Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

The Martha and the Vandellas story


Οι Martha and the Vandellas ήταν ένα γυναικείο vocal συγκρότημα από το Detroit του Michigan των ΗΠΑ, που ήταν δημοφιλές τη δεκαετία του 1960. Δημιουργήθηκε το 1957 από τις φίλες Annette Beard, Rosalind Ashford και Gloria Williams, και αργότερα προστέθηκε η Martha Reeves, η οποία έγινε η lead τραγουδίστρια του συγκροτήματος μετά την αποχώρηση της Williams το 1962. Όλες οι επιτυχίες των Martha and the Vandellas έγιναν με την Motown. 

Από την αρχή, η φωνή της Martha Reeves είχε μια γήινη, άμεση ποιότητα που την διέκρινε από άλλες τραγουδίστριες της Motown, συνδυάζοντας στοιχεία gospel και rhythm & blues.
Μαζί με τις Vandellas, η Reeves ηχογράφησε μια σειρά από singles στα μέσα της δεκαετίας του ‘60, μεταξύ των οποίων το θεωρούμενο και «εθνικός ύμνος» της Motown, το "Dancing in the Street", καθώς και χορευτικές επιτυχίες όπως το "Love Is Like a Heat Wave", “Nowhere to RunκαιJimmy Mack.
Η γεννημένη στις 18 Ιουλίου 1941 και το μεγαλύτερο από έντεκα παιδιά, Reeves άρχισε να τραγουδάει με τις Del-Phis, ένα γυναικείο συγκρότημα, το 1960. Ανακαλύφθηκε το 1961 στο διάσημο Twenty Grand Club του Ντιτρόιτ, όπου άνθρωπος της Motown, ο Mickey Stevenson, άκουσε την ερμηνεία της. Προσκλήθηκε να πάει στην Motown όπου αρχικά, τραγουδούσε background για τον Marvin Gaye. Ωστόσο, ο ιδρυτής της Motown, Berry Gordy, σύντομα προσέφερε στο συγκρότημα της Reeves ένα δικό του συμβόλαιο.

Το τρίο είχε την πρώτη του επιτυχία με το "Come and Get These Memories" του Holland-Dozier-Holland, αλλά ήταν το ακαταμάχητο "Heat Wave" που έκανε τη Martha και τις Vandellas ένα από τα hot ονόματα της Motown το καλοκαίρι του 1963. Ένας άλλο τραγούδι, το “Dancing in the Street” - που γράφτηκε από τον Mickey Stevenson, τον Marvin Gaye και τον Ivy Joe Hunter - έφτασε το 1964, στο νούμερο δύο στη μέση της «βρετανικής εισβολής».


Οι Martha and the Vandellas ηχογράφησαν σε όλη τη δεκαετία του '60 για την Gordy της Motown, είκοσι τέσσερις επιτυχίες R & B και έγιναν ένα από τα πιο επιτυχημένα ονόματα της εταιρείας. Ως γυναίκες καλλιτέχνιδες της Motown, τις πέρασε μόνο η Diana Ross και οι Supremes, με τις οποίες συναγωνίζονταν σε φήμη. Όταν η εταιρεία μετακόμισε δυτικά το 1971, οι δρόμοι των Martha and the Vandellas και της Motown χώρισαν. Πραγματοποίησαν μια αποχαιρετιστήρια συναυλία στο Ντιτρόιτ και η Reeves ξεκίνησε σόλο καριέρα το 1974. Επανασυνδέθηκαν προς το τέλος της δεκαετίας του '70 και πήραν κάποια προβολή το 1983 λόγω της τηλεοπτικής εκπομπής για την 25η επέτειο της Motown. Συνεχίζουν να παίζουν. 

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

The Ronettes story


Οι Ronettes υπήρξαν ένα από τα πιο δημοφιλή γυναικεία συγκροτήματα της δεκαετίας του 1960. Είχαν εννέα τραγούδια στο Hot 100 του Billboard , πέντε από τα οποία έγιναν Top 40 επιτυχίες. Το τρίο από το Spanish Harlem της Νέας Υόρκης (μια συνοικία με κυρίως πληθυσμό ισπανόφωνων) αποτελούνταν από την τραγουδίστρια Veronica Bennett (αργότερα γνωστή ως Ronnie Spector, καθώς παντρεύτηκε τον γνωστό παραγωγό Phil Spector), την μεγαλύτερη αδελφή της Estelle Bennett και την ξαδέλφη τους Nedra Talley. Η μητέρα της Veronica ήταν Αφροαμερικάνικης / Ινδιάνικης Cherokee καταγωγής και ο πατέρας της Ιρλανδικής.

Οι τρεις τραγουδίστριες άρχισαν να τραγουδούν μαζί όταν η οικογένεια συγκεντρώνονταν στο σπίτι της γιαγιάς τους τα Σαββατοκύριακα. Το 1957 σχημάτισαν την πρώτη τους μπάντα, τις Darling Sisters. Η μπάντα περιέλαβε επίσης δύο άλλες ξαδέλφες, τη Diane και την Elaine, και έκαναν μια παράσταση στο θέατρο Apollo στη Νέα Υόρκη. Μετά από αυτή την παράσταση, η Diane και η Elaine εγκατέλειψαν το γκρουπ, το οποίο στη συνέχεια πήρε το όνομα Ronnie and the Relatives. Το 1961 υπέγραψαν με την Colpix Records και τον Ιούνιο ηχογράφησαν τέσσερα τραγούδια: το "I Want a Boy", το "What's Sweet για το Sweet Sixteen", το "I'm Gonna Quit while I'm Ahead" και το “My Guiding Angel.”

Κανένα από αυτά τα τραγούδια δεν μπήκε στα charts και η Ronnie and the Relatives άρχισαν να χορεύουν στο New York's Peppermint Lounge. Ήταν η εποχή twist, και η μπάντα έγινε σύντομα τακτική στο club, τραγουδώντας και χορεύοντας. Ο dj Murray the K ενθουσιάστηκε μαζί τους και τις έπεισε να εμφανιστούν σε μερικές από τις παραστάσεις του στο θέατρο Fox στο Μπρούκλιν. Τον Μάρτιο του 1963, η Estelle Bennett επικοινώνησε με τον Spector. Κατάφερε να κανονίσει μια ακρόαση. Τώρα το συγκρότημα λεγόταν the Ronettes. Οι Ronettes τραγούδησαν το “Why Do Fools Fall in Love,”, για την εταιρία Philles του Spector. Αρχικά ο Spector θέλησε μόνο η Ronnie να υπογράψει, αλλά η μητέρα της επέμενε να υπογράψει ολόκληρο γκρουπ κι έτσι έκανε.

Αρχικά οι Ronettes τραγουδούσαν backup vocals στις ηχογραφήσεις του Spector για άλλους, όπως η Darlene Love και οι Bob Bob B. Soxx and the Blue Jeans. Στη συνέχεια, ο Spector έβαλε το συγκρότημα να τραγουδήσει δύο τραγούδια, το "Be My Baby" και το "Baby I Love You". Το "Be My Baby" έφτασε στο νούμερο 2 το φθινόπωρο του 1963 και πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Το "Baby I Love You" (στο οποίο φωνητικά κάνουν οι Cher και η Darlene Love) έφτασε στο νούμερο 24. 
Αυτά τα δύο κομμάτια έκαναν αστέρια τις Ronettes εκεί στα τέλη του 1963 με αρχές του 1964. Το γκρουπ περιόδευσε στην Αγγλία με τους Rolling Stones και έκανε παρέα με τους Beatles.
Από τον Σεπτέμβριο του 1963 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1964, οι Ronettes κατάφεραν να βάλουν πέντε singles στο Top 40. Εκτός από το "Be My Baby" και το "Baby I Love You", ήταν τα “Walking in the Rain” (νο 23), “(The Best Part of) Breakin’ Up” (νο 31) και “Do I Love You?” (νο 34). Αυτές ήταν οι πιο μνημειώδεις παραγωγές του Phil Spector, οι οποίες χτίστηκαν γύρω από την τρεμουλιαστή, κλαψιάρικη φωνή της Ronnie, που ενσωματώνει το φάσμα των νεανικών, ρομαντικών επιθυμιών από την έκσταση στη θλίψη. Δεν επηρέασε καθόλου το ότι οι Ronettes ήταν εξωτικές, πολυφυλετικές όμορφες κοπέλες με χτένισμα "σφηκοφωλιά" και παχιά μάσκαρα. Τα τραγούδια τους παρουσίαζαν ένα πιο τολμηρό για εκείνη την εποχή και "διεκδικητικό" τύπο κοριτσιού. Τα αγόρια ήθελαν να είναι μαζί τους, τα κορίτσια ήθελαν να είναι σαν κι αυτές και οι δίσκοι τους ήταν περιζήτητοι.

Τον Ιούνιο του 1965 οι Ronettes ηχογράφησαν ένα τραγούδι με τίτλο "I Can Hear Music", το οποίο γράφτηκε από τους Spector, Ellie Greenwich και Jeff Barry. Το τραγούδι δεν έγινε επιτυχία μέχρι που το έπαιξαν οι Beach Boys τέσσερα χρόνια αργότερα. Στην πραγματικότητα, ένας από τους μεγαλύτερους οπαδούς των Ronettes ήταν ο Brian Wilson, ο οποίος άκουγε επανειλημμένα το "Be My Baby", το οποίο ονόμασε "το πιο αγαπημένο μου τραγούδι".

Οι Ronettes συνέχισαν να ηχογραφούν για τον Spector και ακολούθησαν περισσότερα singles, αλλά η δημοτικότητά τους άρχισε να πέφτει μετά το γοητευτικό έτος του 1964. Το τελευταίο τους τραγούδι που έφτιαξε ο Spector, το “Is This What I Get”/“Oh, I Love You” δεν μπήκε στο Top 40. Μετά την περιοδεία τους στη Γερμανία στις αρχές του 1967, οι Ronettes αποφάσισαν να διαλυθούν. Εν τω μεταξύ, η Ronnie και ο Spector είχαν κάνει δεσμό. Σύμφωνα με τον μουσικό συγγραφέα David Hinckley, «σε αυτό οφείλεται η πρώτη ύλη και η συναισθηματική σπίθα πίσω από πολλές από τις ηχογραφήσεις των Ronettes». Το ζευγάρι παντρεύτηκε το 1968. Σύμφωνα με την αυτοβιογραφία της Ronnie, “Be My Baby”, ο Spector την κρατούσε φυλακισμένη στην έπαυλή του στο Los Angeles μέχρι που χώρισαν το 1973. Πήραν επισήμως διαζύγιο το επόμενο έτος.

Μετά το διαζύγιο, η Ronnie άρχισε να κάνει σόλο καριέρα. Αρχικά, προσπάθησε να επανασυνδέσει τις Ronettes, αλλά η Nedra και η Estelle δεν ενδιαφερόταν. Η Ronnie ηχογράφησε στη συνέχεια μερικά εξαιρετικά κομμάτια με την E Street Band (“Say Goodbye to Hollywood,” ένα τραγούδι που έγραψε ο Billy Joel, "Take Me Home Tonight" και “Dangerous”. Κυκλοφόρησε επίσης τα σόλο άλμπουμ Siren (1980) και Unfinished Business (1987).

Το 1990 δημοσίευσε την αυτοβιογραφία της, "Be My Baby: How I Survived Mascara, Miniskirts and Madness”, όπου περιέγραφε την ταραγμένη σχέση της με τον Spector, ο οποίος σήμερα βρίσκεται στην φυλακή για ανθρωποκτονία. Το 2006 κυκλοφόρησε το Last of the Rock Stars, το πρώτο της άλμπουμ μετά είκοσι χρόνια και το 2010 κυκλοφόρησε ένα Χριστουγεννιάτικο EP που λεγόταν Ronnie Spectors Best Christmas Ever.
Η Ronnie μετά το διαζύγιο με τον Spector ξαναπαντρεύτηκε και έκανε τρία παιδιά. Η Nedra παντρεύτηκε τον Scott Ross πρώην dj που μετά έγινε παρουσιαστής στο χριστιανικό κανάλι CBN. Η Estelle, που μετά την διάλυση του συγκροτήματος ταλαιπωρήθηκε από ψυχιατρικής φύσεως προβλήματα και πολλές φορές ήταν άστεγη, πέθανε το 2009.

Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

The Stray Cats story

Ένα όνομα θρύλος, η μπάντα – κλειδί της αναβίωσης (revival) του rockabilly της δεκαετίας του '80, οι Stray Cats από την Αμερική, με το χαρακτηριστικό στυλ τους, μας χάρισαν μεγάλες στιγμές δυναμικού rockabilly, σημειώνοντας πολλές μεγάλες επιτυχίες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Μια κλασική περίπτωση του να βρεθείς στο σωστό μέρος ακριβώς την κατάλληλη στιγμή, αποβιβάστηκαν στο Λονδίνο τον Ιούλιο του '80 - αμέσως μετά το Punk, όταν ήταν και πάλι στη μόδα να δείχνεις και να ακούγεσαι cool - και με το νεανικό, δυναμικό, στιλάτο και καλοσχηματισμένο, συγκρότημά τους, που έπεσε σαν μια καταιγίδα, γρήγορα δημιούργησαν μια μεγάλη φήμη στα μουσικά club του Λονδίνου.

Οι Stray Cats σχηματίστηκαν από τον κιθαρίστα / τραγουδιστή Brian Setzer στο Long Island της Massapequa της Νέας Υόρκης, το 1979. Η μπάντα, το στυλ της οποίας βασίστηκε στους ήχους των καλλιτεχνών της Sun Records και άλλων καλλιτεχνών από τη δεκαετία του 1950, επηρεάστηκε έντονα από τον Eddie Cochran και τον Gene Vincent (κυρίως), αλλά και τον Carl Perkins και τον Bill Haleythe Comets, προσθέτοντας σύγχρονα μουσικά στοιχεία punk.

Αρχικά, ο Setzer έπαιζε rockabilly με μια μπάντα που ονομαζόταν Tom Cats με τον αδερφό του Gary ως ντράμερ και τον μπασίστα Bob Beecher. Ωστόσο ο Setzer εγκατέλειψε σύντομα αυτή την μπάντα για να μαζέψει τους νεαρούς φίλους του από το σχολείο, Lee Rocker (γεννημένος ως Leon Drucker) και Slim Jim Phantom (γεννημένος ως James McDonnell). Οι Stray Cats άρχισαν να εμφανίζονται στη μουσική σκηνή της Νέας Υόρκης, ωστόσο, η εμφάνιση και ο ήχος τους από την δεκαετία του '50 δεν φαινόταν να έχει πέραση εκεί και έτσι το καλοκαίρι του 1980 πήγαν στην Αγγλία, όπου εκείνη την εποχή το rockabilly revival και η Teddy Boy κουλτούρα ήταν ένα αναδυόμενο κίνημα.

Από το 1983 άρχισαν να χρησιμοποιούν το όνομα "Stray Cats". Το όνομα "Stray Cats" είχε ήδη εμφανιστεί νωρίτερα στην ταινία rock 'n' roll του 1973 That'll Be the Day(με Ringo Starr, Billy Fury Keith Moon) και το sequel του 1974 Stardust.

Μετά από μία από τις συναυλίες τους στο Λονδίνο, οι Stray Cats συναντήθηκαν με τον παραγωγό και καλλιτέχνη Dave Edmunds, που ήταν γνωστός για την αγάπη του για το παλιό rock n roll. Ο Edmunds προσφέρθηκε να συνεργαστεί με την μπάντα και μπήκαν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το άλμπουμ - ντεμπούτο τους, με τίτλο “Stray Cats”, που κυκλοφόρησε στην Αγγλία το 1981. Το άλμπουμ σημείωσε αμέσως επιτυχία με τραγούδια όπως το "Runaway Boys", το "Rock This Town" και το "Stray Cat Strut." 



Η συνέχεια, το Gonna Ball, δεν πήγε τόσο καλά και μετά από τις αρνητικές κριτικές, οι Stray Cats αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Αμερική. Το 1982 κυκλοφόρησαν με την EMI America το Built for Speed, το οποίο περιείχε τα καλύτερα από τα δύο βρετανικά LP. Με τη βοήθεια του MTV που τότε καθήλωνε στην τηλεόραση εκατομμύρια νεαρούς, το "Rock This Town" και το "Stray Cat Strut", έγιναν χιτ και μπήκαν στο αμερικάνικο Top Ten. Το δεύτερο αμερικανικό τους άλμπουμ, το “Rant n 'Rave έδωσε ακόμα ένα Top Ten hit, το “(She's) Sexy + 17”, όπως και μια μικρή συμμετοχή στο Top 40 με την μπαλάντα τύπου doo wop I Won't Stand in Your Way”.

Συγκρούσεις άρχισαν να εμφανίζονται που είχαν ως αφορμή θέματα μουσικά, αλλά και προσωπικά με τους τρόπους με τους οποίους τα μέλη του συγκροτήματος χειρίστηκαν την επιτυχία τους: ο Phantom παντρεύτηκε την ηθοποιό (και πρώην ερωμένη του Rod Stewart) Britt Ekland, ενώ ο Setzer έκανε εμφανίσεις με ονόματα όπως ο Bob Dylan και η Stevie Nicks και έγινε ο κιθαρίστας συναυλιών του Robert Plant. Στα τέλη του 1984, ο Setzer τα έσπασε άγρα με το συγκρότημα. Οι Rocker και Phantom συνεργάστηκαν αμέσως με τον κιθαρίστα του David Bowie, Earl Slick και ηχογράφησαν ένα άλμπουμ σαν Phantom, Rocker & Slick, ενώ ο Setzer περίμενε λίγα χρόνια πριν κυκλοφορήσει το ροκ σόλο ντεμπούτο του, The Knife Feels Like Justice.

Μέχρι το 1986, οι σχέσεις είχαν αποκατασταθεί αρκετά για τους Stray Cats με αποτέλεσμα να επανασυνδεθούν στο Λος Άντζελες και να ηχογραφήσουν το Rock Therapy, το οποίο πάντως δεν πήγε τόσο καλά στις πωλήσεις. Το τρίο επέστρεψε στα αντίστοιχα μετά-Stray Cats έργα τους κυκλοφορώντας και άλμπουμ που πήγαν δεν καθόλου καλά. 

Το 1989, ξαναενώθηκαν για το άλμπουμ Blast Off, το οποίο συνοδεύτηκε από μια περιοδεία με τον Stevie Ray Vaughan. Όχι πια με την EMI, οι Cats μπήκαν στο στούντιο με τον Nile Rodgers για το Let's Go Faster, το οποίο κυκλοφόρησε το 1990. 


Το Choo Choo Hot Fishτου 1992 του Dave Edmunds, προσέλκυσε ελάχιστη προσοχή και μετά η μπάντα διαλύθηκε ξανά. 

Έχουν βέβαια επανειλημμένα συναντηθεί περιοδικά για ζωντανές εμφανίσεις. Ο Setzer, βέβαια, ακολούθησε την αναγέννηση του swing της δεκαετίας του '90 με την ορχήστρα του την Brian Setzer Orchestra, η οποία έπαιξε κλασσικές big-band swing και jump blues μελωδίες καθώς και πρωτότυπα τραγούδια του Setzer.
Το 2004, οι Stray Cats συναντήθηκαν για μια μακρά περιοδεία στην Ευρώπη. Ένα ζωντανό άλμπουμ από τις συναυλίες αυτές, το Rumble in Brixton”, περιελάμβανε ένα νέο κομμάτι, το "Mystery Train Treated A Rollin". 

Το 2007, επανασυνδέθηκαν για μια επιτυχημένη και πολυαναμενόμενη περιοδεία στις ΗΠΑ με τους ZZ Top και τους Pretenders. Αυτή ήταν η πρώτη βορειοαμερικανική περιοδεία τους μετά από πάνω από 15 χρόνια. Τη δεκαετία του 2000, το συγκρότημα ταξίδεψε στην Ευρώπη ως μέρος του αποχαιρετιστήριου Farewell Tour.

Το 2008, για πρώτη φορά μετά από 18 χρόνια, οι Stray Cats επισκέφθηκαν την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Τον Απρίλιο του 2009 το συγκρότημα επανενώθηκε για να γιορτάσει τα 50α γενέθλια του Brian στο Fine Line Music Café στη Μινεάπολη.

Στις 2 Ιανουαρίου 2018 ο Brian Setzer ανακοίνωσε μέσω της σελίδας του στο Facebook ότι η μπάντα θα επανασυνδεθεί για μια συναυλία στο Λας Βέγκας στις 21 Απριλίου 2018 για το “Viva Las Vegas Rockabilly Weekend Show”.

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Η ιστορία των Greasers!

Οι Greasers γεννήθηκαν ως “youth subculture” (υποκουλτούρα της νεολαίας) στις βορειοανατολικές και νότιες Ηνωμένες Πολιτείες την δεκαετία του 1950. Τα δύο κύρια ονόματα που επηρέασαν το look τους ήταν ο Marlon Brando και ο James Dean.

Στις βορειοανατολικές και στις νότιες πολιτείες, οι Greasers ήταν ένας από τους πρώτους τύπους συμμοριών δρόμου. Αυτές οι greaser gangs υπήρχαν πριν οι συμμορίες συνδεθούν με την βία και τα ναρκωτικά.

Λέγεται ότι οι greasers της δεκαετίας του 1950 πήραν το όνομά τους από το "Greaser Act", που ήταν ένας νόμος που δημιουργήθηκε τo 1855 (!) στην Καλιφόρνια για να προστατεύσει τους Καλιφορνέζους από επικίνδυνους και ύποπτους Μεξικανούς (το 1848 είχε τερματιστεί ο Μεξικανο-Αμερικάνικος πόλεμος). Το όνομα "Greaser" (λιπαρός) είχε δοθεί υποτιμητικά στους Μεξικανούς λόγω των μαύρων λιπαρών μαλλιών τους στα μέσα του 1800. Το όνομα "Greaser" συνεπώς υποδήλωνε μια απόλυτη έλλειψη σεβασμού.
Όταν οι λευκοί έφηβοι της δεκαετίας του 1950 και της δεκαετίας του 1960 υιοθέτησαν το όνομα "Greaser", ήθελαν να δηλώσουν μια επαναστατικότητα και μία αντίδραση κόντρα στο «κατεστημένο» με την εμφάνισή τους και τη συμπεριφορά τους. Οι Greasers ήθελαν να έχουν την εικόνα του "bad boy". Επιδίωξαν να είναι οι "επαναστάτες χωρίς αιτία" που ήθελαν να αποδράσουν από την πλήξη του αμερικάνικου τρόπου ζωής. Μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, οι νεαροί Αμερικανοί αναζητούσαν ψυχαγωγία και ταυτότητα πέρα από την εικόνα του ήρωα του πολέμου. Ήθελαν να εξεγερθούν ενάντια στις κοινωνικές νόρμες, και έτσι δημιούργησαν τις δικές τους νόρμες. 

Η μουσική που άκουγαν ήταν rock n' roll και doo-wop και καμιά φορά τραγούδια από ιταλικής καταγωγής ερμηνευτές, καθώς κάποια στιγμή οι greasers συνδέθηκαν περισσότερο με τους νεαρούς Ιταλοαμερικάνους (παράδειγμα οι “Wanderers”), αν και πολλοί ήταν ιρλανδέζικης και πολωνικής καταγωγής. Οι greasers απέφευγαν τις συγκρούσεις με άλλους greasers ή να πάρουν το κορίτσι ενός άλλου greasers.

Το όνομα "greaser" προέρχεται επίσης από το χτένισμα των μαλλιών τους, τα οποία χτένιζαν με πολύ μπριγιαντίνη, βαζελίνη, τζελ ή κερί μαλλιών, ώστε να φαίνονται «λιπαρά». Το στυλ μαλλιών είχε περίεργες ονομασίες όπως Elephant's trunkή Duck's ass
Ένα τέτοιο στυλ, πιθανότατα υιοθετήθηκε από τους πρωτοπόρους rock 'n' roll και rockabilly ερμηνευτές όπως ο Elvis Presley. Το μαλλί για να παραμείνει «κολλημένο» χρειαζόταν συχνό χτένισμα και φροντίδα.

Οι greasers φορούσαν μαύρα ή λευκά T-shirts, παντελόνια από βαμβάκι (κοινά μεταξύ της εργατικής τάξης) ή σκούρα μπλουτζίν με σηκωμένα ρεβέρ και ψηλές μαύρες ή καφέ δερμάτινες μπότες. Από πάνω φορούσαν δερμάτινα τζάκετ ή μπουφάν μοτοσικλετών.

Στην Βρετανία το στυλ αυτό συνδέθηκε με τους Rockers.

Αν κα οι Greaser έχουν συνδεθεί με άνδρες, στους greasers ανήκαν και γυναίκες. Οι γυναίκες greasers φορούσαν στενές ή φαρδιές (poodle) φούστες με μπουφάν μοτοσικλετών.

Οι Greasers είναι οι κεντρικοί χαρακτήρες του βιβλίου The Outsiders του 1967 του S. E. Hinton, που έγινε και πετυχημένη ταινία υπό τον Francis Ford Coppola το 1983 με το καστ να περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα τότε ανερχόμενα αστέρια του κινηματογράφου. Στην ομάδα των greasers της ταινίας ανήκαν οι Thomas Howell (ως Ponyboy Curtis), Matt Dillon (ως Dallas "Dally" Winston), Ralph Macchio (ως Johnny Cade), Patrick Swayze (ως Darrel "Darry" Curtis), Rob Lowe (ως Sodapop Curtis), Emilio Estevez (ως Two-Bit Matthews),  Tom Cruise (ως Steve Randle) και Glenn Withrow (ως Tim Shepard). Ο εχθρός των greasers, που είναι όλα παιδιά φτωχών οικογενειών της εργατικής τάξης, ήταν τα πλουσιόπαιδα Socs. Επική η συμπλοκή ("rumble") τους υπό βροχήν με νικητές – φυσικά – τους Greasers

Επίσης greasers είναι οι πρωταγωνιστές στην ταινία του 1974 The Lords of Flatbush. Η παρέα των Perry King, (ως Chico Tyrell), Sylvester Stallone (ως Stanley Rosiello), Henry Winkler (ο γνωστός "Fonzie" στην τηλεοπτική σειρά "Happy Days", ως Butchey Weinstein) και Paul Mace (ως Wimpy Murgalo).

Αλλά η ταινία που έκανε γνωστό στον μέγιστο βαθμό σε όλον τον κόσμο το μοναδικό στυλ τους ήταν το Grease του 1978, με τον John Travolta ως “Danny Zuko” μέλος της συμμορίας των T-Birds
Άλλες ταινίες είναι το “Cry Baby” (1991) με τον Johnny Dep και η δημοφιλής τηλεοπτική σειρά “Happy Days” (με τον "Fonzie") (1974 - 1985). 

Επίσης ο Ken Wahl (ως Richie Gennaro) στην θρυλική ταινία «The Wanderers» είναι ο αρχηγός της ομώνυμης συμμορίας greasers με τα χαρακτηριστικά πορτοκαλί μπουφάν, ενώ το look greaser κράτησε και ως Vinnie Terranova στην αστυνομική τηλεοπτική σειρά «Wiseguy» (1987 – 1990).

Το look greaser υιοθέτησε και ο Andrew Dice Clay στην ταινία του 1990 «The Adventures of Ford Fairlane», ο David Arquette (ως Dude Delaney ) στην ταινία του 1994 “Roadracers” και ο Shia LaBeouf ως γιος του Ιντιάνα Τζόουνς στην ταινία Indiana Jones and the Kingdom of the Crystal Skull” (2008).

Το συγκρότημα Sha-Na-Na υιοθέτησε σκηνικά το στυλ New York City greasers. Η μουσική τους και η εμφάνισή τους στο Φεστιβάλ του Woodstock το 1969 ήταν μια εκδήλωση νοσταλγίας για την «χρυσή» δεκαετία του ‘50.


Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και την δεκαετία του ’70, καθώς οι μουσικές, οι μόδες και οι τάσεις άλλαζαν, οι greasers είχαν υποχωρήσει  αλλά δεν είχαν σβήσει. Μάλιστα βρέθηκαν σε «κόντρα» με το κίνημα των χίπις με τα αντιπολεμικά τσιτάτα και τα μακριά μαλλιά. Χαρακτηριστική η ατάκα που πέταγαν οι Sha-Na-Na , πριν τραγουδήσουν το rock and roll is here to stay του Danny and the Juniors: "We've got just one thing to say to you fuckin' hippies, and that is that rock and roll is here to stay!