Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

The Chantays


Οι Chantays είναι το surf rock συγκρότημα που έγινε γνωστό στις αρχές της δεκαετίας του 1960, με το instrumental hit "Pipeline" (1963).

Δημιουργήθηκαν στην Santa Ana της Καλιφόρνια το 1961, όταν πέντε φίλοι από το σχολείο αποφάσισαν να φτιάξουν το δικό τους συγκρότημα. Τα μέλη ήταν : Bob Spickard, Brian Carman, Bob Welch, Warren Waters και Rob Marshall. Όλοι ήταν μαθητές στο Λύκειο της Santa Ana, όταν ένα τοπικό συγκρότημα που λεγόταν ‘The Rhythm Rockers’ ενέπνευσε τους πέντε να σχηματίσουν τους Chantays.

Τον Δεκέμβριο του 1962 η ομάδα ηχογράφησαν και κυκλοφόρησαν το «Pipeline», που έφτασε τελικά στο νο 4 στα Hot 100 τον Μάιο του 1963.

Δες και ΕΔΩ

Οι Chantays ηχογράφησαν το πρώτο τους άλμπουμ το 1963, επίσης, με τίτλο «Pipeline», που περιλάμβανε το "Blunderbus" και το "El Conquistador". Το επόμενο άλμπουμ τους ήταν το “Two Sides of The Chantays” το 1964. Η μουσική τους σε συνδύαζε ηλεκτρονικά keyboards και σερφ κιθάρα, δημιουργώντας ένα μοναδικό ghostly ήχο. Τα τραγούδια τους μπήκαν στα μουσικά charts σε όλο τον κόσμο και βοήθησαν να γίνει η surf μουσική γνωστή διεθνώς.

Οι Chantays περιόδευσαν στην Ιαπωνία και τις ΗΠΑ, μαζί με τους Righteous Brothers και τον Roy Orbison σε μερικές περιπτώσεις, και ήταν το μόνο rock and roll συγκρότημα που εμφανίστηκε στο Lawrence Welk Show (το video πιο πάνω).

Το "Pipeline" έγινε ένα πρότυπο surf rock hit. Το έπαιξαν στη συνέχεια πολλοί όπως: οι Ventures, ο Hank Marvin, ο Dick Dale με τη βοήθεια του Stevie Ray Vaughan (μία υπέροχη εκτέλεση που προτάθηκε για βραβείο Grammy από την ταινία 'Back to the Beach'), οι Anthrax, ο Johnny Thunders κ.α..

Το Pipeline έχει ακουστεί επίσης σε πολλές ταινίες, τηλεοπτικές εκπομπές και διαφημιστικά. Μία από αυτές είναι η ΘΡΥΛΙΚΗ ‘The Wanderers’.

Το Pipeline έχει καταγραφεί ως ένα από τα 500 τραγούδια που διαμόρφωσαν το Rock and Roll. Οι Chantays τιμήθηκαν από τον Δήμο της Santa Ana της Καλιφόρνια με το όνομα τους να δίνεται σε μία οδό, την Chantays Way.

Σήμερα οι Chantays συνεχίζουν ακόμα να παίζουν. Τα αρχικά μέλη του συγκροτήματος Bob Spickard, Brian Carman και Bob Welch μαζί με τα παλιά μέλη Gil Orr, Ricky Lewis και Brian Nussle, απαρτίζουν το συγκρότημα.

Ιστοσελίδα: http://www.thechantays.com/

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

The Ronnie Self story


Ο Ronnie Self γεννήθηκε στις 5 Ιουλίου του 1938 στην πόλη Tin Town του Missouri. Η καριέρα του σαν τραγουδιστής του rockabilly δεν ήταν ανεπιτυχής, παρά το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του και παρά το γεγονός ότι υπέγραψε συμβόλαιο με την Columbia και στη συνέχεια με την Decca από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 μέχρι τις αρχές του 1960.

Η μόνη του επιτυχία ήταν το "Bop-A-Lena" που ηχογραφήθηκε το 1957, κυκλοφόρησε το 1958, και έφτασε μέχρι το νο 68 στα charts του Billboard. Το άλλο γνωστό του κομμάτι "Ain't I'm a Dog" γνώρισε επιτυχία στο Νότο, αλλά απέτυχε για να γίνει γνωστό σε εθνικό επίπεδο.

Η ιστορία λέει ότι είναι ο πρώτος Rock ‘N’ Roll τραγουδιστής που υπέγραψε στην Columbia, παρά τις αντιρρήσεις της Κολούμπια που ισχυρίζεται ότι είναι ο Mitch Miller.

Ο Self ήταν ένας αγριάνθρωπος πάνω στη σκηνή. Σύμφωνα με την αδελφή του, Βίκυ, «Ξεκινούσε στο πολύ βάθος της σκηνής, έριχνε την κιθάρα στην πλάτη του και έτρεχε στο μικρόφωνο, το έπιανε και έπεφτε κάτω στο πάτωμα και έτσι τραγουδούσε το πρώτο τραγούδι. Έτσι ξεκινούσε. Δεν σταματούσε ποτέ να κινείται πάνω στη σκηνή ... Γύρναγε την πλάτη του στο κοινό και έβλεπε την μπάντα - αλλά ποτέ δεν στεκόταν. Ποτέ δεν είχε μιλήσει στο κοινό, αλλά έλεγε το ένα τραγούδι μετά το άλλο, και η μπάντα ποτέ δεν ήξερε ποιο θα πει. Έλεγε το "Roll Over Beethoven" και τραγουδούσε σε ροκ ρυθμούς πολλά country, όπως τραγούδια του Hank Williams, και δικές του μελωδίες. "

Αν και ταλαντούχος ερμηνευτής και τραγουδοποιός, η καριέρα του Self ήταν βεβαρημένη από εθισμό στο αλκοόλ και εριστική συμπεριφορά, καθώς και περιστατικά βίας. Ωστόσο, τα τραγούδια της Brenda Lee "I'm Sorry" and "Sweet Nothin's" που τα έγραψε ο Self έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως και το gospel τραγούδι "Ain't That Beautiful Singing", που ηχογράφησε ο Jake Hess, το οποίο βραβεύτηκε με Grammy για την Καλύτερη Ερμηνεία Θρησκευτικής Μουσικής το 1969.

Ο Self πέθανε στο Σπρίνγκφιλντ του Μισσούρι στις 28 Αυγούστου 1981.

«Γιατί ποτέ ο Ronnie Self δεν τα κατάφερε να φτάσει ψηλά, είναι ένα από τα μεγάλα μυστήρια και αδικίες της μουσικής ιστορίας. Είχε την παρουσιαστικό και τον ήχο - ένα μίγμα country, rockabilly και R & B που μερικές φορές τον έκανε να ακούγεται σαν λευκός Little Richard, αλλά κυρίως, όπως ο νεαρός Έλβις ή ο Carl Perkins - και δεν του έλειπαν τα καλά τραγούδια, τα οποία ως επί το πλείστον έγραψε ο ίδιος. Θα έπρεπε να ήταν εκεί, μαζί με τον Perkins ή τον Jerry Lee. Όμως δεν είναι παρά μια υποσημείωση της rock & roll ιστορίας έξω από τα όρια της Ευρώπης, όπου τον αντιμετώπιζαν ως ένα μύθο» (Eder Bruce, κριτικός μουσικής).

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

The Freddie ‘Fingers’ Lee story


Ο Freddie ‘Fingers’ Lee γεννήθηκε ως Frederick John Cheesman, γύρω στο 1940, στο Newcastle της Αγγλίας.

Ξεκίνησε την δεκαετία του ‘50 με μία μπάντα που έπαιζε skiffle, αλλά όλα άλλαξαν όταν άκουσε τον ‘ύμνο’ του Jerry Lee «Whole Lot Of Shakin’ Goin’ On». Πήρε το πιάνο και κατέληξε να παίζει ως Freddie «Fingers» Lee, με μια μπάντα που εκείνη την περίοδο είχε τον νεαρό Ritchie Blackmore στην κιθάρα. Συνεργάστηκε για λίγο με τον Eden Kane, τον Cliff Richard και τον Marty Wilde.

Με τον Screaming Lord Sutch (and the Savages) έπαιξε ζωντανά στο Αμβούργο και στο περίφημο Star Club, όπου τελικά εγκαταστάθηκε για αρκετό καιρό. Εκεί ήρθε σε επαφή με ονόματα όπως: Chuck Berry, Little Richard, Fats Domino, The Crickets, Gene Vincent και Sam Cooke μεταξύ αμέτρητων άλλων.

Κατά τη διάρκεια της αναβίωσης του rock 'n' roll 'n' roll στην Βρετανία τη δεκαετία του 1970 ο Freddie επέστρεψε στην Αγγλία ως η αγγλική απάντηση στον Jerry Lee Lewis...

Παρουσιάστηκε στις οθόνες των βρετανικών τηλεοράσεων, στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, με την εκπομπή "Oh Boy" μαζί με τον Shaky, τον Les Gray και άλλους κάνοντας μεγάλη εντύπωση σε ολόκληρη την Ευρώπη, με το θρυλικό καπέλο του και το ένα μάτι καλυμμένο, δείχνοντας τον σεβασμό του στον Johnny Kidd (and the Pirates), αν και ο Freddie όντως έχει μόνο ένα μάτι.

Όλοι τον θυμούνται να παίζει άγριο, τρελό rock ‘n’ roll, κτυπώντας το πιάνο του ακόμα και με τσεκούρι!

Τα πιο γνωστά τραγούδια του είναι: I Am A Nut, One Eyed Boogie Boy, Pondering and Wondering, Lights Out, Dib Dab Boogie, Frantic, Rockin' At My House, Run Down Feelin' Blue κ.α..


Ηχογράφησε πολυάριθμα singles, 8 άλμπουμ και δεκάδες compellations.

Δυστυχώς, εξαιτίας κάποιου προβλήματος υγείας (εγκεφαλικό), τα τελευταία χρόνια, έχει σταματήσει να παίζει.


Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Ravenna & The Magnetics



Οι Ravenna & The Magnetics από το Σιάτλ των ΗΠΑ έπαιζαν σπουδαίο rockabilly στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα και στις αρχές του ογδόντα.

Όλα τα τραγούδια τους ηχογραφήθηκαν στο διάσημο Rollin' Rock Studio του Rockin 'Ronny Weiser με έδρα την Καλιφόρνια (τώρα στο Las Vegas).

Εκτός από το γεγονός ότι οι Magnetics έγραψαν μερικά από τα καλύτερα rockabilly κομμάτια, το σχέδιο του εξωφύλλου του "Tennessee & Texas" είναι κάτι το ιδιαίτερο.

Η τραγουδίστρια Ravenna du Mane (πραγματικό όνομα Freda Johnson), είχε έχει μια υπέροχη rockin φωνή. Η Freda πέθανε νωρίς, από ανεύρυσμα στον εγκέφαλο, τον Ιούνιο του '96 σε ηλικία μόλις 42 ετών.

Οι Magnetics είχαν ως βάση το Σιάτλ της πολιτείας Ουάσιγκτον, των ΗΠΑ και άλλαξαν τέσσερις φορές το σχήμα τους.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ο Tom Berghan έπαιζε μπάσο κιθάρα με τον Sunnyland Slim, μεγάλο πιανίστα των Chicago Blues. Ο ντράμερ ήταν Mickey Martin, μουσικός των μπλουζ και της τζαζ που ήταν πολύ δραστήριος στη δεκαετία του 1930 και του 1940 με το φωνητικό γκρουπ "Cats and the Fiddle."

Ο Tom έφερε τον Mickey (τότε στα εξήντα του) στο Σιάτλ και σχημάτισε ένα μικρό τζαζ κουαρτέτο για να υποστηρίξει τον Mickey (πιάνο, κιθάρα, μπάσο και ντραμς).

Ο Mickey έπαιζε πιάνο και τραγουδούσε, και ο Τομ έπαιζε κιθάρα. Αυτό το combo ήταν το "Mickey Martin and the Magnetics" και έπαιζαν swing. Για έναν χρόνο, έγινε η backup μπάντα του Floyd Dixon ("Hey Bartender"), του μεγάλου πιανίστα μπλουζ του Τέξας.

Μετά από δύο χρόνια που έπαιζαν στα κλαμπ, ο Mickey ήθελε να τραγουδήσει σε ένα σκηνικό "Big Band" με πολλά πνευστά. Ο Τομ, ο οποίος έπαιζε blues για χρόνια, έδειχνε όλο και περισσότερο ενδιαφέρον για το rockabilly.

Ο Τομ και Mickey χώρισαν τους δρόμους τους εκείνη την εποχή, αλλά παρέμειναν πάντα πολύ στενοί φίλοι.

Ο Tom έμενε με έναν άλλο κιθαρίστα blues και συλλέκτη δίσκων μπλουζ, Jeff Poskin. Ο Τομ ρώτησε τον Jeff εάν θα ήθελε να συμμετέχει στους "The Magnetics" (τώρα χωρίς τον Mickey Martin), και να παίζουν rockabilly. Τότε τα μέλη ήταν ο Tom Berghan, η Freda (Ravenna), ο Jeff Poskin, ο Steve Grindle και ο Arnie Leinonen (στα τύμπανα).

Υπήρξαν κάποια προβλήματα και Άρνι έφυγε από το συγκρότημα λίγο πριν αρχίσουν να ηχογραφούν για τον Ronny. ο Tom Svornich (είναι στο άλμπουμ "Rockabilly Fools") αντικατέστησε τον Arnie στα τύμπανα.

Όπως λέει ο Tom Berghan "αυτός ήταν ο πιο τεχνικά καταρτισμένος drummer που είχε ποτέ η μπάντα". Τα μέλη τώρα ήταν: Dan Sullivan (μπάσο χαστούκι), Darnell Kellman (σαξόφωνο), Freda (φωνητικά), Bob Connole (τύμπανα), Richard Hogan (πιάνο) και ο Tom Berghan (κιθάρα). Αυτή ήταν η σύνθεση στο δεύτερο άλμπουμ ("Tennessee & Texas"), που κυκλοφόρησε μόνο στην Ευρώπη.

Το τελευταίο line-up της μπάντας ήταν: Gregg Keplinger στα τύμπανα, John Seberg στο ηλεκτρικό μπάσο, Darnell Kellman στο σαξόφωνο, Steve Flynn στο πιάνο, Tom Berghan στην κιθάρα και η Freda.

Δυστυχώς, η Ravenna Ραβέννα μας άφησε πολύ νωρίς (πέθανε το 1996 όταν ήταν μόλις 42 ετών). Όλο το υλικό τους (δύο δίσκοι και δύο έξτρα κομμάτια) καταγράφηκαν στις αρχές της δεκαετίας του '80 στο στούντιο Ronny Weiser στο Van Nuys, LA, πριν ο Ronny μετακομίσει στο Λας Βέγκας το 1993.

Νομίζω ότι ο Jeff Poskin είχε ηχογραφήσει με τον Bob Dylan, και έγραψε κάποια μουσική για soundtracks ταινιών. Ο Steve Flynn, ο πιανίστας στο τελευταίο line-up, είναι τώρα με τους "Jr. Cadillac".

Πηγές: ΕΔΩ και ΕΔΩ

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

The Righteous Brothers story



Παρά το όνομά τους οι Righteous Brothers δεν ήταν αδέλφια!

Το ντουέτο που υιοθέτησε αυτό το όνομα το 1962, το αποτελούσε ο Bill Medley (1940) και ο Bobby Hatfield (1940-2003). Ηχογραφούσαν από το 1963 μέχρι το 1975, και συνέχισαν να εμφανίζονται μέχρι τον θάνατο του Hatfield το 2003. Στο πετυχημένο στυλ τους δόθηκε ο όρος "blue-eyed soul".

Ξεκίνησαν στην περιοχή του Los Angeles ως μέρος πενταμελούς μπάντας με το όνομα ‘The Paramours’. Στο τέλος μιας παράστασης ένας πεζοναύτης φώναξε : "That was righteous, brothers!" (Αυτό ήταν σωστό αδέλφια!) και έτσι το ντουέτο ξεκίνησε με το νέο όνομά τους.

Οι Righteous Brothers γνώρισαν μεγάλη επιτυχία την δεκαετία του ‘60 με τραγούδια που έγιναν χιτς και στα pop και στα rhythm and blues τσαρτς, όπως : "Unchained Melody" (νο 4 ποπ, νο 3 R & B), “(You’re My) Soul and Inspiration (νο 1 pop, νο 13 R&B) και το καταπληκτικό “You’ve Lost That Lovin’ Feelin’ (νο 1 pop, νο 3 R&B).

Ο βαρύτονος Medley μαζί με την λεπτή φωνή του Hatfield άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους στην γλυκιά εκείνη εποχή των αρχών του ‘60.

Ο Medley γεννήθηκε στη Santa Ana της Καλιφόρνια, και ο Hatfield μεγάλωσε στο Anaheim. Γνωρίστηκαν το 1962, όταν τα αντίστοιχα συγκροτήματά τους – οι ‘Paramours’ του Medley και οι ‘Variations’ του Hatfield – ένωσαν τα μέλη τους. Διατήρησαν στην αρχή το όνομα Paramours και κυκλοφόρησαν ένα single, το “There She Goes (She’s Walking Away),” με την εταιρία Moonglow το Δεκέμβριο του 1962. Τρεις μήνες αργότερα, ο Medley και ο Hatfield, έκαναν το ντεμπούτο τους ως Righteous Brothers με το “Little Latin Lupe Lu.”

Με την Moonglow, οι Righteous Brothers έγραψαν αρκετό υλικό για να γεμίσουν τρία άλμπουμ (‘Right Now’, ‘Some Blue Eyed Soul’ και ‘This Is New’). Με τον Phil Spector, έγραψαν δυνατά κομμάτια όπως “Justine,” “My Babe” και “You Can Have Her.”

Στα τέλη του 1964 με το μεγαλειώδες “You’ve Lost That Lovin’ Feelin’,έφτασαν στα αστέρια μπαίνοντας στο Top 40 φτάνοντας στο νο 1 δύο μήνες αργότερα.

Ακολούθησαν τα: “Just Once in My Life” (#9), “Hung on You”, “Unchained Melody” (#4), “Ebb Tide” (#5), (είχε πρωτοακουστεί το 1955), “White Cliffs of Dover,” κύκνειο άσμα του Spector.


Το 1966 η ‘Verve Records’ αγόρασε το συμβόλαιο των Righteous Brothers, για ένα εκατομμύριο δολάρια, και συνέχισαν τις επιτυχίες με το “(You’re My) Soul and Inspiration”.

Όμως εν μέσω των ριζικών αλλαγών στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η πτώση είχε αρχίσει για Righteous Brothers. Το δίδυμο έγραψε μερικά ακόμα άλμπουμ και μερικά singles όπως το “He” (#18) και το “Go Ahead and Cry” (#30) – μέχρι να χωρίσουν οι δρόμοι τους το 1968.

Στο πιο ευνοϊκό κλίμα της δεκαετίας του 1970, οι Righteous Brothers επανενώθηκαν και έγραψαν τραγούδια όπως : “Rock and Roll Heaven” (#3), “Give It to the People” (#20) και “Dream On (#32).

Το 1987 ο Medley μαζί με την Jennifer Warnes τραγούδησε το “(I’ve Had) The Time of My Life,” για την ταινία ‘Dirty Dancing’. Το soundtrack της ταινίας έγινε το πιο επιτυχημένο soundtrack μετά από την εποχή του ‘Saturday Night Fever’, πουλώντας 14 εκατομμύρια αντίτυπα και φτάνοντας το “(I’ve Had) The Time of My Life” στην κορυφή. Το 1990, το “Unchained Melody” τραγουδισμένο από τους Righteous Brothers’ ακούστηκε στην ταινία ‘Ghost’, και ξανανέβηκε στα τσαρτς ένα τέταρτο του αιώνα μετά την αρχική κυκλοφορία του. Δίσκος με τα Best των Righteous Brothers, κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά και έγινε πλατινένιος, αποδεικνύωντας την αμείωτη γοητεία του blue-eyed soul ντουέτου.

Στις 5 Νοεμβρίου του 2003, ο Bobby Hatfield βρέθηκε νεκρός στο δωμάτιο του ξενοδοχείου ‘Kalamazoo’ στο Michigan μισή ώρα πριν βγει σε παράσταση μαζί με τον Bill Medley στο Western Michigan University's Miller Auditorium. Ο θάνατός του αποδόθηκε στην χρήση κοκαΐνης.


Πηγή