Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

The Janis Martin story


Η Janis Martin ήταν μία από τις λίγες γυναίκες που έκαναν επιτυχία στον ανδροκρατούμενο χώρο της rock and roll και rockabilly μουσικής, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Στην Martin δόθηκε το παρατσούκλι «ο θηλυκός Elvis» (‘Female Elvis’) για τις χορευτικές της κινήσεις στη σκηνή, που έμοιαζαν με αυτές του Elvis Presley.

Η Janis Darlene Martin γεννήθηκε στις 27 Μαρτίου 1940 στο Sutherlin της Βιρτζίνια των ΗΠΑ. Η μητέρα της ήταν θεατρίνα και ο πατέρας της και ο θείος της ήταν και οι δύο μουσικοί.

Πριν συμπληρώσει τα έξι, η Μάρτιν ήδη τραγουδούσε και έπαιζε κιθάρα, εμπνευσμένη από τον Eddy Arnold και τον Hank Williams. Το ταλέντο της φάνηκε σύντομα και άρχιζε να κερδίζει βραβεία σε διάφορους διαγωνισμούς.

Εμφανίστηκε στο Old Dominion Barn Dance του WRVA σε ηλικία 11 ετών.

Όταν έφτασε στα μέσα της εφηβείας της, άρχισε να εμφανίζεται με γνωστούς τραγουδιστές της country, όπως ο Eddy Arnold, ο θρυλικός Hank Williams, The Browns και o Jim Reeves. Σύντομα ισχυρίστηκε κουράστηκε από την country μουσική και ξεκίνησε την καριέρα της στο rock and roll.

Ηχογράφησε το "Will You Willyum" και το έστειλε στην RCA Records, η οποία την προσκάλεσε για μια ηχογράφηση.

Στην ηλικία των 15 ετών, η Μάρτιν υπέγραψε με την RCA μόλις δύο μήνες μετά αφότου ο Elvis Presley υπέγραψε με την εταιρία.

Το 1956 η Martin με το "Will You Willyum" έκανε το ντεμπούτο της με την RCA, με το "Drugstore Rock'n Roll" στην δεύτερη πλευρά. Το τραγούδι έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία της καριέρας της, πουλώντας 750.000 δίσκους και ανεβαίνοντας στα charts της country και της ποπ.

Σύντομα η Μάρτιν εμφανίστηκε στο American Bandstand, The Today Show and the Tonight Show. Εμφανίστηκε επίσης στο Jubilee USA και στο Grand Ole Opry στο Nashville του Tennessee. Το Billboard την ονόμασε την περισσότερο ελπιδοφόρα τραγουδίστρια της χρονιάς.

Ο Presley και η RCA ήταν τόσο εντυπωσιασμένοι με τη σκηνική της παρουσία, που την ονόμασαν «θηλυκό Elvis». Ο ίδιος ο Presley έστελνε μια ντουζίνα τριαντάφυλλα στην Μάρτιν όταν εμφανιζόταν στα στούντιο της RCA Records στο Μαϊάμι της Φλόριντα. Επιλέχτηκε από την RCA να περιοδεύει ως μέλος του show του Jim Reeves και συνέχισε να γράφει rock and roll και country δίσκους με επιτυχίες όπως "My Boy Elvis","Let's Elope Baby", "Oooby Dooby" (του Roy Orbison) και "Love Me to Pieces".

Η Martin είχε παντρευτεί κρυφά το φίλο της το 1956, και έμεινε έγκυος όταν τον επισκέφτηκε ενώ υπηρετούσε στο στρατό στο εξωτερικό. Η εφηβική εγκυμοσύνη της έκανε την RCA να την διώξει το 1958. Παρά το γεγονός ότι άλλες εταιρίες όπως η Although King Records και η Decca Records έδειξαν ενδιαφέρον, υπέγραψε με μια βελγική εταιρεία, την Palette, το 1960.

Το 1960, η Μάρτιν είχε παντρευτεί δεύτερη φορά και ο σύζυγός της απαίτησε να εγκαταλείψει την μουσική βιομηχανία. Στη δεκαετία του 1970, άρχισε να παίζει πάλι με τη νεοσυσταθείσα μπάντα της, τους‘The Variations’ ως "Janis Martin & The Variations". Έπαιζε η ίδια σαξόφωνο, ρυθμική κιθάρα, όργανο και ο γιος ντραμς.

Η Martin περιόδευσε σε όλη την Ευρώπη την δεκαετία του ‘70 ως μέρος της αναβίωσης του rockabilly, ενώ το 1979 η RCA κυκλοφόρησε τέσσερα παλιά τραγούδια της Martin.

Η Martin πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου του 2007.


Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Diz and the Doormen


Με επικεφαλής τον Βρετανό πιανίστα / τραγουδιστή Diz Watson, οι Diz and the Doomen εισήγαγαν τους ήχους της Νέας Ορλεάνης στην βρετανική R & B και rock σκηνή της Βρετανίας στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Το πρώτο άλμπουμ τους που κυκλοφόρησε το 1981, το περίφημο Bluecoat Man (το πρωτότυπο είναι του Eddie Boyd) είχε την συμμετοχή του γεννημένου στη Νέα Ορλεάνη σαξοφωνίστα Lee Allen και του τρομπετίστα Roger Lewis της Dirty Dozen Brass Band και περιελάμβαναν κλασικά κομμάτια της Νέας Ορλεάνης όπως το "Blow Wind Blow", το "Mardi Gras In New Orleans" και το "Sick And Tired".

Το ‘Bluecoat Man’ είναι αξεπέραστο τριάντα (!) χρόνια μετά. Δεν θα ξεχάσω την πρώτη φορά που το άκουσα. Μάλιστα μου πήρε πολλά χρόνια να μάθω ότι δεν προερχόταν από την χρυσή εποχή του ’50!

Οι Diz and the Doormen ήταν μία από τις πιο hot μπάντες στο Λονδίνο στις αρχές του ’80. Οι ‘θυρωροί’ (‘doormen’) δεν έπαιζαν μόνο ανακυκλωμένο R & B, αλλά είχαν απορροφήσει τη πεμπτουσία της μουσικής παράδοσης της Νέας Ορλεάνης, και του Professor Longhair ειδικότερα.

Η μπάντα του Ντιζ ήταν διαφορετική από τη μέση βρετανική R & B μπάντα. Η μουσική βασιζόταν στην Rhumba, ρυθμικά περίπλοκη και απηχούσε τους ήχους της Αφρική. Στην μπάντα συμμετείχαν ο ντράμερ Kieran O'Connor, ο μπασίστας Pete Scott, ο κιθαρίστας Craig Mackie και ο σαξοφωνίστας Pete Thomas.


http://www.myspace.com/dizandthedoormen