Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

The Everly Brothers story


Ο Don και ο Phil Everly γεννήθηκαν στο Muhlenberg του Kentucky - ο Don (Isaac Donald Everly) στις 1 Φλεβάρη του 1937 και ο Phil (Phillip Everly) στις 19 Γενάρη του 1939 - σε μιά μουσική οικογένεια: οι γονείς τους, ο Ike και η Margaret, ήταν γνωστοί τραγουδιστές της ςουπίιγ και είχανε το δικό τους ραδιοφωνικό σώου.

Διακρίνοντας το μουσικό ταλέντο στα παιδιά τους, τα έβαλαν να τραγουδήσουνε από πολύ μικρή ηλικία σ’ αυτό το σώου. Ακολουθήσανε, αργότερα, περιοδείες των αδερφών Everly στο Νότο και εμφανίσεις σε διάφορα τοπικά ραδιοφωνικά σώους.

Το 1956, ο Ike Everly έπεισε τον Chet Atkins (γνωστός κιθαρίστας και παραγωγός) στο Νάσβιλ να ενδιαφερθεί για τα παιδιά του και έτσι οι αδερφοί Everly υπόγραψαν συμβόλαιο με την Columbia, ηχογραφώντας την ίδια χρονιά τον πρώτο τους μικρό δίσκο - το "Keep A' Lovin' Me".

Ο δίσκος δεν είχε επιτυχία και οι Everlys μεταπηδήσανε στην εταιρία δίσκων Cadence, εξασφαλίζοντας παράλληλα σαν μάνατζέρ τους τον Wesley Rose από το Νάσβιλ.

Στο μεταξύ, η οικογένεια Everly είχε εγκατασταθεί στο Τεννεσσή, όπου τα δυο αδέρφια συναντήσανε τον συνθέτη Boudleaux Bryant. Ο Bryant, μόνος ή με τη γυναίκα του, Felice, θα έγραφε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των Everlys που ηχογραφηθήκανε στο Νάσβιλ. Τα τραγούδια των Βryants ήταν κλασσικά παραδείγματα ερωτικής μπαλάντας για teenagers και ταιριάζανε απόλυτα με τις φωνητικές αρμονίες των αδερφών.

Η πρώτη επιτυχία (στο 1957) ήταν το "Bye Bye Love", (που το είχαν απορρίψει 30 καλλιτέχνες, ανάμεσά τους και ο Elvis Presley), που πούλησε ένα εκατομμύριο αντίτυπα και έφτασε το νούμερο 2 του αμερικάνικου και το νούμερο 3 του εγγλέζικου τοπ. Το ακολούθησε, την ίδια χρονιά, το "Wake Up Little Susie", που σκαρφάλωσε μέχρι την πρώτη θέση του αμερικάνικου τοπ και μέχρι τη δεύτερη θέση του εγγλέζικου.

Η συνεργασία των Everly Brothers με την Cadence συνεχίστηκε μέχρι το 1960, και στο διάστημα αυτό 16 μικροί δίσκοι των αδερφών μπήκαν στο τοπ-100. Εννιά απ’ αυτούς, πέρασαν στο τοπ-10. Οι δίσκοι ήτανε μελοδραματικοί και δυναμικοί συνάμα, με τα φωνητικά των Everlys να εντυπωσιάζουνε πάνω από πολύ προσεγμένες ενορχηστρώσεις του ροκ.

Ανάμεσα στα singles που γράφανε οι Everly Brothers για την Cadence περιλαμβάνονται τα "All I Have to Do Is Dream" (νούμερο 1 στην Αμερική και την Αγγλία την άνοιξη του 1958), "Bird Dog" (νούμερο 2 στην Αμερική και την Αγγλία το καλοκαίρι του 1958), “Devoted to You” (νούμερο 10 στην Αμερική τον Αύγουστο του 1958 και φλιπσάιντ – του αμερικάνικου δίσκου μονάχα - του “Bird Dog”), "Problems" (νούμερο 2 στην Αμερική και νούμερο 5 στην Αγγλία το Νοέμβρη του 1958 και το Γενάρη του 1959 αντίστοιχα), “Take A Message To Mary” (νούμερο 16 στην Αμερική και νούμερο 11 στην Αγγλία τον Αύγουστο και το Σεπτέμβρη του 1959 αντίστοιχα) και “Let It Be Me” (νούμερο 7 στην Αμερική το Φλεβάρη του 1960).

Οι αδελφοί έκαναν περιοδείες εκτενώς με τον Buddy Holly κατά τη διάρκεια του 1957 και του 1958. Σύμφωνα με τον βιογράφο Holly Philip Norman, ήταν υπεύθυνοι για την αλλαγή στο ύφος του Holly και των Crickets από τα Levis και τα T-shirts στα κουστούμια Ivy League που φορούσαν οι Everlys. Ο Don ισχυρίστηκε ότι ο Holly ήταν ένας γενναιόδωρος τραγουδοποιός που έγραψε το τραγούδι "Wishing" για αυτούς, ενώ ο Phil αργότερα δήλωσε: ".. Ήμασταν όλοι από το Νότο. Είχαμε ξεκινήσει με τη μουσική country».

Το 1960, οι Everly Brothers δεχτήκανε ένα ελκυστικό συμβόλαιο με τη Warner Brothers που, σε τελευταία ανάλυση, τους στοίχισε πάρα πολλά. Αρχικά, με την απομάκρυνσή τους από το Νάσβιλ, οι Everlys χάσανε τη θαυμάσια παραγωγή που είχανε μέχρι τότε και που ταίριαζε απόλυτα στο στυλ τους. Από την άλλη πλευρά, διακόπηκε η συνεργασία τους με το ζευγάρι των Bryants. Οι επιπτώσεις θα φαίνονταν αργότερα - προς το παρόν, όλα φαίνονταν ρόδινα: Ο πρώτος τους μικρός δίσκος για τη Warner το “Cathys Clown” - έφτασε το νούμερο 1 του αμερικάνικου και του εγγλέζικου τοπ, αλλά θα ήτανε η τελευταία φορά που οι Everly Brothers θα αγκαλιάζανε την κορυφή του αμερικάνικου καταλόγου επιτυχιών.

Μέχρι το 1962, άλλοι 12 μικροί δίσκοι μπήκανε στο αμερικάνικο ή το εγγλέζικο τοπ-20, με γνωστότερους τους “Walk Right Back” (νούμερο 1 στην Αγγλία και 7 στην Αμερική το 1961), “Temptation” (νούμερο 1 στην Αγγλία) και “Crying In The Rain” (νούμερο 8 στην Αμερική και ό στην Αγγλία το 1962).

Όπως όλα τα μεγάλα ονόματα της Αμερικάνικης μουσικής, οι Everly Brothers δεχτήκανε πλήγμα με την «εγγλέζικη εισβολή» (την εμφάνιση των Beatles και των άλλων βρετανικών συγκροτημάτων) αλλά συνέχισαν να ηχογραφούνε, με μέτρια επιτυχία μέχρι το 1967. Η μεγαλύτερή τους επιτυχία, τούτη την περίοδο, ήρθε το 1965 με το “Price Of Love”, που ανέβηκε μέχρι το νούμερο 2 του εγγλέζικου τοπ.

Το 1967, άρχισαν οι προσωπικές προστριβές μεταξύ των αδερφών και φάνηκε η διαφορά στο στυλ τους – ο Phil προτιμούσε τα ελαφρά, ποπ τραγούδια, ενώ ο Don ήταν περισσότερο προβληματισμένος.

Συνέχισαν, ωστόσο, να ηχογραφούνε, πολύ αραιά, με σημαντικότερα δείγματα από τη νεότερη περίοδό τους το “Roots”, ένα άλμπουμ με τραγούδια country, αναμιγμένα με κομμάτια από τις ταινίες που είχανε γράψει παλιά, στο ραδιοφωνικό σώου των γονιών τους (κυκλοφόρησε το 1968), το “Stories We Could Tell”, ένα άλμπουμ που ηχογραφήθηκε με τη βοήθεια μεγάλων αστεριών του ροκ (1972) και το “Pass The Chicken and Listen” (1972) με την παραγωγή του Chet Atkins. Ήταν και το τελευταίο άλμπουμ που θα γράφανε μαζί. Στη συνέχεια ακολουθήσανε μια όχι και τόσο επιτυχημένη σόλο καριέρα.

Ένα reunion έγινε τον Σεπτέμβριο του 1983 στο Royal Albert Hall του Λονδίνου.

Οι Everly Brothers, στα πρώτα τους χρόνια, προσφέρανε μερικούς από τους πιο εντυπωσιακούς ποπ δίσκους της δεκαετίας του ‘50, στην περιοχή όπου η ουπγ συναντούσε τις προτιμήσεις των teenagers. Η επιρροή τους στα πιο σύγχρονα ονόματα της μουσικής είναι μεγάλη. Οι Beatles, ο Bob Dylan, οι Byrds, οι LovinSpoonful, ο Simon and Garfunkel, μεταξύ πολλών άλλων, έχουν ομολογήσει πως χρωστούν πάρα πολλά στους αδερφούς Everly..

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

The Buddy Holly story


Ο Buddy Holly γεννήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου του 1936, στο Lubbock (Λούμποκ) του Τέξας, σαν Charles Hardin Holley. Το όνομα "Buddy" (φιλαράκος) του το έδωσαν γιατί ήταν καλός με όλους.
Η γεωγραφική θέση του Λούμποκ μας αφήνει να συμπεράνουμε πως, στα νεανικά του χρόνια, ο Holly θα πρέπει να άκουγε μεξικάνικη μουσική, μουσική των μαύρων και από Hillbilly. Τούτη η μουσική πολυμορφία αποδείχτηκε αργότερα ζωτικής σημασίας για την ευελιξία που επρόκειτο να δείξει.

Στα πρώτα νεανικά του χρόνια άρχισε να μαθαίνει βιολί, αλλά σύντομα προτίμησε την κιθάρα. Έδειξε από νωρίς ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μουσική country και έεώ πήγαινε ακόμα σχολείο είχε το δικό του σώου στον τοπικό ραδιοσταθμό KDAV Τον συνόδευε τότε ο Bob Montgomery και το 1954 οι δυό τους γράψανε μερικούς δοκιμαστικούς δίσκους country που κυκλοφορήσανε μετά το θάνατο του Ηοlly σαν «Holly In the Hills».

Μαζί με τον μπασίστα Larry Welborn, ο Holly και ο Montgomery εμφανίζονταν που και που σαν «τοπικά ταλέντα», όταν κάποιο περιοδεύον σώου επισκεπτότανε την πόλη τους. Μετά απ’ αύτές τις εμφανίσεις, και με τη βοήθεια του ντίσκ-τζόκεϋ του KDAV, Dave Stone, του μάνατζερ του Νάσβιλ, Eddie Crandall και του μουσικού εκδότη Jim Denny, ο Buddy Holly υπόγραψε συμβόλαιο το 1956 με την εταιρία Decca για να γράψει μερικούς δίσκους στο Νάσβιλ. Κυκλοφορήσανε δυό χωρίς καμμιά επιτυχία και προτού λήξει το συμβόλαιό του με τη Decca, ο Ηοlly άρχισε να ψάχνει γι’ αλλού, ξέροντας πως δεν θα ανανεωνότανε.

Μολονότι η Decca δεν επιφύλαξε καμμιά ιδιαίτερη περιποίηση για τον Holly (δεν πρόσεξε ιδιαίτερα τη δουλειά του - τον πλασάρισε όπως θα πλασάριζε οποιονδήποτε άλλο νεαρό φερέλπιδα), τούτες οι πρώτες ηχογραφήσεις είχανε σαν αποτέλεσμα δυο κλασσικά κομμάτια του Holly: τα «Midnight Shift» και «Rock Around With Ollie Lee».



Παράλληλα, ο Holly συνεργάστηκε με μουσικούς σαν τον
Sonny Curtis και τον Jerry Allison, που αργότερα θα παίζανε στους Crickets. Ο Allison και ο Holly ήτανε συμμαθητές στο σχολείο και συχνά είχανε παίξει μαζί σαν ντουέτο ντραμς-κιθάρας. Το 1955, όταν οι δυο τους άρχισαν να παίζουνε επαγγελματικά, ήταν ακόμα ασυνήθιστο να βρεις ντραμς σε ένα συγκρότημα country μουσικής.

Λίγο μετά την τελευταία ηχογράφησή του για τη Decca, ο Holly άρχισε να δουλεύει στο στούντιο του Norman Petty, στο Κλόβις του Νέου Μεξικού. Ο Petty, που ήταν επίσης αρχηγός μιας ορχήστρας ελαφράς μουσικής, είχε την ασυνήθιστη αρχή να χρεώνει με το τραγούδι, αντί με την ώρα - έτσι, οι μουσικοί μπορούσανε να δουλέψουνε με λιγότερη πίεση. Ο Holly, ο Allison και ο Welborn, μαζί με ένα τοπικό φωνητικό κουαρτέτο που περιλάμβανε το μελλοντικό μέλος των Crickets, Niki Sullivan, ηχογράφησαν τα «That’ ll Be The Day» και «I’ m Looking For Someone To Love» το Φλεβάρη του 1957. Ο Petty έδωσε πρώτα τα τραγούδια στην εταιρία Roulette στη Νέα Υόρκη, μια που η εταιρία αυτή είχε ήδη κυκλοφορήσει επιτυχίες με τους Buddy Knox και Jimmy Bowen, ηχογραφημένες στο στούντιό του. Η Roulette δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον κι’ έτσι τελικά ο Holly και οι Crickets υπόγραψαν συμβόλαιο με την Coral.



Το «That’ ll Be The Day» έφτασε στο νούμερο 3 στην Αμερική και το νούμερο 1 στην Αγγλία και το ακολούθησε, με σχεδόν παρόμοια επιτυχία, το «Oh, Boy» με φλιπσάιντ το «Not Fade Away». Σ’ αυτή την περίοδο, ο Joe Mauldin είχε γίνει ο μπασίστας των Crickets, με τον Niki Sullivan στη ρυθμική κιθάρα.





Προτού περάσει πολύς καιρός, ο Petty, που είχε αναλάβει καθήκοντα μάνατζερ, άρχισε να ηχογραφεί τον Holly τόσο σαν σόλο καλλιτέχνη, όσο και με τη συνοδεία των Crickets - άσχετα αν σ’ όλες σχεδόν τις ηχογραφήσεις οι μουσικοί ήτανε οι ίδιοι. Ή πρώτη επιτυχία του Holly με το δικό του όνομα μόνο ήταν το «Peggy Sue», στα τέλη του 1957, και ακολουθήθηκε, στην Αγγλία, από το «Listen To Me» και στις δυο χώρες, τα “Rave On” και το κομμάτι του Bobby Darin, “Early In The Morning”.

Το τραγούδι αρχικά ονομαζόταν "Cindy Lou", από το όνομα της ανιψιάς του Buddy. Ο τίτλος άλλαξε αργότερα σε «Peggy Sue» που ήταν το όνομα της φίλης του Jerry Allison (και μέλλουσας συζύγου του), Peggy Sue Gerron, με τον οποίο τα είχαν πρόσφατα χαλάσει.



Το «Peggy Sue» ανέβηκε μέχρι το νούμερο 3 του αμερικάνικου τοπ και μέχρι το νούμερο ό του αγγλικού, το «Listen To Me» έφτασε το νούμερο 16 του αγγλικού τοπ, το “Rave On” ανέβηκε μέχρι το νούμερο 5 στην Αγγλία και το «Early In The Morning» έφτασε το νούμερο 17 του αγγλικού τοπ. Στο μεταξύ, μέχρι το 1958, ο Holly είχε αρχίσει να ηχογραφεί, τόσο στη Νέα Υόρκη όσο και στο Κλόβις, χωρίς τους Crickets.



Μετά από μια περιοδεία στην Αγγλία μέσα στο 1958 με τους Crickets, ο Holly παντρεύτηκε τη Maria Elena Santiago και εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Οι υπόλοιποι Crickets δεν ήθελαν να μείνουν στην αμερικάνικη μεγαλούπολη και έτσι χώρισαν οριστικά από τον Holly. Ο Petty προσπάθησε να διευρύνει την καριέρα του Holly και έτσι τον έβαλε να ηχογραφήσει με την ορχήστρα του Dick Jacobs. Το πιο σημαντικό κομμάτι από αυτή τη συνεργασία ήταν το «It Doesn’t Matter Anymore», (το έγραψε ο Paul Anka) που έφτασε μέχρι το νούμερο 1 στην Αγγλία και το νούμερο 13 στην Αμερική.

Το συγκρότημα που συνόδευε τώρα τον Holly στις ζωντανές εμφανίσεις του περιλάμβανε τον Tommy Allsup, που είχε φέρει παλαιότερα ο Holly στους Crickets για να παίξει λήντ κιθάρα (ο ίδιος ο Holly, αντίθετα μ’ ότι νομίζουν πολλοί, δεν έπαιζε λήντ κιθάρα σε όλους τους δίσκους του). Άλλοι σημαντικοί μουσικοί με τους οποίους δούλευε ο Holly τούτη την περίοδο περιλαμβάνανε τον σαξοφωνίστα King Curtis και το νεαρό Waylon Jennings, που ο Holly έκανε την παραγωγή του πρώτου του σόλο δίσκου, «Jole Blon».







Στις αρχές του 1959, η καριέρα του Buddy Holly βρισκότανε σ’ ένα περίεργο σημείο. Παρά τις πρώτες επιτυχίες του, τόσο σαν σόλο καλλιτέχνη, όσο και με τους Crickets και παρά τις επίπονες προσπάθειες που κατέβαλε για να αγκαλιάσει ακόμα πιο σφιχτά την επιτυχία, τίποτε δεν έδειχνε πως, εμπορικά τουλάχιστον, θα κατάφερνε να ξεχωρίσει από τους δεκάδες άλλους ερμηνευτές του ροκ της εποχής του. Είναι πολύ πιθανό πως, αν ζούσε, θα κατόρθωνε να προσφέρει κάτι το διαφορετικό και να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο τη φήμη του που, έτσι κι’ αλλιώς, πήρε γιγαντιαίες διαστάσεις μετά το θάνατό του.

Ο Buddy Holly σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα στις 3 Φλεβάρη του 1959, μαζί με τους Ritchie Valens και Big Bopper. Το αεροπλάνο τους έγινε κομμάτια λίγο μετά την απογείωσή του από το αεροδρόμιο του Μαίηζον (Αιόβα) με προορισμό τις πόλεις Κλήαρ Λαίηκ και Φάργκο, όπου ο Holly θα εμφανιζότανε μαζί με τους άλλους καλλιτέχνες. Λίγο πριν πεθάνει, ο δίσκος του «Heartbeat» είχε μπει στο αμερικάνικο τοπ -100 και, από ότι φαινότανε, δεν θα πήγαινε πολύ ψηλότερα από τις χαμηλότερες θέσεις του - σημάδι της πτώσης της δημοτικότητάς του.

Μετά το θάνατό του, ωστόσο, ο Petty άρχισε να κυκλοφορεί δίσκους που είχε ηχογραφήσει παλαιότερα ο Holly και που δεν είχανε κυκλοφορήσει - με πρώτο τον «It Doesn’t Matter Anymore»/ «Raining In My Heart», που όπως είπαμε έφτασε το νούμερο 1 του εγγλέζικου και το νούμερο 13 του αμερικάνικου τοπ, το Μάρτη του 1959. Από κει και μετά ακολούθησε, μέχρι το 1963, μια αλυσίδα από επιτυχίες: ο κόσμος είχε ανακαλύψει τον Buddy Holly, αλλά κάπως αργά για τον ίδιο...
Στις επιτυχίες αυτές περιλαμβάνονται τα «Peggy Sue Got Married», “Baby I Don’t Care”, “Reminiscing”, “Brown Handsome Man”, “Bo Didley”, “Wishing”.









Η έγκυος γυναίκα του Χόλι, χήρα μετά από μόλις έξι μήνες γάμου, απέβαλε αμέσως μετά, τερματίζοντας έτσι το μέρος του οικογενειακού δέντρου του Holly. Η αποβολή αυτή φέρεται να οφείλεται σε «ψυχολογικά τραύματα».

Η María Elena Holly δεν παρέστη στην κηδεία, και ποτέ δεν έχει επισκεφθεί το μνήμα. Είπε αργότερα το Avalanche-Journal:
«Κατά κάποιο τρόπο, κατηγορώ τον εαυτό μου. Δεν αισθανόμουν καλά όταν έφυγε. Ήμουν δύο εβδομάδων έγκυος, και ήθελα τον Buddy να μείνει μαζί μου, αλλά είχε προγραμματιστεί η περιοδεία. Ήταν η μόνη φορά που δεν ήμουν μαζί του. Και κατηγορώ τον εαυτό μου γιατί ξέρω ότι, εάν μόνο είχα πάει μαζί, ο Buddy δεν θα είχε πάρει το αεροπλάνο αυτό.

Το πρώτο τραγούδι προς τιμή των χαμένων μουσικών ήταν το "Three Stars" του Eddie Cochran. Αυτό το τραγούδι ηχογραφήθηκε μόλις μια μέρα μετά την καταστροφή.



Δώδεκα χρόνια αργότερα, το 1971, ο Don McLean κυκλοφόρησε ένα single, το "Pie American», σε ανάμνηση του θανάτου του Buddy Holly αλλά και περαιτέρω την απώλεια της αθωότητας των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Don McLean άρχισε την αναφορά στην τραγωδία ως «η ημέρα που η μουσική πέθανε» ("The Day the Music Died"), που από τότε έμεινε ως σλόγκαν.

Ο Holly είπε κάποτε: «Τα χρωστάμε όλα στον Elvis». Αμέτρητα αστέρια της δεκαετίας του ‘60 έχουνε ένα ανάλογο χρέος απέναντι στον Holly. Ήτανε ένας από τους δυο μεγάλους τραγουδιστές/συνθέτες/μουσικούς της μουσικής ποπ στη δεκαετία του ‘50 (ο άλλος είναι ο Chuck Berry). Ήτανε ένας πρωτοπόρος της σύνθεσης δυο κιθάρες/μπάσο/ντράμς, που αργότερα θα γινότανε τόσο δημοφιλής, με πρώτους πιστούς τους Beatles. Εκτός από τους Beatles, άλλοι που επηρεάστηκαν από τον Holly ήταν, μεταξύ άλλων : Elvis Costello, The Rolling Stones, Bob Dylan και Eric Clapton. Ένας 17χρονος Bob Dylan τον είχε δει σε συναυλία στις 31 Ιανουαρίου 1959, δύο μόλις βράδια πριν σκοτωθεί.

Το 2004, το περιοδικό Rolling Stone κατέταξε τον Holly στην θέση 13 μεταξύ των "Πενήντα Μεγαλύτερων Καλλιτεχνών Όλων των Εποχών".

Σχεδόν οτιδήποτε που μπορεί να πει ένα ποπ τραγούδι ειπώθηκε από τον 22χρονο Holly πάνω από δυο δεκαετίες πριν. Η μεγάλη επιρροή του, τόσο στην αμερικάνικη όσο και στην αγγλική μουσική σκηνή, είναι κάτι το αναμφισβήτητο και είναι τραγική ειρωνεία το γεγονός πως ο Holly δεν έζησε για να δει τα τραγούδια του να αποκτούν την εμπορικότητα που πάντοτε ονειρευότανε και τους εκατοντάδες σύγχρονους καλλιτέχνες που αναφέρουνε σήμερα με σεβασμό το όνομά του.

Το Hollywood ασχολήθηκε με την ιστορία της ζωής του Holly με την ταινία ‘The Buddy Holly Story’ με τον Gary Busey ως Holly ο οποίος έλαβε υποψηφιότητα για Όσκαρ (για την ταινία βλέπε ΕΔΩ). Η ταινία επικρίθηκε ευρέως από την ροκ κοινότητα και τους φίλους και την οικογένειά του Holly για τις ανακρίβειες του.



Αυτό οδήγησε τον Paul McCartney να φτιάξει το δικό του ντοκιμαντέρ για τον Holly το 1985, με τίτλο ‘The Real Buddy Holly Story’, με συνεντεύξεις των Keith Richards, Phil και Don Everly, Sonny Curtis, Jerry Allison, οικογένεια Χόλι, McCartney και του ίδιου, μεταξύ άλλων.

Το 1987, ο Marshall Crenshaw έκανε τον Buddy Holly στην ταινία ‘La Bamba’ (βλ. ΕΔΩ).





Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

The James Burton story


Ο James Burton, που είναι πιο γνωστός ως ο κιθαρίστας του Elvis (1969 - 1977), έχει αναγνωρισθεί ως ένας από τους καλύτερους κιθαρίστες στο χώρο της ροκ μουσικής.
Είναι γνωστός και με το όνομα
‘Master of the Telecaster’.





Ο James Burton γεννήθηκε στις 21 Αυγούστου του 1939, στο Dubberly της Louisiana. Η γυναίκα του Burton είναι η Louise Burton.

Από τη δεκαετία του 1950, εκτός από τον Elvis Presley, ο Burton έχει συνεργαστεί και έχει ηχογραφήσει με πολλούς γνωστούς τραγουδιστές, όπως : Bob Luman, Dale Hawkins, Ricky Nelson, Johnny Cash, Merle Haggard, Glen Campbell, John Denver, Gram Parsons, Emmylou Harris, Jerry Lee Lewis , Claude King, Elvis Costello, Joe Osborn, Roy Orbison, Joni Mitchell, Vince Gill, Suzi Quatro και Allen "Puddler" Harris.

Αυτοδίδακτος, ο Burton ξεκίνησε να παίζει κιθάρα από την παιδική του ηλικία. Στην ηλικία των δεκατριών, έπαιζε ήδη ημι-επαγγελματικά. Ένα χρόνο αργότερα προσελήφθη ως μέρος της ζώνης του προσωπικού της δημοφιλούς ραδιοφωνικής εκπομπής Louisiana Hayride στο Shreveport. Ενώ ήταν ακόμα έφηβος, ο Burton άφησε το Shreveport για το Λος Άντζελες, όπου εντάχθηκε στο συγκρότημα του Ricky Nelson.





Στο Λος Άντζελες ο Burton έκανε πολυάριθμες ηχογράφησε και με άλλους καλλιτέχνες. Έπαιξε σόλο κιθάρα στο "Susie Q" του Dale Hawkins το 1957, ένα τραγούδι που μπήκε στα 500 τραγούδια του Rock and Roll Hall Fame που διαμόρφωσαν το Rock and Roll.

Ο Burton έπαιξε κιθάρα σε όλες τις ηχογραφήσεις του Ρικ Νέλσον μεταξύ του 1958 και του 1967. Το 1965 άρχισε να εργάζεται για την τηλεοπτική εκπομπή ‘Shindig!’ και άφησε τελικά την μπάντα του Νέλσον δύο χρόνια αργότερα.



Καθώς έγινε πιο γνωστός μέσα από την τηλεόραση συνεργαζόταν συνεχώς με μια τεράστια ποικιλία καλλιτεχνών. Λόγω του όγκου της εργασίας, ο Μπάρτον απέρριψε μια προσφορά να ενταχθεί στην μπάντα με την οποία θα περιόδευσε ο Bob Dylan, και μία άλλη προσφορά να παίξει στο 1968 comeback TV special του Elvis Presley.

Το άγαλμά του έξω στο Shreveport.

Το 1969, ο Presley ζήτησε και πάλι από τον Burton να ενταχθεί στο show του στο Λας Βέγκας, και αυτή τη φορά ο Burton συμφώνησε. Ο Burton σχημάτισε την TCB και έπαιξε μαζί με τον Presley από το 1969 μέχρι το θάνατό του το 1977. Ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα των live shows του Elvis σε αυτήν την περίοδο η προτροπή του, “Play it, James”, ως το σύνθημα για το σόλο της κιθάρας του Burton.





Στη συνέχεια ο Burton έπαιξε με τους John Denver, Merle Haggard, Gram Parsons, Rodney Crowell, Emmylou Harris, Jerry Lee Lewis, Elvis Costello κ.α, ενώ έπαιξε και στο live του Roy Orbison (A Black and White Night) του 1987.
Εδώ σολάρει με τον Bruce Springsteen. Μαζί τους οι: Ronnie Tutt, Jerry Scheff, Glen D Hardin, (από την TCB band), Jackson Browne, T Bone Burnett, Elvis Costello, Bonnie Raitt, Tom Waits και άλλοι.



JAMES BURTON LIVE AT ALFRED'S ELVIS WEEK 2007

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Elvis (1979) full movie



Καλή χρονιά!
Χρόνια πολλά Elvis! (8/1/1935)

Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Elvis (1979) κυκλοφόρησε η τηλεοπτική σειρά
‘Elvis’ από τον John Carpenter, έχοντας ως πρωταγωνιστή τον Kurt Russell. Η ταινία τελειώνει το 1969 και δεν απεικονίζει τα τελευταία χρόνια της ζωής και της καριέρας του Presley.

Ήταν επίσης η πρώτη φορά που ο Carpenter συνεργάστηκε με τον Russell, ο οποίος έγινε τακτικός συνεργάτης του. Ο Russell στη συνέχεια πρωταγωνίστησε στο Escape from New York (1981), The Thing (1982), Big Trouble in Little Κίνα (1985), και στο Escape from LA (1996).

Το αξιοσημείωτο είναι ότι ο Kurt Russell είχε συναντήσει τον Presley και είχε παίξει στην ταινία ‘It Happened at the World's Fair’(1963). Στην ταινία, ο Presley θέλει να συναντήσει μία νοσοκόμα και πληρώνει ένα νεαρό αγόρι (Ράσελ) να τον κλωτσήσει στο κνήμες. Αργότερα στην ταινία, ο νεαρός βλέπει τον Presley και τη νοσοκόμα μαζί σε ραντεβού και ρωτά τον Presley, αν μπορεί να τον κλωτσήσει και πάλι για τα χρήματα.

Η κινηματογραφική συμμετοχή του Russell με τον Presley περιλαμβάνει επίσης το ντουμπλάρισμα της φωνής ενός νεαρού Presley στην ταινία Forrest Gump ενώ εμφανίζεται και ως μιμητής του Presley στην ταινία
‘3000 Miles to Graceland’ (φωτο κάτω).

Ο τραγουδιστής της country Ronnie McDowell είναι στα φωνητικά για μια σειρά που εκτελεί ο Russell στην ταινία.

Αν και ο Kurt Russell δεν μοιάζει με τον Elvis στην πραγματική ζωή, ο ίδιος αγωνίστηκε και κατάφερε να τον μιμηθεί στην φωνή, την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά.

Ο Russell ήταν υποψήφιος για βραβείο Emmy για την ερμηνεία του ως Presley. Ο Russell θα παντρευτεί αργότερα την συμπρωταγωνίστριά του Season Hubley στις 17 Μαρτίου 1979. Αργότερα χώρισαν. Ο Bing Russell, ο οποίος έπαιξε τον Vernon Presley, τον πατέρα του βασιλιά της ροκ, είναι ο πραγματικός πατέρας του Kurt Russell.

Τέλος, μετά από περισσότερο από τρεις δεκαετίες, στην 75η επέτειο από τη γέννηση του Presley, το ‘Elvis’ κυκλοφόρησε για πρώτη φορά σε DVD και Blu-ray. Να δούμε πότε και αν θα έρθει στην Ελλάδα.

Στο ELVIS: The Movie, ο Βασιλιάς είναι έτοιμος να επιστρέψει στη σκηνή της ιστορικού comeback show του στο Las Vegas, αλλά κάτι διακόπτει την επιστροφή του Elvis - μια απειλή θανάτου στη βραδιά των εγκαινίων! Μόνος στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, ο Elvis ξαναθυμάται το παρελθόν του, ένα εκατομμύριο μίλια μακριά. Θυμάται την επαναστατική νεανική του ηλικία στο Humes High School στο Tupelo του Mississippi, τις πρώτες μέρες του στο Μέμφις, στη συνέχεια, την εκπληκτική άνοδό του σε φήμη και περιουσία και τον ένα αληθινό έρωτα της ζωής του ... την Priscilla.

1.


2.


3.


4.


5.


6.


7.


8.


9.


10.


11.


12.



13.



14.



15.


16.


17.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

The Cliff Richard story



Ο Cliff Richard ήταν ο πιο σημαντικός καλλιτέχνης που ξεπήδησε στην Αγγλία στη δεκαετία του ‘50 και επηρέσε δεκάδες άλλους μουσικούς. Ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ευρώπη (και στην Ελλάδα) αν και ποτέ του δεν μπόρεσε να «πιάσει» στην Αμερική, ο Richard χαρακτηρίστηκε αρχικά σαν η απάντηση των Άγγλων στον Elvis Presley αλλά αργότερα, όπως κι ο Elvis, θα έριχνε αρκετό νερό στο κρασί του με αποτέλεσμα να θεωρείται ένας από τους πιο επιτυχημένους εμπορικά εκτελεστές της σώου μπίζνες.

Γεννήθηκε σαν Harry Rodger Webb στο Λάκναου (Lucknow), της Ινδίας στις 14 Οκτωβρίου του 1940 και σαν γύρισε η οικογένειά του στην Αγγλία ήταν οκτώ χρονών. Εγκατασταθήκανε στο Τάεσχαντ του Χερντφορντσάιρ και ο μικρός Harry γράφτηκε στο τοπικό σχολείο, όπου τραγουδούσε με ένα φωνητικό συγκρότημα, τους Quintones - δυό αγόρια και τρία κορίτσια.

Το 1957 είδε τον Bill Haley σε μια εμφάνισή του στο Λονδίνο και, τελειώνοντας το σχολείο την ίδια χρονιά, μπήκε σ’ ένα συγκρότημα skiffle που είχε σχηματίσει ο Dick Teague. Η φιλοδοξία του Webb να σχηματίσει ένα συγκρότημα rock and roll, τον έκανε να εγκαταλείψει σύντομα τους Dick Teague Skiffle Group, παίρνοντας μαζί του το γείτονά του και ντράμμερ του συγκροτήματος, Terry Smart. Με τον ο Webb είχε μάθει λίγη κιθάρα και έτσι, με τον Smart στα ντραμς και ένα άλλο παιδί της περιοχής, τον Ken Pavey, σχημάτισε τους Drifters (καμμιά σχέση με το διάσημο μαύρο αμερικάνικο συγκρόημα). Το συγκρότημα απόκτησε μεγάλη δημοτικότητα στην περιοχή και έπαιξε μερικές φορές στο περίφημο κλάμπ «Two Is», στο Σόχο του Λονδίνου. Παίζοντας εκεί, ένα βράδυ, συναντηθήκανε με τον Ian ‘Sammy’ Samwell που προστέθηκε κι’ αυτός στη σύνθεση.

Καθώς οι Drifters γίνονταν όλο και περισσότερο δημοφιλείς και ο Webb ασχολιόταν όλο και περισσότερο με το τραγούδι, πιστεύανε πως θα ήτανε σκόπιμο να αλλάξουνε το όνομα του συγκροτήματος για να μη μοιάζει μ’ αυτό του αμερικάνικου γκρουπ. Ο John Foster πού έκλεινε χώρους για εμφανίσεις για το συγκρότημα στο Λονδίνο, πρότεινε ο Harry Webb να αλλάξει το όνομά του σε Cliff Richard - έτσι το γκρουπ συνέχισε σαν Cliff Richard and the Drifters.

Σαν μάνατζερ βρέθηκε τελικά ο George Canjou, που τους εξασφάλισε εμφανίσεις τεσσάρων εβδομάδων στην κατασκήνωση Holiday Camp του Μπάτλιν και τους έπεισε να ηχογραφήσουνε ένα δοκιμαστικό δίσκο (το ‘Breathless’, με φλιπ το‘Lawdy Miss Clawdy’) που έστειλε στον Norrie Paramor, υπεύθυνο νέων ταλέντων στην εταιρία της ΕΜI, την Columbiaι. Ο Paramor έμεινε ικανοποιημένος από τον ήχο του συγκροτήματος και αποφάσισε να το βάλει να ηχογραφήσει το ‘Schoolboy Crash’ του Bobby Helms. Η δεύτερη πλευρά περιλάμβανε ένα γρήγορο κομμάτι που είχε γράψει ο Ian Samwell, με τίτλο Move It.

Ο δίσκος έφτασε στο τηλεοπτικό σώου του Jack Good ‘Οh, Boy!». Ο Good συμφώνησε να παρουσιάσει το γκρουπ, αλλά ζήτησε από τον Richard να εγκαταλείψει τις μιμήσεις του Elvis - να κόψει τις φαβορίτες του και να εγκαταλείψει την κιθάρα που φορούσε περασμένη γύρω από το λαιμό του αλλά δεν έπαιζε σχεδόν ποτέ.

Στις 15 Σεπτέμβρη του 1958, ο Richard και οι Drifters πραγματοποιήσανε την πρώτη τους εμφάνιση στο «Oh Boy!» και, δύο βδομάδες αργότερα, το ‘Move It’, που στο μεταξύ είχε προωθηθεί σαν πρώτη πλευρά, μπήκε στα εγγλέζικα τοπς για να φτάσει τελικά το νούμερο 2.

Το "Move It" θεωρείται το πρώτο αυθεντικό βρετανικό rock and roll τραγούδι και ο John Lennon είχε πει ότι πριν από τον Cliff και τους Shadows δεν υπήρχε τίποτα που να αξίζει στην βρετανική μουσική.

Οι Drifters αλλάξανε τελικά το όνομά τους - για να αποφύγουνε τη σύγχυση με το αμερικάνικο συγκρότημα σε Shadows και το 1959 περιλαμβάνανε στη σύνθεσή τους Bruce Welch, Jet Harris, Tony Meehan και Hank Marvin. Ο Samwell είχε φύγει από το γκρουπ για να αφοσιωθεί στη σύνθεση και - αργότερα - στην παράγωγή.

Από την αρχή, όλοι συγκρίνανε τον Richard με τον Elvis Presley - και μολονότι δεν υπήρχανε πολλά κοινά σημεία, είναι γεγονός πως οι πρώτοι δίσκοι του Άγγλου καλλιτέχνη, όπως το ‘Move It’, τοHigh Class Baby και το πρώτο του άλμπουμ «Cliff», έχουνε μεγάλη ενεργητικότητα και αποδεικνύουνε πως, αντίθετα με μερικούς άλλους Άγγλους καλλιτέχνες που προσπαθήσανε άδικα να παραστήσουνε το αστέρι του rock and roll - όπως ο Tommy Steele λόγου χάρη ό Richard καταλάβαινε το ροκ.

Αν και τα ‘Move It’ και ‘High Class Baby’ είναι αυθεντικά δυναμικά rock and roll κομμάτια, για μένα το κορυφαίο του Cliff Richard είναι το "Choppin' 'n' Changin'", από το δίσκο ‘Me and My Shadows’ του 1960.

Από το ‘Move It’ μέχρι σήμερα, ο Richard ηχογράφησε μια σειρά από πάνω από 55 επιτυχίες, ρεκόρ σχεδόν απλησίαστο για την αγγλική πραγματικότητα. Ο δεύτερος μικρός δίσκος του ήτανε το ‘High Class Bay’, που έφτασε μέχρι το νούμερο 7, μέσα στο 1957, ενώ την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησε ο τρίτος του μικρός δίσκος, το ‘Never Mind/ Mean Streak’ που ανέβηκε μέχρι το νούμερο 8 και δυο ακόμα σινγκλς που σκαρφαλώσανε και τα δυο στην πρώτη θέση του εγγλέζικου τοπ - τα ‘LivinDoll’ και ‘TravellinLight’.

Μέσα στο 1959, επίσης, ο Richard πήρε ένα μικρό ρόλο στην ταινία ‘Serious Charg’ τραγουδώντας τρία τραγούδια - μεταξύ τους και το ‘LivinDoll’. Το κομμάτι αυτό πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα και, πέρα από την πρώτη θέση που κατάλαβε στην Αγγλία, έφτασε μέχρι το νούμερο 30 στο αμερικάνικο τοπ - τη μεγαλύτερη θέση που έχει κερδίσει ποτέ στην Αμερική ο Άγγλος καλλιτέχνης, με την εξαίρεση του ‘Dene Woman’ του 1976 (τoπ-20 στην Αμερική). Το 1960 έκανε περιοδεία στην Αμερική με μικρή επιτυχία και εμφανίστηκε στο φιλμ ‘Expresso Bongo’, ενώ την ίδια χρονιά μπήκανε στο εγγλέζικο τοπ οι μικροί δίσκοι του ‘A Voice In the Wilderness’ (νούμερο 2), «Expresso Bongo’, ‘Fail With Love You / Willie’ (νούμερο 2), ‘Please Dont Tease’ (νούμερο 1), ‘Nine Times Out Of Ten’ (νούμερο 2) και ‘I Love You’ (νούμερο 2).

Από κει και έπειτα, ο Cliff Richard όπως κι’ ο Elvis Presley, φάνηκε να χάνει την ενεργητικότητα και το δυναμισμό του και, εκμεταλλευόμενος τη ζεστή φωνή του, παρουσίασε βασικά δίσκους που ικανοποιούσαν τους νέους, αλλά δεν προκαλούσαν άσχημα αισθήματα στους μεγαλύτερους (με ελάχιστες εξαιρέσεις). Παράλληλα, όπως ο Presley, ο Richard γύρισε μια σειρά από ταινίες (συνήθως καλύτερες, ποιοτικά, από του Elvis) μια από τις οποίες (το ‘Summer Holiday’) γυρίστηκε στην Ελλάδα.



Το 1968, εκπροσώπησε την Μ. Βρετανία στο διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision με το "Congratulations", αλλά έχασε με μόλις ένα βαθμό από την Ισπανία και το «La La La».

Συνολικά, ο Richard έχει κερδίσει μέχρι σήμερα τέσσερις χρυσούς δίσκους και 21 ασημένιους. Είχε κατά καιρούς δικό του σώου στην τηλεόραση και θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο «καθιερωμένα» ονόματα της σύγχρονης μουσικής - ένας πραγματικός θεσμός.

Ο Richard έγραψε και πολλά gospel τραγούδια και από νωρίς έκανε γνωστή την χριστιανική του πίστη. Αγγλικανός στο θρήσκευμα, ο Richard, το 1964, άρχισε να συμμετέχει ενεργά στα της πίστης. Μάλιστα, αρχικά, πίστευε ότι έπρεπε να κόψει το rock and roll και ότι δεν μπορούσε πλέον να είναι ο rocker που τον είχαν ονομάσει «επιδειξία» και «πολύ σέξι για την τηλεόραση» και «απειλή για τους γονείς». Μετά την αλλαγή του ο Richard ήθελε να αλλάξει τους τρόπους του και να γίνει δάσκαλος, αλλά οι χριστιανοί φίλοι του τον συμβούλευσαν να μην εγκαταλείψει την καριέρα του μόνο και μόνο επειδή είχε γίνει Χριστιανός. Λίγο μετά, ο Richard επανεμφανίστηκε, μαζί με χριστιανικά γκρουπς και ηχογράφησε κάποιο χριστιανικό μουσικό υλικό. Ηχογράφησε ακόμα κάποια ‘κοσμικά’ τραγούδια με τους Shadows, αλλά ήδη αφιέρωνε πολύ χρόνο του σε χριστιανικές δραστηριότητες, ενώ είχε ακολουθήσει τον διάσημο ευαγγελιστή Billy Graham στις εξορμήσεις του. Με το πέρασμα του χρόνου ο Richard βρήκε μία ισορροπία μεταξύ της πίστης και της δουλειάς του.

Ο Richard χρίστηκε ιππότης από την Βασίλισσα στις 25 Οκτωβρίου 1995 και ήταν ο πρώτος ροκ σταρ που έλαβε αυτή τη τιμή (ο Bob Geldof έλαβε και αυτός τον τιμητικό τίτλο του ιππότη εννέα χρόνια νωρίτερα, αλλά επειδή δεν είναι Βρετανός , αλλά Ιρλανδός, δεν του επιτρέπεται να χρησιμοποιεί τον τίτλο ‘Sir’).

Ένα νέο άλμπουμ από τον Richard και τους Shadows κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 2009. Έχοντας τον τίτλο Reunited’, ήταν η πρώτη τους δουλειά σε studio μετά από σαράντα χρόνια. Στα 28 κομμάτια υπάρχουν 25 νέες ηχογραφήσεις των προηγούμενων κλασικών τους επιτυχιών, με τρία "νέα" κομμάτια, εκείνης της εποχής, το "Singing the Blues", το "C'mon Everybody" και το "Sea Cruise".

Αν και ποτέ δεν παντρεύτηκε, ο Richard σπάνια έζησε μόνος του. Για πολλά χρόνια ζούσε με το διευθυντή του, Bill Latham, και με τη φίλη του Latham. Τώρα ζει με ένα πρώην καθολικό ιερέα, τον John McElynn, που είναι manager της περιουσίας του Ρίτσαρντ μένει στο σπίτι και φροντίζει τα ακίνητα, όταν ο Richard λείπει. Ο Richard περιγράφει τον McElynn ως ένα 'στενό φίλο' ο οποίος έχει γίνει σαν σύντροφος, ενώ έχει αρνηθεί ότι είναι ομοφυλόφιλος, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει.