Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

The Billy Fury story



Ο Billy Fury ήταν ένας από τους πρωτοπόρους Άγγλους rock and roll τραγουδιστές με ιδιαίτερη επιτυχία από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960.

Ένας συνδυασμός αρρενωπότητας, καλής φωνής και μουσικού ταλέντου, βοήθησαν τον Fury να γίνει ένα μεγάλο αστέρι του ροκ και ρολ. Οι πρώτες του σκηνικές παρουσίες λογοκρίθηκαν γιατί θεωρήθηκαν ότι παρά ήταν σεξουαλικές. Ο Fury ισοφάρισε το ρεκόρ των Beatles με 24 hits στη δεκαετία του 1960.

Ο Fury γεννήθηκε ως Ronald Wycherley στο Λίβερπουλ. Ξεκίνησε από μικρός μαθήματα μουσικής στο πιάνο και αγόρασε την πρώτη του κιθάρα στην ηλικία των 14 ετών. Σχημάτισε την πρώτη του  μπάντα το 1955, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν σε ρυμουλκό και αργότερα ως λιμενεργάτης. Κέρδισε σε ένα διαγωνισμό ταλέντων και το 1958 άρχισε να συνθέτει τα δικά του τραγούδια. Συνάντησε τον μουσικό παραγωγό Larry Parnes στο θέατρο Essoldo με την ελπίδα να δείξει ενδιαφέρον ο διάσημος τότε τραγουδιστής Marty Wilde (πατέρας της Kim Wilde) για κάποια τραγούδια που είχε γράψει, όμως ο Parnes έσπρωξε τον νεαρό Wycherley επάνω στη σκηνή αμέσως. Ήταν τόσο άμεση η επιτυχία του, ώστε ο Parnes, τον πρόσθεσε στην περιοδεία και τον μετονόμασε σε «Billy Fury» (το fury στα αγγλικά σημαίνει μανία).

Κυκλοφόρησε το πρώτο του single hit για τη Decca, το "Maybe Tomorrow" το 1959, εμφανίστηκε στην τηλεόραση και το 1960, έφθασε στον Νο. 9 των βρετανικών singles με το "Colette", ενώ ακολούθησε το "That's Love" και το πρώτο του άλμπουμ το "The Sound of Fury" (1960).


Όταν σταμάτησε την συνεργασία του με το συγκρότημα ‘Georgie Fame and the Blue Flames’ που ήταν η backing band του και άρχισε κάποιες ακροάσεις στο Λίβερπουλ, μεταξύ των συγκροτημάτων που εμφανίστηκαν ήταν και οι Beatles, οι οποίοι τότε ονομάζονταν ‘Silver Beetles’. Δεν τους φάνηκε καλή η προσφορά και αφού ο Lennon πήρε ένα αυτόγραφο του Fury, έφυγαν. Ως backing band τελικά προσλήφθηκαν οι Tornados και ταξίδεψαν και ηχογράφησαν μαζί του από τον Ιανουάριο του 1962 μέχρι τον Αύγουστο του 1963.

Σταδιακά ο Fury άρχισε να επικεντρώνεται λιγότερο στο rock and roll ροκ και περισσότερο στις mainstream μπαλάντες, όπως το "Halfway to Paradise" και το "Jealousy" (το οποίο έφτασε στο Νο. 3 και στο Νο 2 αντίστοιχα στα βρετανικά charts το 1961). Όπως ομολόγησε ο Fury «ήθελα να με σκέφτονται οι άνθρωποι απλώς ως τραγουδιστή - και όχι συγκεκριμένα, ως ροκ τραγουδιστή, μεγαλώνω και θέλω να διευρύνω το πεδίο μου».

Η διετία 1961 - 1963 ήταν τα καλύτερα χρόνια του Fury. Το 1962 εμφανίστηκε στην πρώτη του ταινία, το “Play It Cool”, με βάση τις ταινίες του Elvis. Το hit single από την ταινία ήταν "Once Upon a Dream".
Το 1963 ηχογράφησε το “Fury's We Want Billy!”, ένα από τα πρώτα live άλμπουμ στην βρετανική ροκ ιστορία. Το 1965 εμφανίστηκε στην ταινία “I've Gotta Horse”.


Έχοντας ακόμα επιτυχίες στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως το "It's Only Make Believe" και το "I Will" το 1964 και το "In Thoughts of You", ο Fury άρχισε να απουσιάζει από τα charts το 1967. Μετά από προβλήματα με την εφορία και τις δύο χειρουργικές επεμβάσεις στην καρδιά του το 1972 και το 1976, αποφάσισε να εγκαταλείψει τις περιοδείες του.

Το 1981 το τραγούδι "Be Mine Tonight" δεν είχε καμία επιτυχία, ενώ εκείνη την χρονιά η Fury, ενώ δούλευε στο αγρόκτημά του, κατέρρευσε. Ο Fury είχε από μικρός προβλήματα με την καρδιά. Το 1982, ηχογράφησε ένα άλμπουμ επιστροφής, το ‘The One and Only’ (κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του) με τον Stuart Colman, παραγωγό του Shakin Stevens. Η τελευταία του εμφάνιση έγινε στο Sunnyside του Northampton, στις 4 Δεκεμβρίου 1982, που μαγνητοσκοπήθηκε για την τηλεόραση.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Ιανουαρίου 1983, ο Fury υπέστη καρδιακή προσβολή στο σπίτι του στο Λονδίνο. Πέθανε το επόμενο απόγευμα. Ήταν 42 ετών.

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

The Adam Faith story




Τα τέλη της δεκαετίας του '50 στην Αγγλία έκαναν την εμφάνισή τους δεκάδες teen idols, που οι managers τους ήθελαν να σπρώξουν προς την διψασμένη για δικούς της τραγουδιστές βρετανική νεολαία, με το αζημίωτο βέβαια. Μερικοί από αυτούς, όπως ο Cliff Richard και ο Billy Fury, ήταν πραγματικά ταλαντούχοι, αν και οι περισσότεροι απλώς έπαιζαν rock & roll, χωρίς κάποιο ταλέντο και για αυτό σύντoμα το αστέρι τους έσβησε.

Ο Adam Faith ήταν ένας από τα καλύτερα αστέρια της δεκαετίας του '50 και της δεκαετίας του '60, ο οποίος έκανε και μια αξιοσέβαστη τηλεοπτική, κινηματογραφική και θεατρική καριέρα.

Γεννήθηκε ως Terence Nelhams στο Acton, στο Δυτικό Λονδίνο, και ξεκίνησε τη μουσική του καριέρα το 1957, κάνοντας τις πρώτες του δημόσιες εμφανίσεις στο θρυλικό “21's” καφέ στο Soho του Λονδίνου. Ο Faith είχε σχηματίσει μια μπάντα skiffle, τους Worried Men, αλλά ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός. Έγινε γνωστός από τον παραγωγό Jack Goode, ο οποίος με τη σειρά του έφερε τον Faith σε επαφή με τον μουσικό παραγωγό John Barry, (τον μετέπειτα γνωστό και πολυβραβευμένο μουσικοσυνθέητη που έγραψε μουσική για πολύ γνωστές ταινίες), ο οποίος είχε δημιουργήσει τότε μια μικρή μπάντα και τον κάλεσε για μια ακρόαση για ένα ρόλο στην rock and roll τηλεοπτική εκπομπή του BBC, Drumbeat. Ο Faith είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά στη μουσική σκηνή με τις εταιρίες Top Rank και HMV, (με τα τραγούδια "Heartsick Feeling" και "Brother Heartache and Sister Tears"), αλλά δεν είχε μεγάλη επιτυχία, μέχρι που ήρθε το ‘Drumbeat’ το 1959.
Ο Faith έγινε αμέσως αστέρι, με την teen idol εμφάνισή του και την χαρισματική του σκηνική παρουσία. Υπέγραψε στην εταιρία Parlophone της EMI και άρχισε να εμφανίζεται στο Drumbeat. Τον Νοέμβριο του 1959, ηχογράφησε το single "What You Want", το οποίο έφτασε στο νούμερο ένα στα βρετανικά charts
Ο Adam Faith με τον Eddie Cochran και τον Gene Vincent
Με συνοδεία μουσικής pizzicato και ένα στυλ πολύ επηρεασμένο από τον Buddy Holly, αλλά και τον Elvis, η καριέρα του Faith στηρίχθηκε πιο πολύ στο teen pop είδος μουσικής παρά στο rock & roll. Το επόμενο του single, το "Poor Me", ήταν ένα καλύτερο τραγούδι και έφτασε επίσης στον νούμερο ένα, ενώ το τρίτο του, το "Someone Else's Baby", έφτασε στο νούμερο δύο. 

Παρόλο που έκανε και κάποιους δίσκους rock & roll (όπως το "When Johnny Comes Marching Home"), τα τραγούδια του ήταν pop μπαλάντες που θύμιζαν έντονα τραγούδια του Buddy Holly, όπως το "True Love Ways". Το καλύτερο single του ήταν το "Made You", που επηρέασε τραγούδια όπως το "Nervous Breakdown" (Eddie Cochran) – και έδειξε τι θα μπορούσε να κάνει ο Faith αν έπαιζε πραγματικό rock & roll.

Έξι τραγούδια του μπήκαν στο Top Ten κατά τη διάρκεια του 1960 και άλλα τρία το 1961. Η σειρά των μεγάλων επιτυχιών έφτασε στο τέλος όμως το καλοκαίρι του 1962, λίγο πριν οι Beatles και οι άλλες μπάντες του Λίβερπουλ παρουσιαστούν στο προσκήνιο και αλλάξουν για πάντα το μουσικό τοπίο. Αλλά έφτασε ακόμα μία φορά στους Top Ten στα τέλη του 1963 με το "The First Time".
Το 1965, και ενώ ήδη μεσουρανούσε η ‘Βρετανική Εισβολή’ ο Faith κυκλοφόρησε το τελευταίο του άλμπουμ, τη συναυλία του Faith Alive, με τον ίδιο και το συγκρότημα Roulettes, ένα συναρπαστικό δείγμα της δουλειάς του.
Ο Faith εμφανίστηκε σε κινηματογραφικές ταινίες, με κυριότερη τοBeat Girl (1961), ένα αρκετά σκληρό δράμα βρετανικής νεανικής παραβατικότητας. Άλλες εμφανίσεις του ήταν στο ‘Never Let Go’ (1960) με τον Peter Sellers (!) και στην τηλεοπτική σειρά ‘No Hiding Place’ και στην ταινία ‘Mix Me a Person’ (1962). 
Από την δεκαετία του '70 είχε ξεκινήσει μια καριέρα ως επιχειρηματίας με μια επιτυχημένη εταιρεία χρηματοδότησης, ενώ έγινε και διευθυντικό στέλεχος του Savoy Hotel. Επέστρεψε στο θέατρο τη δεκαετία του '70 και δημιούργησε τον πρωταγωνιστικό ρόλο της σειράς ‘Budgie’, ενώ στον κινηματογράφο έπαιξε στην ταινία ‘Stardust’ (1975), ‘McVicar’ (1980) με τον Roger Daltrey και την τηλεοπτική έκδοση του ‘Εγκλήματος στο Orient Express’ (1985).

Ο Adam Faith πέθανε από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 62 ετών στις 8 Μαρτίου του 2003.

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Anthony and The Sophomores



Οι ‘Anthony & The Sophomores’ ήταν ένα λευκό doo wop συγκρότημα από την Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ που η πιο γνωστή του επιτυχία ήταν το “Play Those Oldies, Mister D.J.” το 1963.

Τα μέλη του (όλα ιταλικής καταγωγής) ήταν:

Anthony "Tony" Maresco  (Lead), Bobby Pugliese (drums, vocals), James Laurel (keyboards, vocals), Manuel Cappezzi (bass), Perry Bianci (guitar) και Mike Volpe (vocals).

Η μουσική στη Φιλαδέλφεια στις αρχές του 1957 ήταν παντού. Σχεδόν σε κάθε γωνιά μια νεανική παρέα έπαιζε μουσική και τραγουδούσε acapella. Ο Anthony Perri - "Perri" είχε φτιάξει μια μπάντα με τους φίλους του, Ernie Funaro και John Donato και αποφάσισε να βάλει σε αυτήν τον 13χρονο ξάδερφό του Anthony Maresco. Αν και νεαρός ο Tony ήταν ένας ταλαντούχος τραγουδιστής με όμορφη φωνή. Έτσι γεννήθηκε η μπάντα ‘Tony & The Teens’.

Σύντομα ο Anthony έγινε ο lead singer, ο Ernie τραγουδούσε μπάσα και ο  John ως δεύτερος τενόρος. Το συγκρότημα άρχισε να παίζει σε σχολικές αίθουσες στη Νότια Φιλαδέλφεια.

Κάποια στιγμή θέλησαν να δουν πώς θα ακούγονταν επαγγελματικά κι έτσι πήγαν σε ένα τοπικό στούντιο και ηχογράφησαν δύο γνωστά τραγούδια, το "Zoom" και το "In The Still Of The Night". Τότε άλλαξαν το όνομα και έγιναν οι ‘Tony & The Dynamics’.
Το 1959 κυκλοφόρησαν με την εταιρία Herald το πρώτο δίσκο τους που περιείχε το "Betty My Own" και στην B΄ πλευρά το "Forever Love", υπό το όνομα ‘Dynamics featuring Tony Maresco’.

Μερικά εσωτερικά προβλήματα έκαναν τον Tony Maresco να εγκαταλείψει το συγκρότημα και να σχηματίσει τους ‘Twilight’ που το 1961 έγινα οι ‘Tony & The Twilight's’.
   
Στο μεταξύ οι Tony and the Dynamics διαλύθηκαν καθώς ο John πήγε να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία. Όταν απολύθηκε, ο Tony τον πήρε μαζί του καθώς και τους αρχικούς Dynamics και ηχογράφησαν το "Sing This Oldies Mr. Bassman". Επειδή τότε είχε κυκλοφορήσει το "Mr Bassman" από τον Johnny Cymbal, για να αποφευχθεί κάθε σύγχυση, το ονόμασαν "Play Those Oldies Mr. D.J." και απέκτησαν ταυτόχρονα το νέο τους όνομα που ήταν "Anthony & the Sophomores".


Το συγκρότημα υπέγραψε στην ABC Records, ενώ οι John Donate και Bob Finizio απεχώρησαν και αντικαταστάθηκαν από τους Richie Benatti και Bob Beato.


Ο Joe Terry των Danny & The Juniors έγραψε για το συγκρότημα ένα τραγούδι, το "Depends On You" και στην Β’ πλευρά το "Gee". Ήταν αυτό που έκανε κάποια επιτυχία. 


Αφού στην συνέχεια κυκλοφόρησαν κάποιους δίσκους με τις εταιρίες Grand και Jaime, τερμάτισαν την καριέρα τους στο 1967 με το "One Summer Night".

Με τους Sonny & Cher
Ο Tony Maresco πέθανε στις 18 Δεκεμβρίου του 1998.