Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

The Jan and Dean story

“Two girls for every boy!”. Έτσι ξεκινούσε το μεγάλο χιτ των Jan and Dean “Surf City”, το τραγούδι που έφτασε στην κορυφή των pop charts των ΗΠΑ το 1963. Το τραγούδι βοήθησε να δημιουργηθεί μια δημοφιλής εικόνα της Καλιφόρνια ως ενός επίγειου παραδείσου ήλιου και άμμου και ατελείωτου καλοκαιριού.




Πολλοί που δεν είναι εξοικειωμένοι με την ποπ μουσική του 1960, θα μπορούσαν εύκολα να θεωρήσουν το "Surf City" ως μια ακόμη επιτυχία των Beach Boys, αν και στην πραγματικότητα, το "Surf City" οφείλει την ύπαρξή του στους Beach Boys και στην μεγάλη μορφή τους, τον Brian Wilson.

Το ντουέτο των Jan (William Jan Berry, 1941 – 2004) και Dean (Dean Ormsby Torrence, 1940) ήταν πρωτοπόροι του California Sound και της vocal (φωνητικής) surf μουσικής που έγινε δημοφιλής από τους Beach Boys. Μεταξύ των πιο επιτυχημένων τραγουδιών τους ήταν το "Surf City", το οποίο έγινε το πρώτο surf τραγούδι που ανέβηκε στα αμερικάνικα charts το 1963, καθώς και τα "Drag City" (1963), "The Little Old Lady from Pasadena" (1964), και "Dead Man's Curve" (1964).  

Ο Jan Berry και ο Dean Torrance, που ήταν συμμαθητές σε σχολείο του Los Angeles στην Καλιφόρνια, είχαν κάνει δυο μικρές επιτυχίες, ενώ ακόμα στην εφηβεία τους, όπως το “Baby Talk” (1959) και το “Surfin’” (1961). Το 1962, άρχισαν να αλλάζουν τον ρυθμό τους, καθώς ο doo-wop ήχος έφευγε από τη μόδα, και όταν το δίδυμο συνάντησε τους Beach Boys, άκουσαν τον ήχο που θα αναζωογονούσε την καριέρα τους. Έγιναν καλοί φίλοι με τους Beach Boys και με τον Brian Wilson ιδίως, και όταν ζήτησαν από τον Wilson να τους γράψει ένα τραγούδι του, στην αρχή αρνήθηκε να τους δώσει την πρώτη επιλογή τους, το "Surfin 'Safari," αλλά τους έδωσε το ορχηστρικό κομμάτι και το άνοιγμα του "Surf City."

Οι Jan και Dean θα έκαναν και άλλες τέσσερις πιο σημαντικές surf επιτυχίες στην καριέρα τους: “Honolulu Lulu” (#11, 1963), “Drag City” (#10, 1963), “Dead Man’s Curve” (#8, 1964) και “The Little Old Lady (From Pasadena)” (#3, 1964).






Η επιτυχία του ντουέτου έληξε με το σχεδόν θανατηφόρο αυτοκινητιστικό ατύχημα του Berry τον Απρίλιο του 1966. Κανείς δεν πίστευε ότι είναι ζωντανός, όταν έφτασε η αστυνομία, καθώς δεν υπήρχε σχεδόν καρδιακός παλμός. Χρειάστηκαν χρόνια για να ανακάμψει ο Berry, έστω και εν μέρει, και να μάθει να περπατάει  και να μιλάει ξανά. Κάθε μουσική εξέλιξη ήταν αδύνατη υπό αυτές τις περιστάσεις, και Torrence, ο οποίος είχε πάντα ένα ενδιαφέρον για την τέχνη, έγινε ένας επιτυχημένος γραφίστας, ενώ συνέχιζε να τραγουδάει σε δίσκους άλλων καλλιτεχνών. 

Τελικά το ντουέτο άρχισε να περιοδεύει τη δεκαετία του '80 και συνέχιζαν να παίζουν στην δεκαετία του '90, όσο η υγεία του Berry το επέτρεπε, αν και δεν υπήρχαν νέοι δίσκοι. Ο Jan κυκλοφόρησε ένα σόλο άλμπουμ με τίτλο 'Second Wave’ το 1997. Το 2004 ο Jan Berry απεβίωσε σε ηλικία 62 ετών.


Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Chick Ganimian: Με άρωμα Ανατολής



Ο Charles 'Chick' Ganimian (1926-1988), ήταν ένας Αρμενιο-Αμερικανός μουσικός και τραγουδιστής γνωστός για την δεξιοτεχνία του στο ούτι. Ο Ganimian ταίριαξε την αρμένικη μουσική παράδοση και την μουσική της Ανατολίας, με την αμερικάνικη αισθητική και επιρροή. Άλλοι τέτοιοι μουσικοί που κράτησαν ισχυρούς δεσμούς με τις ρίζες τους και το αίσθημα της αρμένικης μουσικής ήταν ο John Berberian, ο Harold Hagopian, ο George Mgrdichian κ.α.

Ο Ganimian γεννήθηκε το 1926 στην Troy (Τροία) της Νέας Υόρκης, σε οικογένεια Αρμενίων που είχαν μεταναστεύσει από το Marash της Τουρκίας το 1922, λόγω της Μικρασιατικής καταστροφής. Στο σπίτι του, άκουσε τη μουσική της «παλιάς χώρας» από τον πατέρα του ερασιτέχνη στο ούτι και τραγουδιστή. Το βασικό ρεπερτόριο που χρησιμοποιούσε σε όλη την καριέρα του ήταν επηρεασμένο από τη μουσική που άκουσε και έμαθε στα νιάτα του. Κύριες επιρροές ήταν ο πατέρας του, ο Hrant Kenkuloglu και ο Γιώργος Μπατζανός (Yorgo Bacanos), Έλληνας μουσικός και οργανοπαίκτης που γεννήθηκε το 1900 στη Σηλυβρία, της Ανατολικής Θράκης. Όταν ήταν δεκαεπτά, η οικογένειά του μετακόμισε στο Washington Heights της Νέας Υόρκης.

Ο Chick υπηρέτησε στο στρατό κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου από το 1944 έως το 1946. Όταν τέλειωσε την θητεία του έπαιζε ούτι, αλλά όπως λέει ο ίδιος, η μόνη μουσική σκηνή εκείνες τις ημέρες στην 8η Λεωφόρο ήταν μια πολύ μικρή σκηνή και σχεδόν εξ ολοκλήρου ελληνική. Σχημάτισε μια αρμενική μπάντα, τους Nor-Ikes. Στα αρμένικα "nor" σημαίνει νέο και "ike"σημαίνει αυγή. Μέχρι το τέλος του 1961 η μπάντα έμεινε ζωντανή, παίζοντας σε αρμένικους γάμους και πάρτι.


Έπαιξαν σε δημοφιλή κέντρα διασκεδάσεως όπως : Asbury Park's Fennimore Hotel, Waverly Hotel, Boston's Club Zahra, Atlantic City's Jockey Club, Philadelphia's Middle East Restaurant, New York's Pasha's, Arabian Nights, Grecian Palace, Darvish και Roundtable που θεωρείται το κορυφαίο ανατολίτικο νυχτερινό κέντρο. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 η δημοτικότητά του είχε μειωθεί. Την ίδια στιγμή, η δημοτικότητα της μουσικής και του χορού από την Μέση Ανατολή ήταν ιδιαίτερα αυξημένη. Βρήκε την ευκαιρία ο Chick και δημιουργώντας ένα νέο όνομα για τον εαυτό του εργάστηκε στο Grecian Palace (Ελληνικό Παλάτι), γιατί, όπως λέει ο ίδιος, είχε μερικούς από τους καλύτερους μουσικούς. Έμαθε ελληνική μουσική και μετά αραβική.  Έπαιξε με τον Rufus Harley, και είχαν δύο επιτυχίες στα τέλη της δεκαετίας του 1950, το Daddy Loloκαι το Hedy Lou. Το ‘Daddy Lolo’ είναι «μεταποίηση» του «Πάντα εσένα συλλογιέμαι» («Χρόνια τώρα μακριά σου λιώνω») του Στέλιου Καζαντζίδη!



Παρά το γεγονός ότι υπήρξε μουσικός με μεγάλη φήμη οι ηχογραφήσεις του Chick Ganimian είναι ελάχιστες. Υπάρχει βέβαια το μεγαλειώδες άλμπουμ "Come with me to the Casbah" (Atco,1960) που εμφανίζεται ως “Ganim's Asia Minors”, όπου «παντρεύει» την μουσική της ανατολής με τη τζαζ και το ροκ της εποχής και κάποια άλμπουμ με τον φλαουτίστα της jazz Herbie Mann, και μερικοί ανεξάρτητοι δίσκοι.


Η εξάρτηση που είχε ο Ganimian με το αλκοόλ κατέστρεψε την καριέρα του και οδήγησε σε διαζύγιο με τη σύζυγό του Jean, με την οποία είχε αποκτήσει δύο γιους. Ο Ganimian πέθανε μόνος στο Νοσοκομείο των Βετεράνων στο New Jersey το Δεκέμβριο του 1988.

H φωτογραφία επάνω είναι από την ταινία "Algiers" (του 1938) / στα ελληνικά: "Πληγωμένος Αητός" (με τους Charles Boyer, Sigrid Gurie και Hedy Lamarr).

Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Η ιστορία του Teddy Boy κινήματος

Η Teddy Βoy σκηνή εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1950 σε μια Βρετανία που έφτανε στο τέλος της μεταπολεμικής λιτότητας και αποτέλεσε την πρώτη εμφάνιση νεανικής υποκουλτούρας της βρετανικής νεολαίας. 

Η έκρηξη του αμερικάνικου καταναλωτισμού του 1950 δεν είχε φτάσει στην Βρετανία μέχρι τη δεκαετία του 1960, αλλά οι έφηβοι, ωστόσο, της εργατικής τάξης μπορούσαν για πρώτη φορά να αντέξουν οικονομικά να αγοράσουν καλά ρούχα, ένα ποδήλατο ή μία μοτοσικλέτα και να ξοδέψουν λεφτά για την ψυχαγωγία τους.


Αρχικά ήταν γνωστοί ως Cosh Boys, το όνομα Teddy Boy ακούστηκε το 1953, όταν η εφημερίδα Daily Express άλλαξε το Edwardian σε Teddy.

Η ενδυμασία που οι Teddyboys φορούσαν σχεδιάστηκε για να σοκάρει την γενιά των γονιών τους. Αποτελούνταν από ένα σακάκι του στυλ «δάνδη» της Εδουαρδιανής (Edwardian) εποχής (1901 - 1910), ρούχα πολύ επιτηδευμένα για άντρες της εργατικής τάξης, σουέτ Gibson παπούτσια με χοντρές σόλες, στενό παντελόνι «σωλήνα», ένα ωραίο πουκάμισο και μια σφιχτή γραβάτα. Το μεγάλο σακάκι ήταν αρκετά πρακτικό, αν και δεν του φαινόταν. Όχι μόνο λειτουργούσε ως σήμα αναγνώρισης, αλλά όπως ήταν φτιαγμένο από μάλλινο ύφασμα με πολλές τσέπες, κρατούσε τον ιδιοκτήτη του ζεστό, ενώ ήταν επίσης καλό στην απόκρυψη όπλων και αλκοόλ. 

Οι Teddygirls υιοθέτησαν την αμερικάνικη μόδα, όπως παντελόνια «ταυρομάχου» και μεγάλες φούστες και αλογοουρές. Τα αγόρια δοκίμαζαν μια σειρά πειραματικών χτενισμάτων, με το πιο αγαπημένο να είναι το παραφουσκωμένο quiff μαλλί με… ένα DA (ducks arse, δηλ. κ..λος πάπιας!) στο πίσω μέρος.

Οι Teds υιοθέτησαν πλήρως την αμερικανική Rock and Roll μουσική που χτύπησε τη Βρετανία και τις βρετανικές μπάντες οι οποίες υιοθέτησαν το ίδιο στυλ. Οι Teds ήταν, ωστόσο, σκιές στα dancehalls, που κρύβονταν και χόρευαν γύρω από τα μπαρ, παρέα με ένα ποτό. Σχημάτισαν συμμορίες που μερικές φορές είχαν ένα κοινό ομοιόμορφο σακάκι ή κάλτσες. Η  βία και οι βανδαλισμοί δεν ήταν πάρα πολύ σοβαροί σε σχέση με τα σύγχρονα δεδομένα και διογκώνονταν υπερβολικά από τα μέσα ενημέρωσης. Πάντως υπήρχαν περιπτώσεις σοβαρών πολέμων συμμοριών με ξυράφια και μαχαίρια. 

Μερικοί Teddyboys είχαν ακροδεξιές - ρατσιστικές τάσεις και ενεπλάκησαν με συμμορίες νεαρών που έκαναν επιθέσεις σε Ινδούς και μετανάστες από την Καραϊβική που είχαν μεταναστεύσει στη Βρετανία στα μέσα της δεκαετίας του πενήντα. Αυτές οι ρατσιστικές τάσεις τους έκαναν να μην γουστάρουν Rock and Roll τραγούδια που τραγουδούσαν μαύροι. Οι σοβαρότερες συγκρούσεις έγιναν στο Notting Hill το 1958.
Η έκρηξη της βρετανικής ποπ της δεκαετίας του 1960 έφερε νέα μουσική και νέα μόδα στους νέους. Οι πρώτες Rock and Roll παμπ εμφανίστηκαν όπως και οι Rockers, που τους άρεσε η ίδια μουσική και οδηγούσαν μεγάλες βρετανικές μοτοσικλέτες. Οι Teds και Rockers τα είχαν  καλά μεταξύ τους και το δερμάτινο μπουφάν μοτοσικλέτας έγινε ένα φυσιολογικό ενδυματολογικό αξεσουάρ για πολλούς Teddyboys και Teddygirls.

Με την δεκαετία του 1970 εμφανίζονται Glam Rock και Rockabilly μπάντες και, παρόλο που οι Teds περιφρονούσαν το μεγαλύτερο μέρος αυτής της μουσικής, ήρθε μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την Rock and Roll. Πολλοί έφηβοι αγόρασαν μεταχειρισμένα teddy σακάκια, έκρυψαν τις τρύπες από το σκόρο με κονκάρδες και έγιναν η νέα γενιά Teddyboys και Teddygirls. Οι βρετανικές Rock and roll μπάντες ανέπτυξαν το δικό τους στυλ, χρησιμοποιώντας μπλουζ και rockabilly για να δώσουν τη μουσική τους περισσότερο ρυθμό. Στις παμπ ακουγόταν αυτός ο ήχος, αλλά και παλιό Rock and Roll του 1950. Ο συνδυασμός μουσικής, χορού και μπύρας δημιούργησε μια μοναδική εμπειρία ψυχαγωγίας. 

Στην δεκαετία του ’70 επέστρεψε δυναμικό το Rockabilly. Έχοντας ως κέντρο το φτωχό λευκό αγόρι από τον αμερικανικό Νότο, οι ροκαμπιλάδες υιοθέτησαν την σημαία των Νοτίων (Rebel Flag) ως έμβλημα τους και απέφευγαν το rock and roll, που είχε ως βάση ήχους blues ή το έπαιζαν μαύροι καλλιτέχνες. Οι djsπου έπαιζαν Rock and Roll σταμάτησαν να παίζουν μουσική που δεν άρεσε στους ροκαμπιλάδες και οι Teds συνειδητοποίησαν ότι είχαν νέους αντιπάλους στο μουσικό τους χώρο. Υπήρχαν πολλές μάχες και πολλά Rock and Roll μαγαζιά έκλεισαν.
Η δεκαετία του 1980 ήταν δεν είχε τίποτα αξιόλογο για τους Teds, οι οποίοι, άρχισαν να δυσκολεύονται στην εξεύρεση χώρου, καθώς νέα βρετανικά συγκροτήματα παρήγαγαν την καλύτερη βρετανική Rock and Roll μουσική. Το καθεστώς Θάτσερ ήταν εχθρός της δημιουργικότητας, και νεανικές υποκουλτούρες όλων των τύπων ξεθώριασαν στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, καθώς η εξασθενημένη εργατική τάξη και οι χαμηλοί μισθοί οδήγησαν σε απάθεια και άσκοπες ταραχές.
Στη δεκαετία του 1990 οι αρχικοί Teddyboys ήταν πλέον πολύ γέροι για βία και εκείνοι που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1980 δεν ενδιαφέρονταν για τσακωμούς. Έτσι τα Rock and Roll events ήταν ασφαλέστερα, ωστόσο, υπήρχαν συγκροτήματα όπως οι 'The Flying Saucers' και 'Crazy Cavan and the Rhythm Rockers' διοργάνωναν Teddyboy σαββατοκύριακα.

Το 2007, ιδρύθηκε η Edwardian Teddy Boy Association για την διατήρηση του αρχικού στυλ, και για την ενότητα όλων των Teddy Boys που επιθυμούν να μιμηθούν το αρχικό στυλ της δεκαετίας του 1950.

Να μην ξεχάσουμε το περίφημο Νόμος 4000 περί... τεντυμποϊσμού, που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1958. Ήταν ο νόμος που καθόριζε την αντιμετώπιση των νεαρών ταραχοποιών που έμειναν γνωστοί ως τεντιμπόις ή στο ελληνικότερο «τεντιμπόϊδες» (όπως «καμπόϊδες»!).
Η αστυνομία συνελάμβανε όσους νεαρούς προέβαιναν σε εξύβριση, όπως π.χ. να ρίχνουν γιαούρτι ή φρούτα σε ηλικιωμένους και γυναίκες, και τους οδηγούσε στο κρατητήριο, όπου γινόταν σε αυτούς κούρεμα με την ψιλή και τους έσκιζαν τα ρεβέρ από τα παντελόνια τους και τους διαπόμπευαν προς παραδειγματισμό.. Ο νόμος καταργήθηκε το 1983!

- Long Live the Teds! -






Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

“Hot Rod Rumble” (1957)

Το Hot Rod Rumbleτου 1957, ανήκει στην κατηγορία του είδους Juvenile DelinquentJD), δηλαδή ταινίες που απευθύνονταν στην εξεγερμένη νεολαία του ‘50, με ατίθασους νέους, δερμάτινα μπουφάν, γρήγορα αυτοκίνητα, γκόμενες, συμμορίες, καυγάδες, έρωτες, και… πολύ rock n roll.

Πρωταγωνιστούν : Leigh Snowden, Richard Hartunian, Wright King, Joey Forman κ.α.

Ο αρμένικης καταγωγής Hartunian (1932 – 1972), θεωρήθηκε ως “ο επόμενος James Dean”, αλλά το αστέρι του ποτέ δεν έλαμψε. Η Snowden (1929 – 1982) τα πήγε κάπως καλύτερα, αλλά ούτε αυτή έκανε καμία σπουδαία καριέρα.

Η υπέροχη μουσική είναι του Sandy Courage (1919 – 2008), που έγραψε μουσική για αρκετές διάσημες κινηματογραφικές ταινίες, όπως "Star Trek", "Gigi", "Basic Instinct" και "Jurassic Park".

Περίληψη

Ο Arny Crawford (Richard Hartunian), είναι ένας σκληρός τύπος (αλλά όχι νταής), που δουλεύει ως μηχανικός αυτοκινήτων και είναι κορυφαίος οδηγός με τουςRoad Devils, μια λέσχη οδηγών “Hot Rod” / γρήγορων αμαξιών. Η ταινία ξεκινάει με τον Άρνι να πηγαίνει σε ένα πάρτι της λέσχης για να προσπαθήσει να τα ξαναφτιάξει με το κορίτσι του, Terry Warren (Leigh Snowden), με την οποία έχει τσακωθεί εξαιτίας της άσχημης συμπεριφοράς του. Κατά τη διάρκεια του πάρτι ο Benny (Joey Forman), ο πρόεδρος της λέσχης, ανακοινώνει ότι για τους αγώνες που θα γίνουν σύντομα για να επιλεχθούν δύο μέλη των Road Devils για να διεκδικήσουν το βραβείο αξίας 1.500 δολαρίων. Όταν η Terry χορεύει με το μέλος της λέσχης Hank Adams, ο Arny προσπαθεί να τους χωρίσει, αλλά η Terry του λέει ότι δεν θέλει να έχει πλέον καμία σχέση μαζί του. Ο Arny προσπαθεί να ξεκινήσει έναν τσακωμό με τον Hank και τον αντίπαλο οδηγό Jim Lawrence, αλλά ο Benny πείθει τον Arny να φύγει ειρηνικά. Ο Ray Johnson (Wright King), φίλος του Arny, τότε προσπαθεί να πάρει την Terry, αλλά εκείνη τον απορρίπτει και φεύγει με τον Hank. Καθώς ο Hank πηγαίνει με το αυτοκίνητο την Terry σπίτι της, τον ακολουθεί ένα αυτοκίνητο και υποθέτει ότι ο οδηγός είναι ο Arny, αλλά στην πραγματικότητα είναι ο Ray, ο οποίος προσπαθεί να τους βγάλει έξω από τον δρόμο. Ο Ray προκαλεί τελικά σύγκρουση από την οποία σκοτώνεται ο Hank και τραυματίζεται η Terry. Πανικόβλητος ο Ray τοποθετεί την ημι-αναίσθητη Terry στο αυτοκίνητό του, αλλά μετά αλλάζει γνώμη, την επιστρέφει πίσω στον τόπο του ατυχήματος και φεύγει μακριά. Ο Ray δεν γνωρίζει ότι ενώ η Terry ήταν στο αυτοκίνητό του, ένα από τα σκουλαρίκια της έπεσε στο πάτωμα. Αργότερα, η αστυνομία έρχεται στον τόπο του δυστυχήματος και μεταφέρει την Terry στο νοσοκομείο, ενώ ο Ray επισκευάζει τις ζημιές του αυτοκινήτου του. Την επόμενη μέρα, όταν ο Arny επιχειρεί να επισκεφθεί την Τέρι στο νοσοκομείο, εκείνη τον κατηγορεί ως υπεύθυνο για την σύγκρουση. Οι περισσότεροι από τους Road Devils θεωρούν ότι ο Arny προκάλεσε το θάνατο του Hank και τον απορρίπτουν. Όταν ο Arny επιστρέφει σπίτι βρίσκει τους ανήσυχους γονείς του, και έναν αστυνομικό. Στις ερωτήσεις του ο Arny δεν μπορεί να προσφέρει κάποιο άλλοθι, επειδή ήταν μόνος του με το αυτοκίνητο. 
Ο Arny στη συνέχεια πηγαίνει στο βενζινάδικο, όπου δουλεύει ο Ray και ρωτά εάν μπορεί να μείνει στο σπίτι του, αλλά ο Ray λέει ότι οι γονείς του δεν τον θέλουν. Την ίδια ημέρα, η Terry, που συνέρχεται από τον τραυματισμό της, αναχωρεί από το νοσοκομείο και της ανακοινώνουν ότι ένα από τα σκουλαρίκια της λείπει. Όταν ο Arny προσπαθεί και πάλι να πείσει την Terry ότι δεν είχε καμία ευθύνη για το ατύχημα, ο πατέρας της τον προειδοποιεί να μείνει μακριά της. Ο Arny αποφασίζει να αγωνιστεί στους αγώνες και ο Jim δίνει εντολή στον Ray να αποσπάσει την προσοχή του Arny έτσι ώστε αυτός να σαμποτάρει το αυτοκίνητό του. Ο Arny χρειάζεται ώρα για να το φτιάξει και ο Ray αρνείται να του δανείσει χρήματα για τις επισκευές. Εν τω μεταξύ, ο Ray συναντά την Τέρι και εκείνη του λέει ότι έχει μια αμυδρή ανάμνηση ότι μεταφέρθηκε κάπου αμέσως μετά το ατύχημα και απολογείται για τη συμπεριφορά της. Στη συνέχεια, συμφωνούν να είναι φίλοι και ο Ray προσφέρεται να την συνοδεύσει στον τελικό αγώνα. Για να αποτρέψει τον Arny να αγωνιστεί ο Jim και τρία άλλα μέλη της λέσχης τον χτυπάνε άγρια. Απτόητος ο Arny πείθει έναν αντιπρόσωπο ανταλλακτικών αυτοκινήτου να του επιτρέψει να φτιάξει το αυτοκίνητό του στο μαγαζί του. Καθώς η Terry φτάνει στον χώρο της εκκίνησης, ανακαλύπτει το χαμένο σκουλαρίκι της στο αυτοκίνητο του Ray και τον κατηγορεί ότι αυτός προκάλεσε την σύγκρουση. Ο Ray λέει στην Terry ότι ποτέ δεν ήθελε να βλάψει κανέναν και την ικετεύει να το κρατήσει μυστικό, φοβούμενος ότι ο Arny θα τον σκοτώσει. Παρά τις πολλές προσπάθειες του Jim, ο Arny τελικά αγωνίζεται και κερδίζει τον αγώνα παίρνοντας την επιταγή των 1500 $ και ένα τρόπαιο. Ξαφνικά, όλοι οι Road Devils που έχουν ειδοποιηθεί από την Terry, προσεγγίζουν τον Arny και ο Benny πιέζει τον Ray να ομολογήσει την αλήθεια ότι αυτός ήταν υπεύθυνος για το θανατηφόρο ατύχημα. Αφού η Terry καταφέρνει να πείσει τον Arny να μην προβεί σε βίαια αντίποινα εναντίον των μελών της λέσχης, του ζητάει συγνώμη και του λέει ότι τον αγαπά και φεύγουν μαζί.


Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

The Little Richard story



O Λιτλ Ρίτσαρντ υπήρξε ένας από τους αρχιτέκτονες του rock and roll. Ο ίδιος έλεγε για τον εαυτό του ότι είναι «δημιουργός», «εφευρέτης» και «αρχιτέκτονας» του rock n’ roll. Κάποιοι τόλμησαν να τον πουν μέχρι και "βασιλιά".

Ο Λιτλ Ρίτσαρντ, αποτελεί την προσωποποίηση της αυθεντικής άγριας, αναρχικής, ηδονιστικής φύσης του «ροκ σταρ». Η σοκαριστική παρουσία του (βαρύ μακιγιάζ, μπόλικο φτιασιδωμένο ‘πομπαντούρ’ μαλλί και πολύ λεπτό μουστάκι), η φρενήρης ένταση της μουσικής του με τις φωνές, τις τσιρίδες και τα χαρακτηριστικά «ουουου..» που έβγαζε επί σκηνής και η σκανδαλώδης συμπεριφορά του, τόσο εντός όσο και εκτός σκηνής, έγιναν το πρότυπο για πολλές γενιές ροκ μουσικών που επρόκειτο να ακολουθήσουν μετά από αυτόν.

Έχοντας πουλήσει πάνω από πενήντα εκατομμύρια δίσκους, ο Little Richard με την εκκεντρική του προσωπικότητά, στέκεται ως μια αυθεντική φιγούρα του rock and roll με την επιρροή του να εκτείνεται από τους Beatles και τον Jimi Hendrix, έως τον Michael Jackson και τον Prince.

Γεννημένος στις 5 Δεκεμβρίου του 1932, ως Richard Wayne Penniman στο Macon, της Τζόρτζια, ήταν το τρίτο από δώδεκα συνολικά παιδιά. Γεννήθηκε ελαφρώς παραμορφωμένος, με μικρότερο βραχίονα και πόδι. Η οικογένειά του ήταν θρησκευόμενη και εκκλησιαζόταν σε εκκλησία Πεντηκοστιανών. Δύο από τους θείους του και ένας από τους παππούδες του ήταν ιεροκήρυκες. Πάντως ο πατέρας του πωλούσε παράνομο ουίσκι.

Σαν παιδί, τραγούδησε με τις ομάδες gospel της εκκλησίας, τους Penniman Singers και μετά με τους Tiny Tots Quartet. Έμαθε να παίζει πιάνο στην εκκλησία και τραγούδησε στη σκηνή με την Sister Rosetta Tharpe στο Auditorium της Macon.

Σε ηλικία δεκατριών ετών έφυγε από το σπίτι του (λέγεται ότι τον έδιωξε ο πατέρας του γιατί είχε αρχίσει να δείχνει «κοριτσίστικη συμπεριφορά») και έμενε με μια οικογένεια λευκών που είχαν το Tick Tock Club στο Macon. Εκεί άρχισε να εμφανίζεται και να παίζει.

Το 1951, κέρδισε ένα διαγωνισμό ταλέντων που οργανώθηκε από τον ραδιοφωνικό σταθμό WGST στην Ατλάντα. Το βραβείο ήταν ένα δισκογραφικό συμβόλαιο με την εταιρία RCA Victor. Μέσω της γνωριμίας του με τον d.j. Zenas Sears, ο Richard ηχογράφησε για την RCA, τέσσερα κομμάτια urban jump blues με τον μέντορά του, Billy Wright και την ορχήστρα του, με το “Taxi Blues” να είναι το πρώτο single από τα τέσσερα που κυκλοφόρησε με την RCA. Ακολούθησαν το “Every Hour” και το “Get Rich Quick”. Όλα είχαν μέτρια επιτυχία.

Ο Billy Wright υπήρξε μια πρώιμη επιρροή στην καριέρα του Richard. Υπήρξε ένας τραγουδιστής μπλουζ από την Ατλάντα που ντυνόταν επιδεικτικά, με υπερφουσκωμένα μαλλιά και make-up eyeliner. 

Ένας άλλος που επηρέασε έντονα τον Ρίτσαρντ ήταν ο Esquerita. Με το μακιγιάζ, το ‘πομπαντούρ’ μαλλί, τα τσιριχτά φωνητικά και το άγριο κτύπημα των πλήκτρων του πιάνου, φαίνεται ότι αποτέλεσε τον ‘γκουρού του’.

Το χειμώνα του 1952, ο πατέρας του Richard δολοφονήθηκε υπό αμφίβολες συνθήκες και ο Richard έγινε το αποκλειστικό μέσο υποστήριξης της οικογένειάς του. Επέστρεψε στο Macon, και έπαιζε στο Tick Tock Club τα βράδια, ενώ έπλενε πιάτα στην καφετέρια ενός σταθμού λεωφορείων την ημέρα. Η δεύτερη περίοδος του Ρίτσαρντ με την RCA το 1952, ήταν λιγότερο επιτυχής από ό, τι η πρώτη. Το συμβόλαιό του με την RCA τελικά έληξε και δεν ανανεώθηκε.

Ο Richard μετακόμισε στο Χιούστον του Τέξας, όπου ηχογράφησε για την Peacock. Κυκλοφόρησε μια σειρά από singles για την Peacock, αρχικά με τους Deuces of Rhythm και μετά με τους Tempo Toppers. Στις αρχές του 1955 ηχογράφησε τα δύο τελευταία του singles για την Peacock, με την συμμετοχή του Johnny Otis Trio. Ένα από τα τραγούδια, το “Little Richards Boogie”, δίνει μια γεύση ως προς το στυλ που θα υιοθετήσει τελικά. Αλλά δεν ήρθε καμιά επιτυχία και σύντομα η σύμβαση με την Peacock έληξε.


Μετά από αυτή την άσχημη εξέλιξη ο Richard γύρισε στο Macon, τον Φεβρουάριο του 1955, και στο πλύσιμο των πιάτων στο σταθμό των λεωφορείων. Αλλά, δεν το έβαλε κάτω και δημιούργησε τους Little Richard and the Upsetters, ηχογραφώντας ένα demo σε ένα τοπικό στούντιο. Ο φίλος του Richard , τραγουδιστής Lloyd Price του πρότεινε να στείλει το demo στην Specialty Records στο Los Angeles, με την οποία ο Price είχε ηχογραφήσει την επιτυχία του “Lawdy Miss Clawdy”.

Ο Art Rupe, ο ιδιοκτήτης της Speciality δεν εντυπωσιάστηκε από το demo του Richard, αλλά διέκρινε κάποια ωμή δυναμική στο νεαρό τραγουδιστή. Έξι μήνες αργότερα, τελικά επικοινώνησε με τον Richard. Κανονίστηκε να γίνει μια ηχογράφηση στα J&M Studios του Cosimo Matassa στη Νέα Ορλεάνη, όπου ηχογραφούσε ο Fats Domino. Ήταν 13 Σεπτεμβρίου του 1955 όταν ο Λιτλ Ρίτσαρντ μπήκε στο στούντιο της Specialty για τα πρώτα κομμάτια. Υπεύθυνος της συνάντησης ήταν ο RobertBumpsBlackwell, ενώ στην μπάντα της ηχογράφησης ήταν ο Earl Palmer στα ντραμς, ο AlvinRedTyler και ο Lee Allen στα σαξόφωνα, ενδεχομένως και ο HueyPianoSmith.
 
Ο Richard είχε επιλέξει να ηχογραφήσει μια σειρά από αργά blues, που δεν ενθουσίασαν τον Blackwell. Κατά τη διάρκεια ενός διαλείμματος, σε ένα μπαρ της διπλανής πόρτας, ο Richard κάθισε σε ένα παλιό πιάνο στη γωνία του δωματίου και άρχισε να παίζει με δύναμη σαν τον Esquerita, τραγουδώντας άγρια ένα κομμάτι με ‘άσεμνο’ περιεχόμενο που λεγόταν "Tutti Frutti".

Ο Blackwell έμεινε έκπληκτος από αυτό που έβλεπε και άκουγε. Ήρθε αμέσως η στιχουργός Dorothy LaBostrie η οποία ‘καθάρισε’ τους στίχους του τραγουδιού, αλλάζοντας το “Tutti Fruiti, good booty” σε “Tutti Fruiti, aw-rootie”. Έχοντας μόνο δεκαπέντε λεπτά υπόλοιπο προγραμματισμένο χρόνο για να ηχογραφήσουν, η ομάδα επέστρεψε στο στούντιο, και ηχογράφησε το τραγούδι το οποίο έμελε να γίνει το «σήμα κατατεθέν» του Λιτλ Ρίτσαρντ.

Το "Tutti Frutti" που ξεκινάει με ένα “a-wop-bomp-aloo-mop-a-lop-bam-boom”, έγινε αμέσως χιτ. Τελικά πούλησε τρία εκατομμύρια αντίτυπα. Το τραγούδι ανέβηκε στο # 2 στα charts R & B στα τέλη του 1955 και στο # 17 στα pop charts στις αρχές του '56. Όλως περιέργως, τον ίδιο μήνα, έγινε χιτ για τον Pat Boone, φτάνοντας στο # 12 στα pop charts.


Κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο ετών, ο Richard ηχογράφησε και κυκλοφόρησε συνολικά τριάντα έξι τραγούδια. Από αυτό το πλούσιο υλικό, η Specialty κυκλοφόρησε εννέα singles (επτά έγιναν χρυσά) και δύο άλμπουμ. Για δεκαοκτώ συνεχείς μήνες, από τις αρχές του 1956 μέχρι τα μέσα του 1957, ό,τι έγραφε γινόταν χιτ στα Top 40. Μετά το "Tutti Frutti" ήρθε το "Long Tall Sally", που έφθασε στο # 6 στα pop charts και ήταν μία από τις τρείς συνεχόμενες Top 10 pop επιτυχίες του στα pop charts.


Ακολούθησαν τα χιτ "Rip It Up" / "Ready Teddy" στα τέλη του 1956. Την ίδια χρονιά, ο Λιτλ Ρίτσαρντ εμφανίστηκε στην ταινίαDont Knock The Rock, με τον Bill Haley και στην The Girl Cant Help It. Το 1957 συνέχισε με τις επιτυχίες “Lucille” (# 21 στα pop charts), “Jenny, Jenny” (# 10) και “Keep A-Knockin’” (# 8). Επίσης, εμφανίστηκε στην ταινίαMr. RocknRoll. Κυκλοφόρησε επίσης ένα Top 20 άλμπουμ του, το ‘Heres Little Richard’.


Αλλά ο Λιτλ Ρίτσαρντ ήταν εξαιρετικά ασταθής. Ο Blackwell έλεγε ότι κάποτε είχαν κανονίσει μια ηχογράφηση για την Κυριακή, από τις 10 π.μ. έως τις 20:00, με 40 άτομα να περιμένουν και όταν ο Richard, έφτασε καθυστερημένα, τους ανακοίνωσε ότι «ο Κύριος δεν θέλει να ηχογραφήσω σήμερα».

Το ακόμη πιο περίεργο, ήταν ότι στην κορύφωση της καριέρας του, ο Richard ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει το rock and roll για να εισαχθεί στην Ιερατική Σχολή Oakville στο Huntsville της Alabama, για να γίνει λειτουργός της εκκλησίας των Αντβεντιστών. Αργότερα ο ίδιος θα ισχυριστεί ότι έλαβε το δίπλωμα και χειροτονήθηκε λειτουργός - κάτι που στην πραγματικότητα δεν έγινε - και άρχισε απότομα να συμπεριφέρεται σαν ευαγγελικός πάστορας.

Ο Richard πήρε την απόφαση να αποσυρθεί από τον χώρο του ροκ ν ρολλ, ενώ ήταν σε περιοδεία στην Αυστραλία με τον Eddie Cochran και τον Gene Vincent, τον Οκτώβριο του 1957. Δήλωσε ότι είχε δει ένα τρομερό αποκαλυπτικό όνειρο, στο οποίο είδε τον εαυτό του να καταδικάζεται στην κόλαση. Λίγες μέρες αργότερα, ενώ πετούσε τη νύχτα με αεροπλάνο, πάνω από την Αυστραλία, ο Richard πανικοβλήθηκε όταν είδε τους κινητήρες του αεροπλάνου να έχουν υπερθερμανθεί και να πετάνε σπίθες. Πιστεύοντας ότι το αεροπλάνο ήταν στα πρόθυρα της πυρκαγιάς και της πτώσης από τον ουρανό, προσευχήθηκε στο Θεό, και υποσχέθηκε ότι εάν γλίτωνε, θα διόρθωνε τους κακούς του τρόπους. Το αεροπλάνο τελικά, προσγειώθηκε με ασφάλεια.

Όταν λίγες μέρες αργότερα, πέρασε από πάνω του μια «πύρινη μπάλα», που ήταν τελικά ο ρωσικός δορυφόρος Σπούτνικ και μετά από αυτό, ένα αεροπλάνο με το οποίο θα ταξίδευε συνετρίβη, θεώρησε αυτά τα γεγονότα ως μια θεϊκή προειδοποίηση και σε μια χαρακτηριστική του κίνηση, έριξε ένα πολύτιμο δαχτυλίδι του στη θάλασσα, για να αποδείξει την δέσμευσή του ότι δεν θα συνέχιζε τον δρόμο αυτό.

Αφότου ακολούθησε τον δρόμο του Θεού, ο Ρίτσαρντ παντρεύτηκε! Γνώρισε την μοναδική του γυναίκα, Ernestine Campbell το 1957 και παντρεύτηκαν το 1957. Χώρισαν το 1963 εξαιτίας της ζωής του ροκ σταρ στην οποία επέστρεψε ο Ρίτσαρντ.


Πάντως, ο Art Rupe και η Specialty είχαν καταφέρει να μαζέψουν αρκετό υλικό για την κυκλοφορία singles και albums του Λιτλ Ρίτσαρντ για άλλα δύο χρόνια. Το “Keep A Knockin’” στην πραγματικότητα ήταν μια συνένωση αρκετών ημιτελών ηχογραφήσεων στο στούντιο. Το 1958, κυκλοφόρησε το “Good Golly Miss Molly” (που έφθασε στο # 10 στα pop charts) και την επόμενη χρονιά είχε την μεγαλύτερη επιτυχία του στην Αγγλία, με ένα κομμάτι από το 1956, το “Baby Face.”



Τον Ιανουάριο του 1959, ξεκίνησε μια περιοδεία gospel τραγουδιών. Από το 1959 έως το 1962, ο Richard ηχογραφούσε μόνο γκόσπελ για τις εταιρίες Gone, Mercury Records (όπου ηχογράφησε το gospel άλμπουμ ‘The King Of Gospel Singers’, με τον Quincy Jones) και Atlantic Records. Αλλά μετά από τρία χρόνια μεγάλης επιτυχίας ως ερμηνευτής gospel, ο Richard επέστρεψε στο rock and roll.

Ο Richard περιόδευσε με επιτυχία στη Μεγάλη Βρετανία για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 1962, με μια καταπληκτική ανταπόκριση από το βρετανικό κοινό. Το 1963, με τον τότε άγνωστο Billy Preston στην μπάντα του, περιόδευσε την Αγγλία και την Ευρώπη με τους Rolling Stones, στην πρώτη τους μεγάλη περιοδεία, ενώ εμφανίστηκε σε μερικές συναυλίες με τους Beatles. Τόσο οι Stones όσο και οι Beatles ήταν μεγάλοι θαυμαστές της μουσικής του.

Επιστρέφοντας στην Specialty, ο Richard ηχογράφησε το 1964, τα πρώτα ροκ κομμάτια του της δεκαετίας το 1960. Το “Bama Lama Bama Loo”, δεν τα πήγε πολύ καλά στις ΗΠΑ, φθάνοντας στο # 82 στα charts, αλλά έγινε χιτ στην Αγγλία φτάνοντας στο Top 20. Το 1964, υπέγραψε μια σύμβαση με την Vee-Jay Records όπου και ηχογράφησε ξανά όλες τις επιτυχίες του, ηχογραφώντας κάποια νέα και ξεθάβοντας κάποια παλιά τραγούδια. Αλλά οι πωλήσεις ήταν φτωχές.


Στα μέσα της δεκαετίας του '60, η αυξανόμενη τάση στην μουσική ήταν η soul. Ο Ρίτσαρντ κυκλοφόρησε το “I Dont Know What Youve Got But Its Got Me” (με τον Jimi Hendrix να παίζει κιθάρα) φτάνοντας στο Top 100 chart. το κομμάτι αυτό όπως και το “Without Love” ήταν οι καλύτερες ηχογραφήσεις του της δεκαετίας.


Το 1970 υπέγραψε με την Reprise Records και, συνεργαζόμενος με τον κορυφαίο παραγωγό Richard Perry, κατάφερε να βγάλει τα μικρά χιτ “Freedom Blues” και “Greenwood, Mississippi”. Στη συνέχεια ξαναβρέθηκε με τους Bumps Blackwell, Lee Allen και Earl Palmer και κυκλοφόρησε το 1972 το ‘The Second Coming’.



Την περίοδο εκείνη μπλέχτηκε άγρια με τα ναρκωτικά, (ηρωίνη κοκαΐνη) και μάλιστα κινδύνεψε να δολοφονηθεί από τον φίλο του και τραγουδιστή Larry Williams, ("Bony Moronie"), ο οποίος υπό την επήρεια των ναρκωτικών κι αυτός, τον απειλούσε με ένα πιστόλι ότι θα τον σκοτώσει επειδή του χρώσταγε λεφτά από τα ναρκωτικά. Αυτό το περιστατικό μαζί μα κάποιους θανάτους δικών του ανθρώπων τον σοκάρισαν και τον έκαναν να διακόψει κάθε σχέση με τα ναρκωτικά και να κάνει πάλι στροφή προς τον Θεό.


Ο Ρίτσαρντ επέστρεψε στα εκκλησιαστικά του το 1976, κυκλοφορώντας το ‘Gods Beautiful City’ με την World Records το 1979, ενώ αφιέρωσε όλον τον χρόνο του κηρύττοντας ως ευαγγελιστής. 
Τον Οκτώβριο του 1985, τραυματίστηκε σοβαρά σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στο δυτικό Χόλιγουντ, αλλά ανέκαμψε και εμφανίστηκε στην ταινία του 1986 ‘Down and Out in Beverly Hills’, όπου έπαιξε το πρώτο του χιτ μετά δεκαέξι χρόνια, το "“Great Gosh Amighty”, το οποίο έχει τον κλασσικό μουσικό ρυθμό και φωνητικά του Ρίτσαρντ, αλλά με ‘κρυμμένο’ χριστιανικό μήνυμα. Το τραγούδι περιέχεται στο άλμπουμ ‘Lifetime Friend’που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1985 και περιέχει gospel τραγούδια.


Ο Λιτλ Ρίτσαρντ, ήταν μεταξύ των πρώτων δέκα καλλιτεχνών που εισήλθαν στο Rock and Roll Hall of Fame το 1986. Τραγούδησε ντουέτο με τον Phillip Bailey για το τραγούδι της ταινίας ‘Twins’ του 1988. Το 1989 τραγούδησε vocals με τους U2, B.B. King στο “When Love Comes To Town.”  Το έγιναν τα αποκαλυπτήρια της "Little Richard Penniman Boulevard" στη γενέτειρά του Macon της Georgia.
Το 2000 προβλήθηκε στην τηλεόραση και στο κανάλι NBC η βιογραφική ταινία “Little Richard”, με τον ηθοποιό – τραγουδιστή Leon να υποδύεται τον Ρίτσαρντ.

Το 2002, μετά από πάνω από πενήντα χρόνια στη μουσική βιομηχανία, ο Little Richard αποσύρθηκε επίσημα από τις περιοδείες.

 GhostGreaser