Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2019

The “Happy Days” end "Fonzie" story


Ο Arthur Herbert Fonzarelli, γνωστός ως "Fonzie" ή "The Fonz", είναι ίσως ο πιο διάσημος greaser όλων των εποχών, ο πρωταγωνιστής της αμερικάνικης κωμικής τηλεοπτικής σειράς που άφησε εποχή, Happy Days (1974–1984). Τον ρόλο του Ιταλοαμερικάνου "Fonzie", υποδύθηκε ο εβραϊκής καταγωγής ηθοποιός Henry Winkler.

Η σειρά που προβλήθηκε για πρώτη φορά από τις 15 Ιανουαρίου 1974 με το τελευταίο επεισόδιο να προβάλλεται στις 24 Σεπτεμβρίου 1984 στο ABC, αποτελείτο από συνολικά 255 ημίωρα επεισόδια. Δημιουργήθηκε από τον Garry Marshall και ήταν μία από τις πιο επιτυχημένες σειρές της τηλεόρασης την δεκαετία του '70. Τόπος και χρόνος οι μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ στα μέσα της δεκαετίας του 1950 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960.  Το Happy Days έγινε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες στην ιστορία της τηλεόρασης και επηρέασε έντονα το τηλεοπτικό στιλ της εποχής της. Ποιος δεν θυμάται το intro του;


Οι δύο πρώτες σεζόν των Happy Days επικεντρώθηκαν στις εμπειρίες και τα διλήμματα του "αθώου έφηβου" Richie Cunningham, της οικογένειάς του, και των φίλων του από το σχολείο. Στον ρόλο του Richie ο ηθοποιός και μετέπειτα πετυχημένος παραγωγός Ron Howard, (Apollo 13, A Beautiful Mind, The Da Vinci Code) ο οποίος είχε πρωταγωνιστήσει έχοντας έναν παρόμοιο ρόλο και στο “American Graffiti”του 1973.

Η σειρά είχε αρχικά μέτρια επιτυχία και τα νούμερα τηλεθέασης άρχισαν να πέφτουν κατά τη δεύτερη σεζόν, κάνοντας τον Marshall να δώσει έμφαση στο κωμικό κομμάτι και προβάλλοντας τον δευτερεύοντα χαρακτήρα του Fonzie. Μετά από αυτές τις αλλαγές, το  Happy Days έγινε το νούμερο ένα πρόγραμμα στην τηλεόραση το 1976-1977, ο Fonzie έγινε ένας από τους πιο εμπορικούς χαρακτήρες της δεκαετίας του '70 και ο Henry Winkler έγινε ένα μεγάλο αστέρι στον χώρο του θεάματος.

Γεννημένος σε οικογένεια Ιταλο-Αμερικάνων και εγκαταλελειμμένος από μικρός από τον πατέρα του, ο Fonzie παράτησε το σχολείο και βγήκε στον δρόμο ως juvenile delinquent, μπλέκοντας με μια συμμορία μοτοσικλετιστών με το όνομα Falcons. Στην συνέχεια θα μεταμορφωθεί αφήνοντας την παρανομία και περνώντας τα βράδια του στο Drive-In του Arnold, με τον φίλο του Richie και τους άλλους φίλους του.

Τον Fonz  τον μεγάλωσε η γιαγιά του, και από μικρός έμαθε τι σημαίνει να μην στηρίζεσαι σε κανέναν παρά μόνο στον εαυτό σου. Εξωτερικά είχε την εικόνα του cool και σκληρού rebel, αλλά κάτω από το δερμάτινο μπουφάν του υπήρχε μια τρυφερή καρδιά. Αν και συμπεριφερόταν Παρόλο που ενεργούσε σαν να μην χρειάζεται κανέναν, χάρηκε όταν οι Cunninghams, η οικογένεια του Richie, τον κάλεσαν να ζήσει στο διαμέρισμα πάνω από το γκαράζ τους.

Ο Fonz είχε μεγάλη επιτυχία στα κορίτσια. Αν και με μια του κίνηση μαζεύονταν δίπλα του, παρόλα αυτά μόνο για δύο γυναίκες χτύπησε η καρδιά του – την Pinky Tuscadero, μια οδηγό αυτοκινήτου αγώνων τρακαρίσματος και την Ashley Pfister, μια χήρα που είχε μια μικρή κόρη, την Heather. Ο Fonzie ήρθε πολύ κοντά κάποια στιγμή να τις παντρευτεί, αλλά τελικά παρέμεινε εργένης.

Σε ολόκληρη τη σειρά, ο Fonz εργάστηκε σε πολλές δουλειές. Ξεκίνησε στην Auto Orphanage του Otto, που αργότερα έγινε η Herb's Auto Repairs, και τελικά Bronco's Auto Repairs. Όταν ο Richie και η υπόλοιπη συμμορία αποφοίτησαν από το σχολείο, ο Fonz αποκάλυψε ότι παρακολουθούσε κρυφά το νυχτερινό σχολείο και είχε πάρει το δίπλωμά του. Μετά από αυτό, έγινε καθηγητής στο Επαγγελματικό Γυμνάσιο George S. Patton.

Το 1984, ήταν η τελική εποχή της σειράς, και ο Fonz άφησε πίσω του την πρώιμη εικόνα του επαναστάτη και υιοθέτησε ένα νέο ορφανό αγόρι, τον Danny. Ο πρώην νεαρός εγκληματίας είχε μεγαλώσει και έγινε μεσήλικας οικογενειάρχης.


Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

The Drifters story

Οι Drifters υπήρξαν ένα εξαιρετικά επιτυχημένο doo-wop και R&B/soul φωνητικό συγκρότημα από την σύνθεση του οποίου σε όλη την ιστορία του από τον σχηματισμό τους το 1953, πέρασαν ούτε λίγο ούτε πολύ, 60 τραγουδιστές

Οι Drifters χρησίμευσαν για να συνδέσουν το rythm & blues των Fifties με τη μουσική soul των Sixties. 

Σχηματίστηκαν το 1953, σαν backing group για τον Clyde McPhatter που ήταν τενόρος στο συγκρότημα Billy Ward and his Dominoes.

Οι Drifters ήταν η επιτομή του ήχου των φωνητικών γκρουπς της Νέας Υόρκης. Συνδύαζαν τον γλυκό, αλλά σταθερό ήχο του R & B με επιρροές gospel. Το υλικό τους προήλθε από ποικίλες πηγές, όπως τα πετυχημένα δίδυμα των στιχουργών Jerry Leiber - Mike Stoller, Doc Pomus - Mort Shuman και Gerry Goffin - Carole King.

Όλοι τους είχαν έδρα τη Νέα Υόρκη, οι οποίοι έγραψαν τραγούδια για την αγάπη και την καθημερινή ζωή στη μεγάλη πόλη. Οι δίσκοι που ηχογράφησαν με τους Leiber και Stoller εισήγαγαν τον ήχο των χορδών και των ρυθμών latin στο λεξιλόγιο της pop μουσικής.

Το όνομα "Drifters" (περιπλανώμενοι) επιλέχθηκε από τον Clyde McPhatter, τον τραγουδιστή με την γλυκιά φωνή που ήταν ο πρώτος σε μια μακρά σειρά από τις lead φωνές. Δεν θα μπορούσε να επιλέξει ένα καλύτερο όνομα, καθώς τα μέλη του συγκροτήματος άλλαζαν συνεχώς από την αρχή. Στην ιστορία του συγκροτήματος έχουμε ως κύριες φωνές: τον McPhatter, τον Ben E. King, τον Rudy Lewis, τον Johnny Moore, τον Bill Pinkney, τον Gerhart Thrasher και τον Charlie Thomas. Παρόλα αυτά, το επίπεδό τους διατηρήθηκε υψηλό σε όλη την καριέρα τους στην Atlantic Records, η οποία διήρκεσε από τα τέλη του 1953 έως τις αρχές του 1966. Μάλιστα ονομάστηκαν από την εταιρία “the all-time greatest Atlantic group.” Κατά το διάστημα αυτό, έβγαλαν πολλούς δίσκους που αποτελούν ορόσημα της γλυκιάς soul μουσικής.

Είχαν νούμερο ένα singles με τρεις διαφορετικούς τραγουδιστές - McPhatter, Moore και King – κάτι που πρέπει να αποτελεί ρεκόρ. Η εποχή των Clyde McPhatter και των Drifters, η οποία διήρκεσε μόνο από το 1953 ως το 1954, μας έδωσε το "Money Honey", το "Honey Love" και το "White Christmas." Η πρωτοποριακή doo-wop εκδοχή του τελευταίου παραμένει δεύτερη σε δημοτικότητα πίσω μόνο από την φημισμένη εκτέλεση του Bing Crosby


Στη συνέχεια, ο McPhatter υπηρέτησε στο στρατό πριν ξεκινήσει μια σόλο καριέρα με την Atlantic. Με τον Ben E. King ως κύριο τραγουδιστή, οι Drifters άρχισαν να δουλεύουν με τους Leiber και Stoller το 1959. 
Ο πρώτος καρπός της συνεργασίας τους ήταν το "There Goes My Baby", ένα κλασικό pop-R & B με δυνατή παρουσία εγχόρδων και ένα ρυθμό “baion” δανεισμένο από latin πηγές. Άλλες επιτυχίες της εποχής του King είναι το “Save the Last Dance for Me,” το μοναδικό single των Drifters που έφτασε στην κορυφή τόσο των pop όσο και των R & B charts και το "This Magic Moment". Ο King επίσης άφησε το συγκρότημα για να ακολουθήσει σόλο καριέρα, τραγουδώντας το "Spanish Harlem" και το "Stand By Me", δύο κλασσικά soul τραγούδια που έχουν αντέξει τη δοκιμασία του χρόνου.




Ο King αντικαταστάθηκε από τον Rudy Lewis, ο οποίος οδήγησε το συγκρότημα στα τρία εκατομμύρια πωλήσεις με το “Up On the Roof”, το 1962.  Ακολούθησε το "On Broadway", ένα άλλο τραγούδι που μιλούσε για την ζωή στη Νέα Υόρκη. Ακριβώς όταν οι Drifters άρχισαν τελικά να απολαμβάνουν μεγάλη μουσική επιτυχία, ο Lewis πέθανε από υπερβολική δόση ναρκωτικών το 1964 και το συγκρότημα έχασε ακόμα μια μαγική φωνή. Ο Johnny Moore, ο οποίος είχε τραγουδήσει σε μια προηγούμενη έκδοση των Drifters, μπήκε μέσα και το γκρουπ έβγαλε αμέσως το κλασικό "Under the Boardwalk". Αυτή η ανθεκτικότητα ήταν χαρακτηριστική για τους Drifters, επιβεβαιώνοντας το μεγάλο απόθεμα ψυχής και πεποίθησης που είχαν μέσα τους και που ήταν εμφανές από τις ηχογραφήσεις τους.


Ο Ben E. King (γεννημένος στις 28 Σεπτεμβρίου 1938 στο Henderson της Βόρειας Καρολίνας), πέθανε στις 3 Απριλίου 2015. Ο Clyde McPhatter (γεννημένος στις 15 Νοεμβρίου 1932 στο Durham της Βόρειας Καρολίνας), πέθανε στις 13 Ιουνίου 1972. Ο  Johnny Moore (γεννημένος στις 14 Δεκεμβρίου 1934), πέθανε στις 30 Δεκεμβρίου 1998. Ο Bill Pinkney (γεννημένος στις 15 Αυγούστου 1925), πέθανε στις 4 Ιουλίου 2007. Ο Charlie Thomas (γεννημένος στις 7 Απριλίου 1937) ζει! Ο Gerhart Thrasher (πέθανε το 1977).

Σάββατο, 8 Ιουνίου 2019

The Paul Anka story

Ο Paul Anka γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου 1941 στην Οτάβα του Καναδά, όπου οι γονείς του (συριακής καταγωγής) είχαν ένα εστιατόριο. Οι γονείς του ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι και εκείνος έμαθε να τραγουδάει στην Ορθόδοξη Εκκλησία (Πατριαρχείου Αντιοχείας) του Προφήτη Ηλία στην Οτάβα. Από μικρή ηλικία ήταν το όνειρό του να μπει στον χώρο της μουσικής. Ο πρώτος του δίσκος δεν ήταν "Diana", όπως πιστεύουν οι περισσότεροι, αλλά το “Blau-Wile-Deveest-Fontaine” με β΄ πλευρά το “I Confess” με τη εταιρία RPM που το έγραψε σε ηλικίας 14 ετών (!) και κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1956. Ο παράξενος τίτλος της πρώτης πλευράς είναι ορθογραφικό λάθος του Anka για το όνομα μιας φανταστικής πόλης της Νότιας Αφρικής (Blauw Wildebeest Fontein).

Τον Απρίλιο του 1957, ο 15χρονος Paul έπεισε τους γονείς του να τον αφήσουν να ταξιδέψει στη Νέα Υόρκη, όπου είχε οργανώσει οντισιόν ο Don Costa, παραγωγός / διευθυντής της ABC-Paramount. Ο Costa ήταν τόσο εντυπωσιασμένος με το “Diana”,  ώστε είπε στον Anka να έρθουν οι γονείς του στη Νέα Υόρκη αμέσως για να μπορέσουν να υπογράψουν συμβόλαια. Στις 20 Μαΐου 1957 κυκλοφόρησε το "Diana" / "Do not Gamble With Love". Το "Diana" ήταν εμπνευσμένο από την αγάπη του Anka για την 18χρονη Diana Ayoub (εξ ου και ο πρώτος στίχος “Im so young and youre so old”). Τα αρπίσματα στην κιθάρα του Al Caiola έδωσαν στον δίσκο ένα πολύ χαρακτηριστικό ήχο και τον εκτόξευσαν στην κορυφή των charts, όχι μόνο στις ΗΠΑ (για 1 εβδομάδα), αλλά και στο Ηνωμένο Βασίλειο (9 εβδομάδες!), τον Καναδά, την Αυστραλία, την Ολλανδία και πολλές άλλες χώρες. 



Μέχρι το 1962 οι συνολικές πωλήσεις παγκοσμίως έφθασαν τα δέκα εκατομμύρια, και είναι από τότε ένας από δίσκους με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών. Το δεύτερο 45, "I Love You Baby", δεν ανέβηκε πολύ στις ΗΠΑ (νο 97 για 1 εβδομάδα), αλλά έφτασε στο νο 3 στη Βρετανία. Ο Anka έκανε μια περιοδεία στην Βρετανία τον Δεκέμβριο του 1957, και ακολούθησε μια περιοδεία στην Αυστραλία στις αρχές του 1958, όπου είδε το όνομά του να μπαίνει ψηλότερα από τον Buddy Holly και τον Jerry Lee Lewis. 

Η επόμενη ηχογράφηση του Paul, το "You Are Destiny", ήταν ενδεικτική της κατεύθυνσης που έπρεπε να ακολουθήσει η μουσική από εκείνη τη στιγμή: μια ισχυρή παραγωγή με μια πλούσια σαρωτική κάλυψη από έγχορδα. Έφτασε στο νο 7 στις ΗΠΑ και στο νο 6 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τέσσερα singles αργότερα, ο Anka έκανε την πρώτη του προσπάθεια σε ένα άλλο πρότυπο με το “(All Of A Sudden) My Heart Sings” (νο 15 ΗΠΑ, νο 10 Ηνωμένο Βασίλειο). Το "I Miss You So" που ακολούθησε, δεν ήταν τόσο μεγάλη επιτυχία, κι έτσι ο Άνκα επέστρεψε στις δικές του συνθέσεις. 
Το "Lonely Boy" (από την ταινία "Girls Town", ο δεύτερος κινηματογραφικός του ρόλος μετά το "Let's Rock", 1958) έγινε το δεύτερο του νο 1 στα μέσα του 1959 και ακολουθήθηκε από άλλες τρεις τεράστιες επιτυχίες: "Put Your Head On My Shoulder"(νο 2), “It’s Time To Cry” (νο 4) και "Puppy Love(νο 2), το οποίο το έγραψε για την Annette Funicello, με την οποία είχε δεσμό εκείνη την εποχή, "Crazy Love" (παρά την δημοτικότητά του έφτασε μέχρι το νο 19 του αμερικάνικου top τον Μάιο του 1958 και δεν μπήκε καθόλου στο αγγλικό top-20), "My Home Town" (νο 8 στην Αμερική, το 1960), "Dance On Little Girl" (η τελευταία του επιτυχία στο top-20 για την ABC, νο 10 το 1961 στην Αμερική), ενώ πολύ γνωστό είναι και το "Adam and Eve" (1960). Το 1972 το “Puppy Love" έφτασε στο νο 3 για δεύτερη φορά, σε μια έκδοση του Donny Osmond.






Αν και όλα τα τραγούδια του για την εταιρία ABC-Paramount μπήκαν στα charts, ο Paul δεν ήταν πραγματικά χαρούμενος εκεί. Ένιωθε ότι, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου του, δεν του επιτρεπόταν να έχει επαρκή έλεγχο στα τραγούδια του, την κυκλοφορία και την παραγωγή τους και η εταιρεία δεν επιθυμούσε να αλλάξει τους όρους. Έτσι, προς το τέλος του 1961 έφυγε από την ABC για την RCA. Ήταν μια πολύ καλύτερη συμφωνία και του επέτρεψε να έχει την ελευθερία να αξιοποιήσει πλήρως το ταλέντο του και να έχει πιο στενό έλεγχο της καριέρας του. Τα δύο πρώτα singles για την RCA , το "Love Me Warm and Tender" και το "A Steel Guitar And A Glass Of Wine", πήγαν και τα δύο στο Top 15, αλλά μετά οι επιτυχίες έγιναν λιγότερες και από τα τέλη του 1963 μέχρι τις αρχές του 1969 απουσίαζε από τα αμερικανικά charts. Αλλά εκείνη την εποχή είχε επιτυχημένο show στο Λας Βέγκας.

Το 1974 η Άνκα έκανε μια δυνατή επιστροφή με το “(You’re) Having My Baby”, (μαζί με την Odia Coatesπου έγινε η τρίτη νούμερο 1 επιτυχία του (United Artists). Ακολούθησαν τρεις ακόμα Top 15 επιτυχίες με την Odia Coates και ένα νο 7 hit με το "Times Of Your Life" το 1975. Η τελευταία του ηχογράφηση ήταν το "Hold Me Til the Morning Comes" (νο 40, 1983) με την Columbia

Πέρασαν 15 ολόκληρα χρόνια παύσης, μέχρι ο Anka να κάνει ένα νέο studio album το 1998 ("A Body Of Work"), το οποίο ακολουθήθηκε από το "Rock Swings" (2005) και το "Classic Songs My Way" (2007). Η ατζέντα του με τις συναυλίες είναι ακόμα γεμάτη.

Ανεξάντλητος συνθέτης ο Anka, έγραψε πέρα από δικές του επιτυχίες, πολλά τραγούδια για άλλους καλλιτέχνες. Το “It Doesn’t Matter Anymore” για τον Buddy Holly που ανέβηκε στα charts μόλις λίγες εβδομάδες μετά τον τραγικό θάνατο του Holly τον Φεβρουάριο του 1959 και έφτασε στο νο 1 στο Ηνωμένο Βασίλειο και στο νο 13 στις ΗΠΑ. Ο Tom Jones είχε το μεγαλύτερο hit του στην Αμερική με το "She's A Lady" του Anka το 1971 (νο 2). Το πιο διάσημο από όλα είναι ίσως το "My Way", που αρχικά ήταν γαλλικό τραγούδι ("Comme d'Habitude"), για το οποίο ο Άνκα έγραψε τους αγγλικούς στίχους το 1968. Έγινε το τραγούδι σήμα κατατεθέν του Frank Sinatra και έχει τραγουδηθεί από αμέτρητους καλλιτέχνες (μεταξύ των οποίων τον Elvis). Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι ο Άνκα έγραψε το τραγούδι για την πολεμική ταινία "The Longest Day" (1962), στην οποία έπαιξε τον σημαντικότερο κινηματογραφικό του ρόλο. Συνολικά, o Άνκα είχε 53 τραγούδια στους πίνακες ποπ του Billboard, 33 από τα οποία έφτασαν στο Top 40. Στην Ελλάδα υπήρξε αρκετά δημοφιλής.

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2019

The Frankie Avalon story

Ο Frankie Avalon γεννήθηκε ως Francis Thomas Avallone, σε οικογένεια ιταλικής καταγωγής, στις 18 Σεπτεμβρίου 1940 στην Φιλαδέλφεια της Pennsylvania.

Ο Avalon που είχε 31 επιτυχίες στο Billboard των ΗΠΑ από το 1958 μέχρι το 1962, μεταξύ των οποίων τα "Venus" και "Why" το 1959, θεωρείται το πρώτο κατασκευασμένο teen idol - πριν από τον Fabian και τον Bobby Rydell και τους μυριάδες άλλους νεαρούς καλλιτέχνες που έλπιζαν να κερδίσουν φήμη και δόξα, ακολουθώντας τα ίχνη του Elvis, με την εικόνα όμως του «καλού παιδιού».

Ο Avalon από μικρός έπαιζε τρομπέτα για μια μπάντα που λεγόταν Rocco and the Saints, στην οποία συμμετείχε και ο Bobby Rydell. Εκεί τον ανακάλυψε ο τοπικός ιμπρεσάριος Bob Marcucci, βλέποντας σε αυτόν ένα μελλοντικό teen star. Μικρός επίσης μπήκε στην show business, συμμετέχοντας ως τρομπετίστας στο The Jackie Gleason Show.

Το 1958 κυκλοφόρησε το πρώτο του single, το "Cupid", με την εταιρία του Marcucci, την Chancellor και στη συνέχεια το "Dede Dinah" που έφτασε στο Top 10. Ένα χρόνο μετά, το 1959, ο Avalon είχε το πρώτο του No 1 single με το "Venus , και κυκλοφόρησε έξι ακόμα Top 40 δίσκους εκείνο το έτος. Γνωστά τραγούδια εκείνης της περιόδου ήταν: "Just Ask Your Heart", "I'll Wait for You", "Bobby Sox to Stockings" και "A Boy Without a Girl". Όλα ήταν μελωδικές ερωτικές μπαλάντες, μακριά από κάθε σχέση με rock.




Τότε, όπως πολλά teen idols της εποχής, άρχισε να εμφανίζεται σε κινηματογραφικές ταινίες, προκειμένου να προσελκύσει το νεανικό κοινό. Έτσι, το 1960, ο Avalon πρωταγωνίστησε στην ταινία “Guns of the Timberland” μαζί με τον Alan Ladd και την ίδια χρονιά έπαιξε στο “The Alamo”, μαζί με τον John Wayne.

Μαζί με την Annette Funicello έκανε ένα δίδυμο στην επιτυχημένη σειρά surfer ταινιών με πρώτη την Beach Party το 1963 (άλλες ταινίες που ακολούθησαν με το ζευγάρι και ήταν του ιδίου περιεχομένου ήταν: “Muscle Beach Party” - 1963 “Bikini Beach” - 1964, “Pajama Party” - 1964, “Beach Blanket Bingo”- 1965, “Ski Party” – 1965, “Dr. Goldfoot and the Bikini Machine” – 1965, “Fireball 500”  - 1966).


Ως ένα σύμβολο της εποχής του, ο Avalon εμφανίστηκε στο Grease το 1978, τραγουδώντας ως ο Teen Angel το "Beauty School Drop-out".


Το 1985, ο Avalon ξεκίνησε μια περιοδεία στις ΗΠΑ με τους Fabian και Bobby Rydell - με το όνομα "The Golden Boys of Bandstand", (από την εκπομπή American Bandtsand που παρουσίαζε ο Dick Clark) που μεταδόθηκε τηλεοπτικά το 1986.

Το 1987 ο Avalon, επανασυνδέθηκε με την Funicello για να εμφανιστεί στην ταινία “Back to the Beach”, στην οποία έχουμε την συγκλονιστική ερμηνεία του "Pipeline" από τον Stevie Ray Vaughan και τον Dick Dale. Παρακάτω μια σκηνή από την ταινία όπου ο Avalon (υποδύεται τον πατέρα ενός "εξεγερμένου" έφηβου) ρωτάει τον Dick Dale εάν ξέρει το Venus, και εκείνος... προσβεβλημένος, παίζει το "California Sun" (των The Rivieras).

Τρίτη, 28 Μαΐου 2019

The Fabian story

Ο Fabian γεννήθηκε ως Fabiano Anthony Forte (ήταν ιταλικής καταγωγής) στις 6 Φεβρουαρίου 1943 στην Φιλαδέλφεια της Πενσυλβανίας.

Χωρίς να έχει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μουσική πέρα ​​από αυτό ενός συνηθισμένου εφήβου της εποχής, ανακαλύφθηκε από την ομάδα παραγωγής-ηχογράφησης των Bob Marcucci και Pete DeAngelis - ιδιοκτήτες της δισκογραφικής εταιρίας Chancellor, οι οποίοι είχαν επίσης καίριο ρόλο στην καριέρα του Frankie Avalon. Όλα συνέβησαν όταν ο πατέρας του μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο μετά από καρδιακή προσβολή. Εκεί ήταν και ο Marcucci ο οποίος όταν τον γνώρισε ενθουσιάστηκε γιατί του θύμιζε κάτι μεταξύ Elvis και Ricky Nelson και τον ρώτησε αν θα τον ενδιέφερε η δισκογραφική επιχείρηση. 
Ήταν αρκετά συνηθισμένη η πρακτική στα τέλη της δεκαετίας του '50 για τους παραγωγούς δίσκων να αναζητούν όμορφους teenagers που θα μπορούσαν να προκαλέσουν αναστεναγμούς και ουρλιαχτά στα κοριτσόπουλα. Έτσι ο Fabian υπέγραψε στην Chancellor Records.
Παρά το γεγονός ότι οι DeAngelis και Marcucci έκαναν στον Fabian μαθήματα τραγουδιού, η καριέρα του δεν ξεκίνησε αμέσως. Το πρώτο του single, το “Im in Love,” δεν πήγε καθόλου καλά, αλλά οι ιδιοκτήτες της Chancellor δεν ήταν πρόθυμοι να τα παρατήσουν. Ξεκίνησαν μια ακριβή καμπάνια δημοσιότητας για τον Fabian και τον έκλεισαν για μια tour στην Ανατολική Ακτή σε πολλά θέατρα. Ο Fabian άρχισε να δημιουργεί οπαδούς μεταξύ των εφήβων και το 1959 ήρθε η πρώτη επιτυχία με το Im a Man. Ακολούθησαν τα πιο γνωστά του Tigerκαι Turn Me Loose.




Αλλά μετά από την χρονιά που έγινε όνομα, το 1959, η ικανότητα του Fabian να βγάζει επιτυχίες άρχισε να τον εγκαταλείπει. Εκείνο το διάστημα βέβαια, ασχολιόταν και με την ηθοποιία, καθώς λόγω της δημοτικότητάς του, προσεγγίστηκε από το Χόλιγουντ. Ο πρώτος του ρόλος ήταν στο “Hound Dog Man” του 1959. Ύστερα εμφανίστηκε με τον Bing Crosby στο “High Time” και τον John Wayne στο “North to Alaska”. Καθώς όμως η μουσική του φήμη ξεθώριαζε, οι ταινίες του Fabian άρχισαν και αυτές να μην είναι πλέον δημοφιλείς.

Όπως πολλοί άλλοι ερμηνευτές της εποχής του, ο Fabian γνώρισε μια αναβίωση της δημοτικότητας όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και του 1980 άρχισαν οι φίλοι της ροκ μουσικής να νοσταλγούν τα τραγούδια της δεκαετίας του 1950 και του 1960. Αν και μετά την πτώση του εξαφανίστηκε και το έριξε στο αλκοόλ, μετά το 1969 ξεκίνησε πάλι να τραγουδάει ως Fabian Forte. Εξακολουθεί να εμφανίζεται που και που και να τραγουδάει τις παλιές του επιτυχίες, χωρίς να έχει καταγράψει νέο υλικό.

Η ταινία του 1980,The Idolmaker, είναι μια συγκεκαλυμμένη βιογραφία του Fabian (που ονομάζεται Caesare στην ταινία), καθώς και του Marcucci (ονομάζεται Vinnie Vacarri) και του Frankie Avalon (ονομάζεται Tommy Dee). Στην ταινία, ο τραγουδιστής Caesare - ένα όμορφο αγόρι με μικρό ταλέντο στο τραγούδι – ανεβαίνει τα σκαλιά της επιτυχίας σε σύντομο χρονικό διάστημα, και σε ένα ξέσπασμα θυμού, απολύει τους τραγουδοποιούς του και κλείνει την δισκογραφική του εταιρεία. Ο Fabian, μόλις κυκλοφόρησε η ταινία, στράφηκε δικαστικά εναντίον των παραγωγών, ζητώντας μεγάλη αποζημίωση, υποστηρίζοντας ότι η ταινία τον έκανε να μοιάζει με "έναν ολοκληρωτικά κατασκευασμένο τραγουδιστή, ένα απλό όμορφο πρόσωπο χωρίς καμία ικανότητα τραγουδιού ή ταλέντο". Από την άλλη οι παραγωγοί επέμειναν ότι η ταινία παρουσιάζει μόνο φανταστικούς χαρακτήρες (αν και ο Marcucci ήταν σύμβουλος για την ταινία). Οι δύο πλευρές ήρθαν τελικά σε συμβιβασμό.


Στην ταινία του 1986, Peggy Sue Got Married, υπάρχει μια σκηνή, όπου ο Nicolas Cage παρκάρει έξω από το σπίτι της Kathleen Turner (του κοριτσιού του και μελλοντικής γυναίκας του που έχει επιστρέψει στο παρελθόν), για να την πάρει για ραντεβού, και πριν βγει από το αμάξι κάνει κάποιου είδους «προσευχή» σε μια φωτογραφία του Fabian, λέγοντας "You are the best, Make her love me. Feed me. Charge me", ενώ σε μια σκηνή που τσακώνονται και εκείνη του λέει ότι πρέπει να χωρίσουν και πρέπει να παρατήσει το τραγούδι, εκείνος φεύγει κλαίγοντας λέγοντας “Ill show you, Im gonna be just like Fabian…”