια ακρόαση για ένα ρόλο στην rock and roll τηλεοπτική εκπομπή του BBC, Drumbeat. Ο Faith είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά στη μουσική σκηνή με τις εταιρίες Top Rank και HMV, (με τα τραγούδια "Heartsick Feeling" και "Brother Heartache and Sister Tears"), αλλά δεν είχε μεγάλη επιτυχία, μέχρι που ήρθε το ‘Drumbeat’ το 1959.
Ο Faith έγινε αμέσως αστέρι, με την teen idol εμφάνισή του και την χαρισματική του σκηνική παρουσία. Υπέγραψε στην εταιρία Parlophone της EMI και άρχισε να εμφανίζεται στο Drumbeat. Τον Νοέμβριο του 1959, ηχογράφησε το single "What You Want", το οποίο έφτασε στο νούμερο ένα στα βρετανικά charts
Ο Adam Faith με τον Eddie Cochran και τον Gene Vincent
Με συνοδεία μουσικής pizzicato και ένα στυλ πολύ επηρεασμένο από τον Buddy Holly, αλλά και τον Elvis, η καριέρα του Faith στηρίχθηκε πιο πολύ στο teen pop είδος μουσικής παρά στο rock & roll. Το επόμενο του single, το "Poor Me", ήταν ένα καλύτερο τραγούδι και έφτασε επίσης στον νούμερο ένα, ενώ το τρίτο του, το "Someone Else's Baby", έφτασε στο νούμερο δύο. 

Παρόλο που έκανε και κάποιους δίσκους rock & roll (όπως το "When Johnny Comes Marching Home"), τα τραγούδια του ήταν pop μπαλάντες που θύμιζαν έντονα τραγούδια του Buddy Holly, όπως το "True Love Ways". Το καλύτερο single του ήταν το "Made You", που επηρέασε τραγούδια όπως το "Nervous Breakdown" (Eddie Cochran) – και έδειξε τι θα μπορούσε να κάνει ο Faith αν έπαιζε πραγματικό rock & roll.

Έξι τραγούδια του μπήκαν στο Top Ten κατά τη διάρκεια του 1960 και άλλα τρία το 1961. Η σειρά των μεγάλων επιτυχιών έφτασε στο τέλος όμως το καλοκαίρι του 1962, λίγο πριν οι Beatles και οι άλλες μπάντες του Λίβερπουλ παρουσιαστούν στο προσκήνιο και αλλάξουν για πάντα το μουσικό τοπίο. Αλλά έφτασε ακόμα μία φορά στους Top Ten στα τέλη του 1963 με το "The First Time".
Το 1965, και ενώ ήδη μεσουρανούσε η ‘Βρετανική Εισβολή’ ο Faith κυκλοφόρησε το τελευταίο του άλμπουμ, τη συναυλία του Faith Alive, με τον ίδιο και το συγκρότημα Roulettes, ένα συναρπαστικό δείγμα της δουλειάς του.
Ο Faith εμφανίστηκε σε κινηματογραφικές ταινίες, με κυριότερη τοBeat Girl (1961), ένα αρκετά σκληρό δράμα βρετανικής νεανικής παραβατικότητας. Άλλες εμφανίσεις του ήταν στο ‘Never Let Go’ (1960) με τον Peter Sellers (!) και στην τηλεοπτική σειρά ‘No Hiding Place’ και στην ταινία ‘Mix Me a Person’ (1962). 
Από την δεκαετία του '70 είχε ξεκινήσει μια καριέρα ως επιχειρηματίας με μια επιτυχημένη εταιρεία χρηματοδότησης, ενώ έγινε και διευθυντικό στέλεχος του Savoy Hotel. Επέστρεψε στο θέατρο τη δεκαετία του '70 και δημιούργησε τον πρωταγωνιστικό ρόλο της σειράς ‘Budgie’, ενώ στον κινηματογράφο έπαιξε στην ταινία ‘Stardust’ (1975), ‘McVicar’ (1980) με τον Roger Daltrey και την τηλεοπτική έκδοση του ‘Εγκλήματος στο Orient Express’ (1985).

Ο Adam Faith πέθανε από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 62 ετών στις 8 Μαρτίου του 2003.

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Anthony and The Sophomores



Οι ‘Anthony & The Sophomores’ ήταν ένα λευκό doo wop συγκρότημα από την Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ που η πιο γνωστή του επιτυχία ήταν το “Play Those Oldies, Mister D.J.” το 1963.

Τα μέλη του (όλα ιταλικής καταγωγής) ήταν:

Anthony "Tony" Maresco  (Lead), Bobby Pugliese (drums, vocals), James Laurel (keyboards, vocals), Manuel Cappezzi (bass), Perry Bianci (guitar) και Mike Volpe (vocals).

Η μουσική στη Φιλαδέλφεια στις αρχές του 1957 ήταν παντού. Σχεδόν σε κάθε γωνιά μια νεανική παρέα έπαιζε μουσική και τραγουδούσε acapella. Ο Anthony Perri - "Perri" είχε φτιάξει μια μπάντα με τους φίλους του, Ernie Funaro και John Donato και αποφάσισε να βάλει σε αυτήν τον 13χρονο ξάδερφό του Anthony Maresco. Αν και νεαρός ο Tony ήταν ένας ταλαντούχος τραγουδιστής με όμορφη φωνή. Έτσι γεννήθηκε η μπάντα ‘Tony & The Teens’.

Σύντομα ο Anthony έγινε ο lead singer, ο Ernie τραγουδούσε μπάσα και ο  John ως δεύτερος τενόρος. Το συγκρότημα άρχισε να παίζει σε σχολικές αίθουσες στη Νότια Φιλαδέλφεια.

Κάποια στιγμή θέλησαν να δουν πώς θα ακούγονταν επαγγελματικά κι έτσι πήγαν σε ένα τοπικό στούντιο και ηχογράφησαν δύο γνωστά τραγούδια, το "Zoom" και το "In The Still Of The Night". Τότε άλλαξαν το όνομα και έγιναν οι ‘Tony & The Dynamics’.
Το 1959 κυκλοφόρησαν με την εταιρία Herald το πρώτο δίσκο τους που περιείχε το "Betty My Own" και στην B΄ πλευρά το "Forever Love", υπό το όνομα ‘Dynamics featuring Tony Maresco’.

Μερικά εσωτερικά προβλήματα έκαναν τον Tony Maresco να εγκαταλείψει το συγκρότημα και να σχηματίσει τους ‘Twilight’ που το 1961 έγινα οι ‘Tony & The Twilight's’.
   
Στο μεταξύ οι Tony and the Dynamics διαλύθηκαν καθώς ο John πήγε να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία. Όταν απολύθηκε, ο Tony τον πήρε μαζί του καθώς και τους αρχικούς Dynamics και ηχογράφησαν το "Sing This Oldies Mr. Bassman". Επειδή τότε είχε κυκλοφορήσει το "Mr Bassman" από τον Johnny Cymbal, για να αποφευχθεί κάθε σύγχυση, το ονόμασαν "Play Those Oldies Mr. D.J." και απέκτησαν ταυτόχρονα το νέο τους όνομα που ήταν "Anthony & the Sophomores".


Το συγκρότημα υπέγραψε στην ABC Records, ενώ οι John Donate και Bob Finizio απεχώρησαν και αντικαταστάθηκαν από τους Richie Benatti και Bob Beato.


Ο Joe Terry των Danny & The Juniors έγραψε για το συγκρότημα ένα τραγούδι, το "Depends On You" και στην Β’ πλευρά το "Gee". Ήταν αυτό που έκανε κάποια επιτυχία. 


Αφού στην συνέχεια κυκλοφόρησαν κάποιους δίσκους με τις εταιρίες Grand και Jaime, τερμάτισαν την καριέρα τους στο 1967 με το "One Summer Night".

Με τους Sonny & Cher
Ο Tony Maresco πέθανε στις 18 Δεκεμβρίου του 1998.

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

“Roadracers” (1994)

Το Roadracers είναι μια κινηματογραφική ταινία του 1994 σε σκηνοθεσία Robert Rodriguez, η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του μετά την επιτυχία του 1992, “El Mariachi”. Η ταινία πρωτοεμφανίστηκε στο Showtime Network ως μέρος της σειράς Rebel Highway η οποία πήρε τίτλους B-movie ταινιών της δεκαετίας του 1950 και εφάρμοσε πάνω τους πρωτότυπες ταινίες με πρωταγωνιστές ηθοποιούς της δεκαετίας του 1990.

Στην ταινία πρωταγωνιστής είναι ένας greaser ονόματι Dude Delaney (David Arquette) ο οποίος ονειρεύεται να φύγει από την μικρή του πόλη και να γίνει ένα αστέρι του rockabilly, αλλά παγιδεύεται σε μια διαμάχη με τον τοπικό σερίφη της πόλης (William Sadler) και τον γιο του. Η Salma Hayek παίζει το κορίτσι του την Donna. Παίζουν ακόμα John Hawkes (Nixer), Jason Wiles (Teddy) και William Sadler (Sarge).

trailer:

ΥΠΟΘΕΣΗ:
Στα μέσα της δεκαετίας του '50, ένας έφηβος από το Τέξας με το όνομα Dude (David Arquette) εξιδανικεύει τον ηγέτη (Johnny Reno) μιας τοπικής rock 'n' roll μπάντας που ονομάζεται The Ramblers και ονειρεύεται κάποια μέρα να παίζει κι αυτός κιθάρα με την δική του μπάντα. Μαζί του έχει μια μεξικάνα κοπέλα που ονομάζεται Donna (Salma Hayek) και τον καλύτερο του φίλο που ονομάζεται Nixer (John Hawkes) ο οποίος περνάει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στα τοπικά σινεμά παρακολουθώντας το INVASION OF THE SNATCHERS BODY (1956).

Ο Dude τα βάζει συνεχώς με τον σαδιστή τοπικό σερίφη Sarge (William Sadler), καθώς και με τον νταή γιο του, Teddy (Jason Wiles). Ο Dude κάποια στιγμή καίει τα μαλλιά της φίλης του Teddy με ένα τσιγάρο και αργότερα ταπεινώνει τον Teddy σε ένα παγοδρόμιο, με αποτέλεσμα ο Teddy να αντιδράσει παρενοχλώντας σεξουαλικά την Donna και προσπαθώντας να τη φιλήσει.

Ο Teddy στη συνέχεια προκαλεί τον Dude να παλέψουν εκείνο το βράδυ, αλλά η Donna μαθαίνει ότι οι Ramblers ψάχνουν για έναν νέο κιθαρίστα και κάνουν οντισιόν την ίδια στιγμή. Ο Nixer μιλάει στον Dude για να πάει στην ακρόαση, αλλά στο club, ο Dude ανακαλύπτει ότι οι Ramblers δεν είναι κανονικό rock 'n' roll συγκρότημα, αλλά απλώς κουνάνε τα χείλη τους ενώ παίζει ένας ήρεμος pop δίσκος – κάτι που τον εξαγριώνει και μαζί με τον Nixer επιτίθενται στα μέλη της μπάντας. Καθώς ο Dude φεύγει από το club, ο Teddy τον πυροβολεί στον ώμο, αλλά παρόλα αυτά είναι σε θέση να οδηγήσει και επιστρέφει με ένα όπλο. Αφού δολοφονεί τον Teddy, ο Dude φεύγει με το αυτοκίνητο από την πόλη, αλλά ο σερίφης Sarge τον ακολουθεί με ένα όπλο. Ο Dude πυροβολεί τα λάστιχα του περιπολικού το οποίο και πέφτει σε μια πινακίδα και εκρήγνυται.

Την μουσική της ταινίας έγραψαν οι Paul Boll και Johnny Reno (υπήρξε σαξοφωνίστας του Stevie Ray Vaughan στο δίσκο Double Trouble), ενώ από τα.. παλιά ακούγεται πολύ Link Wray, καθώς και Gene Vincent, Hasil Adkins, Glen Glenn και Charlie Feathers

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Good Bye Chuck Berry...

Ο Chuck Berry, ένας από τους θρύλους του rock n roll έφυγε από την ζωή σε ηλικία 90 ετών. Βρέθηκε νεκρός το Σάββατο στην κατοικία του έξω από το St Louis.

Γεννήθηκε σαν Charles Edward Anderson Berry στο St. Louis του Μισσούρι, στις 18 Οκτωβρίου 1926, μέσα σε θρησκευόμενη οικογένεια (ο πατέρας του ήταν διάκονος σε εκκλησία Βαπτιστών) και άρχισε να τραγουδάει σε εκκλησιαστική χορωδία, σε ηλικία 6 ετών. Φυσικά, ο ίδιος δεν διάλεξε τον δρόμο του Θεού και βρέθηκε ακόμα και στην φυλακή.


Ο Chuck Berry έγραψε και τραγούδησε πολλά σπουδαία τραγούδια, αλλά σίγουρα αυτό που είναι το πιο γνωστό είναι το "Johnny B. Goode" που κυκλοφόρησε το 1958. Ο Berry το έγραψε το 1955 και είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό. Μιλάει για ένα φτωχόπαιδο που παίζει την κιθάρα του "σαν να χτυπάει κουδούνι". Στην αρχή οι στίχοι έλεγαν για κάποιο "colored boy", αλλά το άλλαξε σε "country boy". Ένα εκρηκτικό Rock N Roll τραγούδι που ίσως αποτελεί και το «σήμα κατατεθέν» της εποχής των fifties (δεκαετία ’50) και της «επανάστασης του Rock N Roll». 



Άλλα γνωστά τραγούδια είναι : "Maybellene" (1955), "Roll Over Beethoven" (1956), "Rock and Roll Music" (1957), "School Days" (1957), "Sweet Little Sixteen" (1958), "Memphis, Tennessee" (1958). Ο Berry είχε μεγάλη επιρροή στη Βρετανία και στους Beatles, αλλά και στη δουλειά πολλών Αμερικανών καλλιτεχνών της δεκαετίας του ’60, όπως ήταν οι Beach Boys που πήρανε τη μελωδία και τα κομμάτια της κιθάρας από το ‘Sweet Little Sixteen’ και έκαναν το “Surfin’ USA”, την μεγάλη επιτυχία τους.


Η κερασόχρωμη Gibson του και το σκυφτό περπάτημα που το αποκαλούσε ‘duck walk’ (περπάτημα της πάπιας) ήταν το «σήμα κατατεθέν» των ζωντανών εμφανίσεών του.


Ο Chuck ήρθε στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1987 για μία και μοναδική συναυλία στο θέατρο του Λυκαβηττού. Παρακάτω – κατ’ αποκλειστικότητα! - η αφίσα που είχε κυκλοφορήσει τότε μαζί με κάποια δημοσιεύματα εφημερίδων με ρεπορτάζ  από την συναυλία. Χαρακτηριστικός τίτλος: «Οι μπύρες διέκοψαν το ροκ» [από αρχείο!].



από εδώ

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

The Charlie Rich story

Ο Charles Allan "Charlie" Rich έμεινε πιο γνωστός για τις μεγάλες country επιτυχίες του, "Behind Closed Doors" και "The Most Beautiful Girl", το 1973. Υπήρξε, όμως από τους αρκετά ικανούς τραγουδιστές της rockabilly, ενώ τραγούδησε με επιτυχία και jazz, blues, soul και gospel

Ο Rich γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου του 1932 και μεγάλωσε σε ένα αγρόκτημα στο Colt του Αρκάνσας, μέσα σε μια μουσική και θρησκευτική οικογένεια. Η μητέρα του τον δίδαξε να παίζει πιάνο.

Ο Charlie ανέπτυξε μια πρόωρη αγάπη για την μπλουζ και την gospel μουσική, τραγουδώντας όμως και τζαζ, καθώς ο λευκός πιανίστας της τζαζ Stan Kenton (1911 – 1979) ήταν ένας από τους αγαπημένους του. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στην αεροπορία, ο Rich έπαιζε εντός και εκτός βάσης με μια μπάντα με το όνομα ‘Velvetones’, με τη σύζυγό του, Margaret Ann, στα lead vocals. Επιστρέφοντας στο Αρκάνσας, εργάστηκε στο αγρόκτημα βαμβακιού του πατέρα του για κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά οι γεωργικές δουλειές δεν ήταν του γούστου του. Του άρεσε να παίζει τζαζ στο τοπικό κλαμπ, αλλά δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να βγάλει τα προς το ζην μέσα από τη μουσική, έχοντας μια γυναίκα και τρία παιδιά να υποστηρίξει.

Η Margaret αισθάνθηκε όμως ότι ο σύζυγός της θα ήταν πιο ευτυχισμένος με την μουσική, κι έτσι έστειλε μια κασέτα με τραγούδια του στον Bill Justis στην Sun Records και έτσι ξεκίνησαν όλα. Ο Justis έφερε την μουσική του Τσάρλι σε επαφή με τον Sam Phillips, ο οποίος αναγνώρισε το ταλέντο του, αλλά του έδωσε κάποιους δίσκους του Jerry Lee Lewis και του είπε «Ξανά έλα όταν γίνεις τόσο κακός!». Ήταν φαίνεται ένας καλός μαθητής και υπέγραψε στην Sun Records στα τέλη του 1957, αρχικά ως συνθέτης και πιανίστας. 

Ανάμεσα στα τραγούδια που έγραψε για τους συναδέλφους καλλιτέχνες της Sun ήταν το "The Ways Of A Woman In Love" (Johnny Cash), το "Break-Up" και το "I'll Make It All Up To You" (Jerry Lee Lewis), το "Right Behind You Baby" (Ray Smith) και το "I'm Coming Home" (Carl Mann, που αργότερα ηχογράφησε και ο Elvis). Έχοντας σπουδάσει μουσική στο Πανεπιστήμιο του Αρκάνσας το 1952-53, ο Rich ήταν ο πιο εξειδικευμένος μουσικός στη Sun. 

Ενώ συνέχιζε ως συνθέτης και μέλος της μπάντας της Sun, ο Charlie Rich ανέπτυξε επίσης μια καριέρα ως τραγουδιστής. Ήταν ένας ταλαντούχος και κάπως σοφιστικέ τραγουδιστής με μια αισθαντική φωνή με αξιοσημείωτη ποικιλία και συναίσθημα. Εκτός από ένα instrumental που υπέγραψε με το ψευδώνυμο Bobby Sheridan ("Red Man"/"Sad News", Sun 354), όλες οι ηχογραφήσεις του στην Sun βγήκαν από την Phillips International, μία θυγατρική της Sun. Το "Whirlwind"/ "Philadelphia Babyήταν το πρώτο single (Οκτώβριος 1958), και ακολούθησε το εξίσου καλό "Rebound" / "Big Man".





Αλλά ήταν το τρίτο του single, το "Lonely Weekends", που τον καθιέρωσε ως εκτελεστή. Το τραγούδι που έφερνε στο στυλ του Presley έφτασε στο νο 22 στα charts του Billboard την άνοιξη του 1960. Παρά τις κάποιους άριστους δίσκους όπως το "Who Will the Next Fool Be" (ίσως το πιο εξαιρετικό τραγούδι του) και το "Sittin' and Thinkin'", δεν υπήρχαν άλλα χιτς.




Ο Rich άφησε την Sun το 1962 και υπέγραψε στην Groove της RCA το επόμενο έτος. Υπό την επίβλεψη του Chet Atkins έγραψε οκτώ singles συμπεριλαμβανομένου του "Big Boss Man" και διάφορα blues country κομμάτια ("There Won't Be Anymore", "I Don't See Me In Your Eyes Anymore") που αργότερα επανεκδόθηκαν με επιτυχία. Το 1965 μετακόμισε στην εταιρία Smash / Mercury και πέτυχε άλλο ένα Top 30 hit (# 21) με το "Mohair Sam" (που έγραψε ο Dallas Frazier), αλλά και πάλι δεν μπόρεσε να βρει μια συνέχεια.





Τον Δεκέμβριο του 1967 ο Τσάρλι υπέγραψε με την Epic Records στο Νάσβιλ, που εργάζονται υπό τη διεύθυνση του Billy Sherrill, ο οποίος τον κατεύθυνε προς easy-listening country μελωδίες. 

Μετά από πέντε εμπορικά άγονα χρόνια, ο Rich τελικά τα κατάφερε, πρώτα με το "I Take It On Home" (νο 6 στα country το 1972), στη συνέχεια με το "Behind Closed Doors" (νο 1 στα country και νο 15 στα ποπ), με αποκορύφωμα το "The Most Beatiful Girl" (# 1 στα ποπ και country το 1973). 




Αυτά τα δύο τελευταία, έγιναν μεγάλες διεθνείς επιτυχίες, και του χάρισαν ένα Grammy και το βραβείο άνδρα τραγουδιστή της χρονιάς το 1974 από την Country Music Association. Επίσης, το "Behind Closed Doors" κέρδισε το βραβείο CMA για το άλμπουμ της χρονιάς. Εκείνο τον καιρό είχε το παρατσούκλι "The Silver Fox", λόγω των λευκών μαλλιών του. Πριν γίνει 40, τα μαλλιά του ήταν ήδη εντελώς λευκά.

Στον απόηχο της επιτυχίας του με την Epic, η RCA άρχισε την επανέκδοση παλαιών ηχογραφήσεων από την περίοδο με την Groove και τρία από αυτά τα τραγούδια έφτασαν στο νο 1 χώρα στα country το 1974. Οι ποπ επιτυχίες σταμάτησαν μετά το 1976, αλλά η επιτυχία του στα charts της country συνεχίστηκε μέχρι το 1981. Η τελευταία του country επιτυχία ήταν το "On My Knees", ένα ντουέτο με την Janie Fricke (1978). 



Η στάση του Rich με την επιτυχία του και το υλικό του ήταν αμφίσημη. Υπήρχαν στιγμές που φαινόταν να νιώθει άβολα με την επιτυχία και κατά καιρούς παρουσίαζε περίεργη συμπεριφορά, όπως το περιστατικό όπου έβαλε φωτιά στο φάκελο που ανακοίνωνε ότι ο John Ντένβερ είχε κερδίσει το τίτλο του Entertainer της Χρονιάς στην τελετή CMA Awards του 1975.

Με την σύζυγό του Margaret Anne 
Ο Rich εμφανίστηκε στην ταινία του 1978 με τον Κλιντ Ίστγουντ, “Every Which Way but Loose” (“Η γροθιά μου είναι από ατσάλι” στα ελληνικά), όπου τραγούδησε το τραγούδι "I'll Wake You Up When I Get Home." Αυτό το τραγούδι πήγε νο 3 στα charts το 1979 και ήταν το τελευταίο Top 10 της καριέρας του.

Το 1981 ο Charlie σχεδόν αποσύρθηκε ζώντας στο Μέμφις, και προσπαθώντας να νικήσει τον εθισμό του στο αλκοόλ του. Έκανε ένα εντυπωσιακό comeback το 1992 με το τζαζ άλμπουμ "Pictures and Paintings", με αποκορύφωμα ένα recut του "Feel Like Going Home". Δυστυχώς έμελλε να είναι ο τελευταίος του δίσκος, καθώς πέθανε από θρόμβωση στον πνεύμονα ενώ ταξίδευε για να δει τον γιο του στη Φλόριντα. Βρέθηκε νεκρός σε ένα μοτέλ στο Hammond της Λουιζιάνα, στις 25 Ιουλίου του 199. Ήταν 62 ετών.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

The Santo & Johnny story

Οι Santo & Johnny Farina ήταν δύο αδέλφια από το Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, που είχαν μια τεράστια νούμερο 1 instrumental επιτυχία το 1959, το "Sleepwalk", το οποίο ακολούθησαν αρκετές κάπως μικρότερες επιτυχίες.

Ο Santo Farina γεννήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 1937 και ο Johnny Farina, στις 30 Απριλίου του  1941.

Σε ηλικία μόλις εννέα ετών, ο Santo είχε μια ηλεκτρική κιθάρα και ο Johnny ξεκίνησε να παίζει «κανονική» κιθάρα στην ηλικία των δώδεκα. 

Οι αδελφοί έγραψαν το "Sleepwalk" το 1959 και το ηχογράφησαν για την Trinity Music στη Νέα Υόρκη. Ο δίσκος έγινε το πρώτο τους hit, έφθασε το νούμερο ένα θέση στα pop charts.


Οι Santo & Johnny είχαν επίσης μια αδελφή με το όνομα Ann Farina. Συχνά τους βοηθούσε γράφοντας τραγούδια. 

Μετά το Sleep Walk ακολούθησαν πέντε μικρότερες ηχογραφήσεις στα charts τα έτη 1959-1964, με την πιο επιτυχημένη να είναι το "Tear Drop"



Είχαν κάποια hit albums που χαρακτήριζαν το μοναδικό ήχο τους, συμπεριλαμβανομένων των "Santo & Johhny" (1960), "Encore" (1960) και "Hawaii" (1961).

Πιο δημοφιλείς διεθνώς από ό, τι στην χώρα τους, οι Santo και Johnny συνέχισαν να ηχογραφούν και στην επόμενη δεκαετία, συνήθως σε ελάχιστα γνωστές ιταλικές εταιρίες. Το δίδυμο τελικά διαλύθηκε το 1976, με τον Santo να συνεχίζει σόλο καριέρα.


Το "Sleepwalk"  το έπαιξε το βρετανικό συγκρότημα The Black Cat το 1979, αν και το τραγούδι δεν κυκλοφόρησε ποτέ επίσημα. Ήταν πάντως η αφορμή να γίνει γνωστό σε μια νεότερη γενιά rockers στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ευρώπη.

 To"Sleepwalk" ακούγεται στο δραματικό φινάλε της ταινίας "La Bamba" (1987)